ΑΠΟΨΕΙΣ

Σήμερα ψηφίζουμε (;)

Ε​​νας θαυμάσιος άνθρωπος που είχα τη χαρά να γνωρίσω τις προάλλες μού παραπονέθηκε –με τις καλύτερες προθέσεις– ότι σοβαρεύω τις Κυριακές. Ναι, γιατί οι δικές σας Κυριακές είναι οι δικές μου Παρασκευές, θα απαντούσα με τον ορθόδοξο μαρξιστικό τρόπο – του Γκράουτσο. Το βράδυ της Παρασκευής γράφω τη «σημερινή» στήλη, οπότε παίρνει χαρακτήρα απολογιστικό. Αλλά αποφεύγω την πληρέστερη απολογία που ίσως θα όφειλα, γιατί σήμερα Παρασκευή (Παρασκευή για μένα που γράφω τώρα, μην μπερδευτείτε) το θέμα που με απασχολεί είναι αυτό που συμβαίνει σήμερα Κυριακή με τον δικό σας χρόνο: η ανοιχτή εκλογή προέδρου της Νέας Δημοκρατίας.

Η κυβέρνηση αυτή σίγουρα δεν έχει λαμπρό μέλλον. Ισως μάλιστα να μην έχει και καθόλου μέλλον, που λέει ο λόγος. Ισως, δηλαδή, να είναι κατά πολύ βραχύτερο το μέλλον της από όσο φανταζόμαστε – θυμίζω, σχετικώς, πόσο κιμπάρικα ξόδεψαν τέσσερα χρόνια μέσα σε επτά μήνες την πρώτη φορά Αριστερά. Η άνευ προηγουμένου διοικητική ανεπάρκεια, που χαρακτηρίζει και τη δεύτερη φορά Αριστερά, συναντάται με περιστάσεις αληθινά κρίσιμες και αναρωτιέμαι πώς θα φθάσει αυτή η κυβέρνηση, ας πούμε, μέχρι τον Μάρτιο.

Στην οικονομία βρίσκεται, ούτως ή άλλως, η αιτία του πολιτικού τέλους της. Είτε πετύχει στην εφαρμογή του μνημονίου της είτε αποτύχει (γιατί το μνημόνιο είναι το μόνο μέτρο, αν θέλουμε να είμαστε πραγματιστές), πολιτικά η κυβέρνηση θα βρεθεί με μια κατάσταση, την οποία αν λέγαμε «προβληματική» θα ήταν σχήμα λιτότητας. Λογική και Αριστερά, έστω η συγκεκριμένη Αριστερά που έχει την κυβέρνηση, δεν μπορούν να συνυπάρξουν.

Επειτα, στον τομέα των διεθνών σχέσεων και της άμυνας, η «πολιτική» της ειδικά στο προσφυγικό απειλεί να μετατρέψει την Ελλάδα σε έναν «κουβά της Ευρώπης», για να χρησιμοποιήσω τη βάρβαρη, αλλά προσφυή, μεταφορά που άκουσα προσφάτως από τα χείλη πολιτικού. Κάτι σαν προκεχωρημένο φυλάκιο που παράτησε ευσχήμως η Ευρώπη, όταν υποχρεώθηκε να υποχωρήσει για να ανασυνταχθεί – διότι, μην το ξεχνάμε, είμαστε ή, εν πάση περιπτώσει, είναι η Ευρώπη σε πόλεμο με τους τζιχαντιστές.

Δεν αμφισβητώ καθόλου ότι η κυβέρνηση έχει συνείδηση της σοβαρότητας των πραγμάτων. Αντιθέτως, θα έλεγα ότι γι’ αυτό ακριβώς εντείνονται και οι καθεστωτικές τάσεις της, με επακόλουθο σοβαρούς κινδύνους και στον τομέα της εσωτερικής ασφάλειας. Νιώθουν, δηλαδή, ότι δεν περισσεύει χρόνος και βιάζονται προς τη λάθος κατεύθυνση, εκείνη που οδηγεί στην εδραίωση της εξουσίας τους διά της αλώσεως των θεσμών και του κρατικού μηχανισμού.

Μέσα σε αυτό το κάδρο αντιλαμβάνομαι τη σημασία της σημερινής εκλογής. Η μορφή της διαδικασίας με βρίσκει τελείως (μα τελείως!) αντίθετο. Αλλά με αυτή βρισκόμαστε και, άρα, αυτή είναι· εδώ δεν χωρούν τα κόλπα της Αριστεράς, που μεταθέτει την πραγματικότητα όλο και παραπέρα. Οσοι, λοιπόν, συμμερίζονται την άποψη που παρουσιάζω στην κρίση σας, οφείλουμε (γιατί περιλαμβάνω και τον εαυτό μου) να πράξουμε σύμφωνα με την ευθύνη, όπως την αντιλαμβάνεται ο καθένας μας ως πολίτης που δεν αισθάνεται και δεν θέλει να είναι οπαδός.

