ΑΠΟΨΕΙΣ

Gigi l’ Amoroso

20s2kas

Οταν ήμουν νεότερος, προτιμούσα να κάνω παρέα με μεγαλύτερους στην ηλικία, γιατί από αυτούς ήταν πιο πιθανό να μάθω κάτι για τον κόσμο, παρά από τους συνομηλίκους μου. Τώρα, στο μέσον πια της έκτης δεκαετίας του βίου μου, οι όροι έχουν αντιστραφεί και θα προτιμούσα, για τους ίδιους λόγους, να κάνω παρέα με μικρότερους. (Αν δεν τους αντιπαθούσα ― αλλά ας μη χαλάσω μια εισαγωγή που μου φαίνεται καλούτσικη…) Χθες όμως συνάντησα μια ομάδα μεγαλυτέρων μου, προς τους οποίους εκφράζω την ευγνωμοσύνη μου, διότι χάρη σε αυτούς και τις αναμνήσεις της νεότητάς τους έμαθα για τη μεγάλη επιτυχία της Γαλλοαιγύπτιας τραγουδίστριας Νταλιντά, του 1974, «Gigi l’ Amoroso».

Το τραγούδι αφηγείται την ιστορία του Gigi (υποκοριστικό του Giuseppe). Σ’ ένα χωριό κοντά στη Νάπολη, λέει, ήταν μια συντροφιά φίλων που μαζεύονταν τα Σάββατα και γλεντούσαν παίζοντας μουσική. Ο Τζόρτζιο έπαιζε κιθάρα, ο Σάντρο μαντολίνο, η αφηγήτρια χόρευε χτυπώντας το ντέφι, όμως όλο το χωριό ερχόταν για τον Gigi που τραγουδούσε. Επιτρέψτε μου να το συνεχίσω στα γαλλικά, διότι το γαλλικό ταιριάζει πολύ στον Gigi: «Mais tous ceux qui venaient / C’ etait pour ecouter / Celui qui faisait battre tous les coeurs / Et quand il arrivait / La foule s’ ecriait / Arriva, Gigi l’ Amoroso». Ετσι γινόταν, που λέτε. Ολοι έρχονταν να ακούσουν εκείνον που έκανε τις καρδιές να χτυπούν. Και μόλις έμπαινε μέσα, όλο το πλήθος παραληρούσε: «Arriva, Gigi l’ Amoroso!»

Και ήταν φυσικό, γιατί ο Gigi της ιστορίας μας είχε ένα βλέμμα βελούδινο σαν χάδι: «L’ oeil de velours comme une caresse / Toujours vainqeur, parfois sans coeur / Mais jamais sans tendresse». Ηταν μεγάλος γόης ο Gigi! Πάντα κατακτητής, κάποτε άκαρδος, μα ποτέ χωρίς τρυφερότητα. Ολες οι γυναίκες του χωριού, από τη φουρνάρισσα και τη γυναίκα του συμβολαιογράφου μέχρι τη χήρα του συνταγματάρχη, όλες ήσαν ξετρελαμένες μαζί του. Ωσπου ήλθε στο χωριό μια πλούσια Αμερικάνα και τον ξεμυάλισε. Του είπε ότι θα έσκιζε αν τραγουδούσε στην Αμερική και ο Gigi την πίστεψε. Εφυγε λοιπόν να κατακτήσει την Αμερική. Την επόμενη της αναχώρησής του το χωριό μαράζωσε. Η φουρνάρισσα δεν άναψε τον φούρνο της, η γυναίκα του συμβολαιογράφου άρχισε ν’ αλλάζει τον έναν εραστή μετά τον άλλον για να ξεχάσει την πίκρα της, ενώ η χήρα του συνταγματάρχη έκλεισε τα παντζούρια της κι έπιασε ξανά τον θρήνο.

Πέρασαν πέντε χειμώνες και πέντε καλοκαίρια, μας λέει το τραγουδάκι, χωρίς να μάθουν τίποτε για τον Gigi. Μέχρι που ένα βράδυ είχε πάλι μαζευτεί η παρέα για να παίξει μουσική, και από το σκοτάδι ακούστηκε ξανά εκείνη η φωνή. Ναι, ήταν ο Gigi, που είχε γυρίσει ντροπιασμένος, γιατί στην Αμερική δεν έκανε τίποτε ― ήταν η εποχή που μεσουρανούσε εκεί «le rock et le twist», τι να σου έκανε ο φουκαράς ο Gigi με τις ναπολιτάνικες καντσονέτες του; Η δικιά μας τον πλησιάζει, «Gigi, Gigi, c’ est toi la bas dans le noir», τον βλέπει δακρυσμένο και τον παρηγορεί. «Ιci tu es chez toi / Ici tu es le roi». Κοίτα, του λέει, όλοι αυτοί είναι εδώ για σένα, δεν είσαι ο Gigi l’ Americano, είσαι ο Τζουζέπε Φαμπρίτσιο Λούκα Σαντίνι, είσαι ο Gigi l’ Amoroso! Και όλα τελειώνουν όπως πρέπει να τελειώνουν οι ωραίες ιστορίες: σαν γιορτή, με όλους μονιασμένους και ευτυχισμένους.

