ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι «διασυνδέσεις» των δύο φασισμών

Ο​​ταν επί κυβερνήσεως Ν.Δ. – ΠΑΣΟΚ μερικοί εγκέφαλοι της Συγγρού αμφισβήτησαν τη θέση του ΣΥΡΙΖΑ στο «δημοκρατικό τόξο», διέπρατταν μέγα ολίσθημα. Στο ίδιο σφάλμα υποπίπτει τώρα και ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος, με αφορμή την άγρια βιαιοπραγία χρυσαυγιτών εναντίον του βουλευτού Γ. Κουμουτσάκου, κατηγορεί τη Ν.Δ. για «επικίνδυνο ακροδεξιό παιχνίδι». Με τη στάση τους αυτή και τα δύο κόμματα ρίχνουν νερό στον μύλο του φασισμού, που πάντα ήταν και είναι κοκκινόμαυρος. Το τελευταίο αυτό, δηλαδή το ανομολόγητο άλλοθι που παρέχουν -έστω άθελά τους- τα δύο κόμματα, διαπιστώνεται και από το εξής δεδομένο.

Επί κυβερνήσεως Ν.Δ. – ΠΑΣΟΚ είχαμε μεγάλη και συνεχή έξαρση των τραμπουκισμών εκ μέρους των ακροαριστερών στοιχείων. Ωσάν η «δράση» αυτή να ήταν η ουρά της σκληρότατης αντιπολίτευσης που ασκούσε ο ΣΥΡΙΖΑ στα μνημόνια και κυρίως στα μέτρα εφαρμογής τους. Ο περιορισμός της «δράσης» αυτής, επί των ημερών του τρίτου, «αριστερού» και επαχθέστερου μνημονίου, δεν είναι απλώς αισθητή, αλλά εντυπωσιακή. Τόσον στον κοινωνικό όσο και στον εκπαιδευτικό χώρο. Την ίδια στιγμή, όμως, επιτείνεται η αντίστοιχη «δράση» της ακροδεξιάς ως ουράς του εθνικοπατριωτισμού, τον οποίο απειλούν πρόσφυγες και μετανάστες, αλλά και ως μοναδικής, πλέον, στον δεξιό χώρο αντιμνημονιακής δύναμης. Προφανώς, η «δραστηριοποίηση» αυτή υπονοεί, ταυτόχρονα, πως τα κόμματα της κεντροδεξιάς και της κεντροαριστεράς είναι ανίκανα στην υπεράσπιση των εθνικών «ιδεωδών» και των κοινωνικών συμφερόντων.

Ας προσθέσουμε και το εξής σημαντικό. Η ακροδεξιά έχει εκφρασθεί, κατά τα τελευταία χρόνια, ως πολιτικό μόρφωμα και δυστυχώς εκπροσωπείται στη Βουλή. Για την αυτονόμηση της ακροδεξιάς, όπως και για την παραφυάδα των ΑΝΕΛ, δεν μπορεί, βεβαίως, να κατηγορηθεί η Ν.Δ. Ωστόσο, εξίσου βέβαιον είναι ότι η Συγγρού ουδέποτε έπαψε να προσβλέπει στον «επαναπατρισμό» των ψηφοφόρων των δύο αυτών κομμάτων.

Ο στόχος αυτός, καθ’ όλα θεμιτός και εξυγιαντικός των πολιτικών μας πραγμάτων, έχει όμως προκαλέσει την παρεξήγηση της «συγγενείας». Πιθανότατα, διότι ορισμένοι παράγοντες της Ν.Δ. διατηρούσαν σχέσεις με στελέχη της Χ.Α., αντί να επιδιωχθεί πολιτική επαφή απευθείας με τους ψηφοφόρους του κόμματος αυτού. Επιπλέον, ο εντοπισμός ορισμένων ακροδεξιών θυλάκων στον χώρο της Αστυνομίας, χρεώνεται αποκλειστικά στη Ν.Δ. (όπως συνέβη και στην περίπτωση Κουμουτσάκου), ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ κυβερνά επί 9μηνο και πλέον. Αντίθετα με τη Ν.Δ. και την αυτονόμηση της ακροδεξιάς, στον χώρο του γιγαντωθέντος, εντός τετραετίας, ΣΥΡΙΖΑ δεν είχαμε ανάλογο φαινόμενο αποβολής ή αποκοπής κάποιου ακροαριστερού «αποστήματος». (Το κόμμα του κ. Λαφαζάνη -2,86%- δεν εκφράζει την ακροαριστερά, ούτε, φυσικά, το ΚΚΕ). Και τούτο, όταν η αποκοπή της «πατριωτικής» και της «ακραίας» δεξιάς αφήρεσε από τη Ν.Δ. περί τις δέκα ποσοστιαίες μονάδες. Επιπλέον, στο κυβερνών κόμμα εξακολουθούν να εμφανίζονται κρούσματα τυφλού δογματισμού, ακραίας ιδεοληψίας και ταξικής μισαλλοδοξίας. Και μάλιστα κατά τη σχεδίαση και την άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής. («Με το πιστόλι στον κρόταφο εφαρμόζουμε το μνημόνιο», που -εμείς- εκλιπαρήσαμε και ψηφίσαμε). Αμφιβάλλει κανείς πως τέτοια φαινόμενα συντηρούν, ενθαρρύνουν και τελικά δικαιώνουν την παραμονή ακροαριστερών στοιχείων στην εκλογική βάση του ΣΥΡΙΖΑ; Το ερώτημα αφορά αποκλειστικά τον κ. Αλέξη Τσίπρα. Οφείλει να προβληματισθεί και να δώσει απάντηση άμεσα. (Οσο, π.χ., διαρκεί η διαδρομή μεταξύ Λέρου και Μυτιλήνης…)