ΑΠΟΨΕΙΣ

Νοσταλγία για βαρβαρότητα;

Η ιστορία του Γιόζεφ και της συζύγου του, Μάγδα, Γκέμπελς είναι μάλλον γνωστή: το 1945, με τον Κόκκινο Στρατό να πολιορκεί το Βερολίνο και το μπούνκερ του Αδόλφου, το ζεύγος Γκέμπελς δολοφονεί με δηλητήριο τα έξι παιδιά τους για να μην πέσουν στα χέρια του εχθρού, και στη συνέχεια ακολουθούν και οι ίδιοι την ίδια μοίρα. Ο Γκέμπελς ήταν ο περίφημος υπουργός Προπαγάνδας του Γ’ Ράιχ. Τυφλωμένος από φανατισμό σκοτώνει τα παιδιά του με τη συμμετοχή της μητέρας τους. Ενα από τα πολλά μικρά επεισόδια της φρίκης του ναζισμού (ανάμεσα στα πολλά μεγάλα) που υπερβαίνουν κάθε έννοια λογικής αλλά και θεμελιώδους, αν όχι στοιχειώδους, ανθρώπινου συναισθήματος.

Ισως να αποτελεί σύμπτωση αλλά φέτος στις ελληνικές θεατρικές σκηνές ανεβαίνουν δύο έργα με θέμα το ζεύγος Γκέμπελς και μάλιστα από Ελληνες συγγραφείς: η Ομάδα Χρώμα και ο συγγραφέας-σκηνοθέτης Κωνσταντίνος Χατζής παρουσιάζουν στο θέατρο Από Μηχανής την παράσταση «Julius», ενώ μεθαύριο ανεβαίνει στο Νέο Rex το έργο «Mάγκντα Γκαίμπελς» του Γιώργου Βέλτσου σε σκηνοθεσία Αντζελας Μπρούσκου.

Στο μεν πρώτο έργο ο συγγραφέας αναρωτιέται «τι θα γινόταν αν η Μάγδα Γκέμπελς δεν αυτοκτονούσε, προκειμένου να σώσει και να μεγαλώσει το μικρότερο παιδί της;» Στο δεύτερο διαβάζουμε στο δελτίο Τύπου πως «μέσα από μια ερωτική επιστολή, τη διήγηση του φόνου των παιδιών της και τις φαντασιώσεις της, η γυναίκα αυτή συστήνεται, κι έτσι πια η ιστορία, με όλες τις εκδοχές της, μπορεί να ιδωθεί και μέσα από τα δικά της μάτια».

Οι ναζί εμπνέουν τους καλλιτέχνες και τους διανοούμενους – και δη τους Ελληνες θεατρικούς συγγραφείς. Τρία χρόνια τώρα παιζόταν η δημοφιλής παράσταση «Μένγκελε» του Θανάση Τριαρίδη, όπου και εκεί, μέσα από μια εναλλακτική ιστορική θεώρηση, ο συγγραφέας μοιάζει να αναρωτιέται, κάπου ανάμεσα στη φαντασία και την αλήθεια, τι θα γινόταν αν ο γηραιός Μένγκελε συναντούσε έπειτα από χρόνια ένα από τα δίδυμα που γλίτωσαν των φρικαλέων πειραμάτων του, μια νεαρότερη κοπέλα που είχε ερωτευθεί.

Είναι αυτή μια απλή σύμπτωση άραγε ή μήπως μια πτυχή από το λεγόμενο «πνεύμα της εποχής» μας; Αναφέρομαι στη διάχυτη αίσθηση ότι γυροφέρνουμε όλες αυτές τις ιστορίες θηριωδιών διότι, με κάποιον τρόπο, το ίδιο το παρόν μάς ωθεί στο να σκεφτόμαστε πως οι κατακτήσεις του μεταπολεμικού κόσμου, αυτό που συνιστά τον πολιτισμό μας μετά το 1945 στο δυτικό ημισφαίριο ειδικά, και πάνω απ’ όλα στην άλλοτε αιματοβαμμένη Ευρώπη, μπορούν εύκολα, από τη μία στιγμή στην άλλη, να απαξιωθούν και το πολιτισμικό αυτό στερέωμα να καταρρεύσει.

Οι αλυσιδωτές, διεθνείς οικονομικές κρίσεις· η έξαρση των συγκρούσεων και του σκοταδισμού στον ισλαμόφωνο κόσμο· τα πτώματα των προσφύγων στη Μεσόγειο και τα απελπισμένα μεταναστευτικά κύματα στην Ευρώπη· η ευθραυστότητα μιας πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας που θεωρούνταν αυτονόητες έως πολύ πρόσφατα· βεβαίως, η ραγδαία άνοδος των νοσταλγών των Γκέμπελς μα, πάνω απ’ όλα, η μαζική απαξίωση και περιφρόνηση των αξιών και των αρχών των κοινοβουλευτικών δημοκρατιών. Ειδικά αυτό το τελευταίο μοιάζει με σύμπτωμα μιας νόσου που έχει προσβάλλει άτομα και κοινωνικές ομάδες όλου του φάσματος. Και ίσως από εδώ ακριβώς να ξεκινά αυτό το εφιαλτικό όραμα της «νοσταλγίας για βαρβαρότητα». Η διαδεδομένη πεποίθηση πως μπορεί η δημοκρατία να μην έχει αδιέξοδα, αλλά τις λύσεις τις δίνει η βαρβαρότητα. Σα να «μας κούρασε» η δημοκρατία, τόσο που την ταυτίσαμε με την ασυδοσία και την παρακμή, οπότε η βαρβαρότητα μοιάζει πιο φρέσκια, πιο καθαρή, πιο δραστική. Πιο γοητευτική, πιο ελκυστική, πάνω απ’ όλα. Αν ισχύει μια τέτοια θεώρηση, τότε ναι, ζούμε μια βαθιά ανθρωπιστική κρίση.