ΑΠΟΨΕΙΣ

Εμείς οι «παλιοί» και η λατρεία του καινούργιου

Τ​​ο κερασάκι στην τούρτα της επίσκεψης Ολάντ στην Αθήνα ήταν, φυσικά, το Μουσείο της Ακρόπολης, όπου παρετέθη γεύμα προς τιμήν του Γάλλου προέδρου προτού η εξοχότης του αναχωρήσει διά Παρισίους.

Το θεώρησα φυσικό να ήταν αυτό το επιστέγασμα των περιποιήσεων, διότι ως το νεότερο από τα αρχιτεκτονικά κοσμήματα της πόλης, το Μουσείο της Ακρόπολης είναι η βιτρίνα που θέλουμε να δείχνουμε στον κάθε υψηλό προσκεκλημένο. Αφότου το νέο μουσείο εγκαινιάστηκε, επί Σαμαρά στο υπουργείο Πολιτισμού, εκεί τους τρέχουμε όλους, αν έχετε προσέξει. Μια προσεγμένη –ιδιωτική, εννοείται– ξενάγηση στα εκθέματα και έπειτα γεύμα στο εστιατόριο είναι η κατάληξη του προγράμματος κάθε επίσημου καλεσμένου, εφόσον τον υπολογίζουμε. Του επιδεικνύουμε ό,τι πιο «state of the art» διαθέτουμε από μουσείο και κτίριο, ελπίζοντας προφανώς ότι θα τους μείνει ως η τελευταία εντύπωση από την Αθήνα που θα σφραγίσει τη μνήμη.

Λίγο παλαιότερα, θυμηθείτε, τη θέση του Μουσείου της Ακρόπολης την είχε το Μέγαρο των Φίλων της Μουσικής. Αλλά οι καιροί είναι δύσκολοι για το Μέγαρο. Το αφήσαμε στην τύχη του (σημειωτέον ότι δύο φορές ώς τώρα οι εξελίξεις ματαίωσαν την κατάθεση νομοσχεδίου για τη σωτηρία του) και τρέχουμε με το καινούργιο κοσκινάκι μας, κατά την παροιμία, το Μουσείο της Ακρόπολης.

Ενας σοβαρός λόγος για την προτίμηση να επιδεικνύουμε το Μουσείο της Ακρόπολης είναι οπωσδήποτε και το θέμα των Μαρμάρων του Παρθενώνα: το γνωστό εθνικό κόμπλεξ που μας κληροδότησε η Μερκούρη – αυτή που οι θαυμαστές της τη θυμούνται με το μικρό της όνομα. Ο σοβαρότερος όμως, πιστεύω, είναι, πολύ απλά, ότι το εντυπωσιακό κτίριο είναι καινούργιο. Είναι, δε, ο σοβαρότερος, επειδή ένα από τα πιο ευδιάκριτα στοιχεία αυτού που θα το έλεγαν παλαιότερα «ο χαρακτήρας μας» (εγώ το αντιλαμβάνομαι περισσότερο ως ένα κοινό ήθος που επικρατεί) είναι η λατρεία του καινούργιου.

Δεν πρόκειται για τίποτε ιδιαίτερο. Κοινότατο είναι και απολύτως ανθρώπινο. Λέγεται «αρχοντοχωριατιά» και συμβαίνει στους ανερμάτιστους όταν πλουτίζουν ξαφνικά – δείτε, ας πούμε, τους Αραβες των πετρελαιοπαραγωγών χωρών και θα καταλάβετε τι εννοώ. Εδώ, αυτή η λατρεία του καινούργιου (κινητό τηλέφωνο, αυτοκίνητο, μουσείο, οτιδήποτε) έγινε στοιχείο του κοινού ήθους με την ευμάρεια που ήλθε ιδίως από τη δεκαετία του 1990 κι έπειτα. Το είδαμε να εκδηλώνεται εντονότερα σε αγαθά τα οποία μπορούσαν ευκολότερα να γίνουν σύμβολα επίδειξης και μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτή ήταν η τάση που διαμόρφωσε ολόκληρους τομείς της αγοράς, όπως λ.χ. στα αυτοκίνητα, όπου είχε επικρατήσει η τρέλα να αλλάζουμε μοντέλο ανά τριετία ή τετραετία.

