ΑΠΟΨΕΙΣ

Ποια συναίνεση, ποιες μεταρρυθμίσεις

Δ​​εν βλέπω τον λόγο να εκπλήσσομαι. Η βιομηχανία της μόδας ανακυκλώνει τα πάντα. Ως και οι αηδέστερες εκφάνσεις της σεβεντίλας (οι καμπάνες, τα λουλουδάτα πουκάμισα, ο Βαρουφάκης κ.λπ.) επέστρεψαν στη μόδα. Γιατί όχι λοιπόν και η συναίνεση; Εκανε στροφή η πλοκή του έργου στο οποίο παίζουμε, όπως έχετε καταλάβει. Ο πρωθυπουργός ζητεί πια ανοικτά τη συναίνεση των πολιτικών δυνάμεων. Των ίδιων που αυτός υπονόμευε και αποδομούσε συστηματικά ως αντιπολίτευση. Αλλά ―τι να κάνουμε;― αυτές διαθέτουμε ή «διατίθουμε», όπως θα έλεγε και ο πρωθυπουργός Αλέξιος Τσίπρας.

Ας προσπεράσουμε την προφανή ειρωνεία, γιατί το σημαντικό εδώ είναι ότι ο πρωθυπουργός επείγεται ιδιαιτέρως, σαν να αντιδρά σε κάτι που τον φοβίζει. Το βλέπουμε στο γεγονός ότι τηλεφωνεί στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και θέτει ζήτημα συμβουλίου πολιτικών αρχηγών, ενώ βρίσκεται σε επίσημη επίσκεψη στο εξωτερικό. Τέτοια πρεμούρα δικαιολογείται, αν πληροφορήθηκε από την Αθήνα κάποια επικίνδυνη εξέλιξη την οποία εμείς αγνοούμε ― λ.χ., τη σύμπηξη ενός μετώπου 5-6 βουλευτών αποφασισμένων να καταψηφίσουν το Ασφαλιστικό. Κάτι τέτοιο είναι δυνατό και ίσως πιθανό. Εκτός από τα ιδεολογικά και συνειδησιακά θέματα, την ενότητα της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ απειλούν και ορισμένα επιχειρηματικά συμφέροντα, καθώς και η πίεση της ομάδας των 53, όσο και αν η κυβέρνηση προσπαθεί να κατευνάσει τα πνεύματα στους 53 με απερίσκεπτες παραχωρήσεις σε άλλα ζητήματα.

Δεν θα βρει όμως τη συναίνεση η κυβέρνηση, διότι προϋποθέτει κάποιο μίνιμουμ εμπιστοσύνης. Από αυτή όμως δεν υπάρχει ούτε ψήγμα. Ο Τσίπρας, σε εξωτερικό και εσωτερικό, ελίχθηκε χρησιμοποιώντας αφειδώς το ψέμα, αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις. Ολοι αυτοί, στους οποίους απευθύνεται τώρα υποσχόμενος διάφορα, ξέρουν πια με τι ακριβώς έχουν να κάνουν.

Ο Σταύρος, ας πούμε, που κάποτε άνθιζε μέσα στο θερμοκήπιο του Μαξίμου, μετά την εκλογική αποτυχία δεν θέλει ούτε να ακούει για Τσίπρα ― μιλούμε για την ψυχολογία της προδομένης ερωμένης, εντελώς. Η Ν.Δ. δεν υπάρχει. Το δε ΠΑΣΟΚ είναι απολύτως αρνητικό· φρόντισαν μάλιστα να διοχετεύσουν στον Τύπο την οργή της Φώφης κατά τη συνδιάλεξη με τον πρωθυπουργό (για όσους θεωρούν την οργή της Φώφης παράγοντα ενισχυτικό της σοβαρότητας μιας κατάστασης…). Χαρακτηριστικό των δυσκολιών του εγχειρήματος της συναίνεσης (αλλά και της γενικότερης κατάντιας) είναι ότι το μεσημέρι της Παρασκευής ήταν «είδηση» ότι ο πρόεδρος Β. Λεβέντης μας αποκάλυψε την πρόσκληση του πρωθυπουργού να μιλήσουν για το πρόγραμμα της Ενωσης Κεντρώων…

Εν πάση περιπτώσει, το δίλημμα «σταθερότητα με πολιτική Τσίπρα ή ακυβερνησία με ό,τι αυτή συνεπάγεται» είναι πολύ πιθανό να το βρούμε μπροστά μας και σύντομα. Προσωπικώς, το παρακάμπτω, γιατί αναρωτιέμαι τι να την κάνουμε τη συναίνεση (αν τη βρούμε), αφού μεταρρυθμίσεις δεν θέλουμε. Ο αντίλογος, βέβαια, είναι ότι η υπερψήφιση του Ασφαλιστικού θα αποτελεί μεταρρύθμιση, η χώρα θα έχει γυρίσει σελίδα. Σύμφωνοι· μετά όμως τι γίνεται; Φαντάζεται κανείς αυτή την κυβέρνηση να εφαρμόζει τη μεταρρύθμιση ή αυτόν τον πρωθυπουργό να τηρεί τις υποσχέσεις με τις οποίες θα την έχει αποσπάσει;