Η ευθύνη της συμμετοχής και η ευθύνη της κρίσης μας σε ατομικό επίπεδο είναι όλη η ουσία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας – όχι της σοσιαλιστικής ούτε της τσαβικής. Χωρίς την ατομική ευθύνη, δεν λειτουργεί αυτό που εννοούμε οι περισσότεροι με τον όρο «δημοκρατία», αυτή η ιστορική για τη χώρα μας κατάκτηση στην περίοδο μετά τη Μεταπολίτευση, την οποία πρέπει να διατηρήσουμε και να μην τη διακινδυνεύσουμε. Επομένως, αν η σημερινή εκλογή αρχηγού είναι μια ευκαιρία να αλλάξει η Ν.Δ. και να ανταποκριθεί στις πραγματικές ανάγκες του καιρού μας είναι, επίσης, μια ευκαιρία να ενισχύσουμε, με την ατομική πρωτοβουλία και δράση του καθενός μας, την καλή λειτουργία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Επανέρχομαι στο σήμερα της δικής μου Παρασκευής, γιατί με διευκολύνει να διατυπώσω την κρίση μου. Το μεσημέρι άκουσα από το ραδιόφωνο το τελικό μήνυμα που εξέπεμψε προς τους ψηφοφόρους ο καθένας των υποψηφίων. Ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης* γεφύρωσε την κοινή αντίληψη περί τραγικού μεγαλείου με τον ασπρόμαυρο ελληνικό κινηματογράφο σε ένα ολίγον μελό «δεν πλήγωσα ποτέ τη Νέα Δημοκρατία». Εννοεί, τη διεκδικώ με το πλεονέκτημα της ακλόνητης και διαρκούς πίστης μου σε αυτήν. Ωραία· αλλά αρκεί μόνο αυτό; Στην εποχή μας, η δυνατότητα της διεθνούς παρουσίας του αρχηγού είναι απαραίτητη προϋπόθεση.

Ο Βαγγέλης είναι εσωτερικού. Χρειαζόμαστε και εξωτερικού, κατά προτίμηση και τα δύο σε ένα πρόσωπο. Ο Α. G.G. Kώστας κορύφωσε τη δική του πορεία προς τη δόξα με το «επιστρέφει η ελπίδα» – πλαστικούρα με μπακαλιαρίλα. Ο G.G. Kώστας δεν έχει θέσεις ή δεν θέλει να τις πει. Μόνον επιτίθεται στους άλλους μέσω μιας ρηχής, διαφημιστικής προσέγγισης, που στοχεύει στην κολακεία όσων αυτοπροσδιορίζονται «αδύναμοι και αδικημένοι». Ενας ιδιότυπος συνδυασμός πονηριάς και αναχρονισμού. Επιλογή για παλαβιάρηδες και μερακλήδες.

Ο Αδωνις, που διαθέτει αναμφισβήτητα προσόντα, υποσχέθηκε «την Ελλάδα που ονειρεύεστε». Εθεσε μόνος του το ερώτημα μετά, «γιατί πιστεύω ότι μπορώ να το κάνω;». Και απάντησε, «γιατί έκανα όλα αυτά μέχρι τώρα» ή κάπως έτσι, μικρή σημασία έχει. Το σημαντικό είναι ότι πρόκειται για τον βολονταρισμό ενός αρχηγισμού τύπου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος ρωτάει και απαντά ο ίδιος: «Γιατί θα πετύχω το ντιλ με τους Κινέζους; Γιατί ξέρω να κάνω ντιλ». Λυπάμαι, αλλά έτσι είναι.

Η λογική και υπεύθυνη επιλογή σήμερα Παρασκευή είναι ο Κυριάκος, εκτιμώ. Αυτός το κορύφωσε υποσχόμενος «μπορώ να διορθώσω τη Νέα Δημοκρατία και να την αλλάξω». Αυτό λέει από την αρχή. Κρίνω από την όλη πορεία του ότι το εννοεί και θα το επιχειρήσει. Χρειαζόμαστε πολιτική και πολιτικούς με πεποιθήσεις (convictions). Αυτή είναι η ευθύνη της κρίσης μου, λοιπόν. Αν πάω, θα ψηφίσω Κυριάκο. Απομένει η ευθύνη της συμμετοχής μου. Θα πάω; Θα με διαβάσω το πρωί της Κυριακής, όπως εσείς ελπίζω, και αν με πείσω θα πάω.

*: Δοθείσης ευκαιρίας, κάποιοι φίλοι παρεξήγησαν το σημείωμα της περασμένης Παρασκευής. Παραδόθηκαν στη γοητεία της συνήχησης και συνέδεσαν τον Gigi l’ Amoroso με τον G.G. Κώστα. Οχι· εγώ είχα στον νου τον Βαγγέλη και γι’ αυτόν το έγραψα. Μα ποιος άλλος έχει «l’ oeil de velours comme une caresse»;