Το δίδαγμα αυτής της απλής ιστορίας που τραγουδά η Νταλιντά (δείτε το στο You Tube, έχει γούστο) είναι προφανές και χιλιοειπωμένο: μην κυνηγάς χίμαιρες, μείνε στα όρια των δυνατοτήτων σου. Εξίσου προφανές είναι και σε ποιον το αφιερώνω, ενόψει εκλογής νέου προέδρου στη Νέα Δημοκρατία. Θα του χρειαστεί…

Καπνός

Διαβάζω στην πρώτη σελίδα της χθεσινής «Καθημερινής» ότι κανείς από τους 50 και πλέον Σέρβους και Κροάτες χούλιγκαν που συνελήφθησαν το διήμερο 4 και 5 Νοεμβρίου για βιαιοπραγίες και παραβάσεις του νόμου περί όπλων δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο, καθώς δεν διατάχθηκε απαγόρευση εξόδου από τη χώρα έως την εκδίκαση της υπόθεσης. Αφαντοι λοιπόν. Εγιναν καπνός! Και τώρα τι θα κάνει ο Π. Λάμπρου του ΣΥΡΙΖΑ, που είμαι βέβαιος ότι θα ήθελε τόσο πολύ να τους μιλήσει για τα δικαιώματά τους;

Ανανεώθηκε

Συνέβη προχθές να συναντήσω τυχαία σε ένα εστιατόριο τον Αντώνη Σαμαρά και να περάσουμε λίγη ώρα κουβεντιάζοντας. Δυσκολεύτηκα να τον αναγνωρίσω. Αυτός ήταν ένας τελείως διαφορετικός άνθρωπος από εκείνον που θυμάμαι ως πρωθυπουργό. Ηταν στιγμές που αναρωτιόμουν: «Μα, αυτός είναι ή έχω πέσει σε σωσία και με δουλεύει;» Χαλαρός, χαμογελαστός, αγνώριστος, σας λέω. Ολο εκείνο το σκοτεινό πράγμα που αλλοίωνε το πρόσωπό του είχε φύγει. Μου παραπονέθηκε, επειδή έγραψα ότι αυτός έφτιαξε τον G. G. Κώστα, αλλά ήταν σαν να αστειευόταν, τόσο διαφορετικός ήταν. Βέβαια δεν φορούσε γραβάτα, κι αυτό με στενοχώρησε, διότι στην εποχή που ζούμε η γραβάτα είναι πράξη αντίστασης στον κομμουνισμό. Αλλά δεν του είπα τίποτε. Αρκετά τράβηξε από μένα…

Τα ροζ μποτάκια

Θα το πω και ελπίζω ότι θα καταλάβετε πώς το εννοώ. Εχετε ακούσει τη διαφήμιση με το κακομαθημένο κοριτσάκι που θέλει τα ροζ μποτάκια και δεν καταλαβαίνει ότι η μαμά του δεν έχει λεφτά να του τα πάρει; Οταν την ακούω, φαντάζομαι τον εαυτό μου στη θέση του καταστηματάρχη να λέει στη μητέρα του παιδιού: «Σας χαρίζω τα ροζ μποτάκια. Σας χαρίζω και όποια άλλα μποτάκια διαλέξει το αγγελούδι σας. Θα με αφήσετε όμως να ρίξω μια κλοτσιά ―συμβολική, δεν θα πονέσει― στο κοριτσάκι σας;»

Ποια είναι αυτή;

Ακουσα μια ραδιοφωνική διαφήμιση της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών για κάποια παράσταση, αν κατάλαβα καλά, που ξεκινούσε ως εξής: «Ο Δημήτρης Καραντζάς και η Βιρτζίνια Γουλφ…» Δεν πρόσεξα παρακάτω, γιατί συγχύστηκα. Τον Δημήτρη Καραντζά φυσικά τον ξέρω ― όλοι τον ξέρετε, είμαι βέβαιος. Αλλά αυτή η Βιρτζίνια Γουλφ, που τολμούν να τη βάλουν στο ίδιο επίπεδο μαζί του, ποια είναι;