Παρότι ευεξήγητο, προσωπικώς, εξακολουθώ να το βρίσκω περίεργο ότι έχουμε μια τέτοια λατρεία για το καινούργιο, όταν την ίδια ώρα έχουμε και τέτοια έπαρση για την ένδοξη καταγωγή μας από τους «Αρχαίους» (ό,τι και αν σημαίνει αυτό…), όταν δηλαδή περιμένουμε από τους άλλους να μας αναγνωρίζουν ως «παλιούς». Αλλά δεν τρέχει και τίποτε αν εγώ το βρίσκω περίεργο, διότι η αντίφαση δεν συνιστά πρόβλημα για τον Νέο Ελληνισμό. Αντιθέτως, είναι η απόδειξη του γνησίου της ταυτότητος: χαμένοι κάπου ανάμεσα στο καινούργιο που θεωρούμε ότι μας αξίζει και σε ένα μακρινό παρελθόν, για το οποίο απαιτούμε από τους άλλους να μας το αναγνωρίζουν – ει δυνατόν μάλιστα, να μας το αναγνωρίζουν διαρκώς, γιατί είμαστε ευαίσθητοι και μας πέφτει εύκολα η αυτοπεποίθηση. Κάπου εκεί ενδιαμέσως χάνονται και ξεχνιούνται διάφορα: από στέκια καλλιτεχνικά και πολιτικά συνδεδεμένα με τη σύγχρονη ιστορία μας μέχρι το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, για το οποίο μόνον εξαγγελίες προθέσεων ακούγονται κάθε φορά που αναλαμβάνει ένας νέος υπουργός Πολιτισμού.

Ολο αυτό είναι ζήτημα εθνικής ανασφάλειας, στο βάθος· διότι τόσο τα αρχαία κλέη όσο και η λατρεία του καινούργιου είναι αξίες τις οποίες ενστερνιζόμαστε, επειδή ακριβώς τις αναγνωρίζουν και τους αποδίδουν μεγάλη σημασία κάποιοι τρίτοι, τους οποίους εμείς θεωρούμε ανώτερους, όσο και αν αποφεύγουμε να το παραδεχόμαστε. Ανασφάλεια για τη θέση μας στον κόσμο και την ταυτότητά μας, όπως λ.χ. και οι φρικτές αγριοφωνάρες του τιμητικού αγήματος, όταν υποτίθεται ότι έψαλλαν τον εθνικό μας ύμνο, στην κατάθεση στεφάνου από τον Ολάντ στο μνημείο του Αγνώστου.

Το 1997, στις βρετανικές εκλογές που έδωσαν την κυβέρνηση στον Μπλερ, έτυχε να γνωρίσω έναν πολιτικό των Συντηρητικών, ο οποίος μισούσε γενικώς και με πάθος τον Μάικλ Χέζελταϊν. Ως πολιτισμένος άνθρωπος που ήταν, εκδήλωνε το αβυσσαλέο μίσος του με χιούμορ. Το πιο αστείο από όσα του καταλόγιζε, και το οποίο μου έμεινε, ήταν η αιτίαση ότι «αγόρασε ο ίδιος τα έπιπλά του». Εννοούσε, δηλαδή, ότι ο Χέζελταϊν είτε δεν είχε οικογενειακά κειμήλια είτε δεν μπορούσε να τα εκτιμήσει (ομολογώ ότι δεν τόλμησα να ρωτήσω). Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με την περίπτωσή μας. Αν μπορούσαμε να καταλάβουμε ότι η κληρονομιά της κλασικής αρχαιότητας είναι κάτι άυλο, το οποίο ανήκει πλέον σε όποιον έχει τη διάθεση να μάθει και, επίσης, ότι η παράδοση είναι κάτι που μπορεί να δημιουργείται κάθε στιγμή γύρω μας, θα είχαμε πολύ υγιέστερη σχέση με την πραγματικότητα ως λαός. Ναι, ίσως πουν κάποιοι, αλλά δεν θα ήμασταν αυτό που είμαστε! Καλύτερα να μην ήμασταν, γι’ αυτό ακριβώς το λέω…

Τώρα μάλιστα

Συγγνώμη που θα το θέσω με τέτοιο τρόπο, αλλά ο γενικός γραμματέας του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, ένας Ισπανός ονόματι Λοπέθ Ιστούριθ, είναι μεγάλο γατόνι! Διότι στο συνέδριο του ΕΛΚ, προ εβδομάδος, επαίνεσε τον Αντώνη Σαμαρά ως «τον άνθρωπο που θέλεις να έχεις μαζί σου όταν βρίσκεσαι σε κρίση» και εξήγησε τους λόγους: θάρρος, ρεαλισμό, διορατικότητα κ.ά. Ανάμεσά τους, όμως, περιέλαβε και την «ηρεμία». Εκτιμώ βαθύτατα τον κ. Ιστούριθ, αλλά δεν θα τον εμπιστευόμουν ούτε για να μου πει τι ώρα είναι…