Το κακό είναι βαθύτερο και ο καλύτερος τρόπος για να το πω με την απαραίτητη λεπτότητα είναι μέσω της ιστορίας του μηχανογραφικού συστήματος του ΣτΕ: της καρδιάς του διοικητικού συστήματος της χώρας, αν μου επιτρέπετε την τετριμμένη μεταφορά, καθώς δεν μου βρίσκεται άλλη. Ομολογουμένως, αγνοούσα πλήρως ότι το ΣτΕ, καθώς όλα τα άλλα διοικητικά δικαστήρια της χώρας, διαθέτουν σήμερα ένα τόσο σύγχρονο σύστημα ψηφιοποίησης των διαδικασιών τους, ώστε να μπορεί κάποιος να καταθέτει ηλεκτρονικά ένα δικόγραφο, χωρίς να χρειάζεται φυσική παρουσία στο δικαστήριο: με ένα κλικ, που λέμε. Οταν το έμαθα, φυσικά ένιωσα περήφανος ως Ελλην (και ως Ελ!) και αμέσως ρώτησα πόσο καιρό λειτουργεί αυτό το σύστημα ―κάτι παραπάνω από δύο χρόνια, μου είπαν― και πόσοι το χρησιμοποιούν. Επιφυλάσσομαι να σας πω παρακάτω την απάντηση που έλαβα στο δεύτερο ερώτημα. Αξίζει προηγουμένως να εξιστορήσω πώς στήθηκε όλο αυτό το κατόρθωμα.

Ξεκίνησε το 1992 με προσωπική πρωτοβουλία δικαστών, η οποία από το 1996 και έπειτα απέκτησε ευρύτερη στήριξη και ορμή. Αρχικά, ο στόχος ήταν να αποκτήσει το ΣτΕ ηλεκτρονική βάση δεδομένων με όλη τη νομολογία αποδελτιωμένη, ώστε ο ενδιαφερόμενος να βρίσκει αμέσως αυτά που τον αφορούν. Το πρόγραμμα εντάχθηκε τότε στις ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις, όμως το ΣτΕ έκανε και κάτι περισσότερο από αυτό: δημιούργησε εκ των ενόντων τις δικές του διοικητικές δομές, ώστε να διαπραγματεύεται απευθείας με την Ε.Ε. χωρίς την παρεμβολή υπουργείων και άλλων υπηρεσιών. Το αποτέλεσμα ήταν η ταχύτερη απορρόφηση και αξιοποίηση ευρωπαϊκών κονδυλίων, ώστε σήμερα η ψηφιοποίηση της διοικητικής δικαιοσύνης να έχει ολοκληρωθεί, ενώ τα άλλα δικαστήρια της χώρας να βρίσκονται ακόμη στο 30% της πραγματοποίησης του έργου. Ολο αυτό δεν έγινε επειδή κάποιοι πεφωτισμένοι το συνέλαβαν και είπαν «γεννηθήτω ψηφιοποίηση». Εγινε επειδή και αυτοί που το συνέλαβαν και οι άλλοι δικαστικοί κάθε βαθμίδας που το έστησαν, καθώς και οι ηγεσίες του δικαστηρίου που το πίστεψαν και το υποστήριξαν, όλοι τους δούλεψαν από αγάπη και περηφάνια για τη δουλειά τους και την επιστήμη τους.

Παραλείπω τα προφανή περί της χρησιμότητας του συστήματος αυτού και πόσο συμβάλλει στην ταχύτερη απόδοση της δικαιοσύνης, για να φθάσω στο ερώτημα που άφησα αναπάντητο: πόσοι δικηγόροι έκαναν χρήση της δυνατότητας ηλεκτρονικής κατάθεσης δικογράφου. Αν θυμάμαι καλά, επτά τον τελευταίο χρόνο και ίσως δώδεκα συνολικά, αφότου λειτουργεί το σύστημα. Ο λόγος είναι ότι η κατάθεση δικογράφου διά της φυσικής παρουσίας δεν έχει κόστος (καταβάλλεται όταν η υπόθεση πάει σε ακρόαση), ενώ διά της ηλεκτρονικής οδού το δικαστικό τέλος (300 ευρώ ή κάτι τέτοιο) καταβάλλεται αμέσως. Παραλείπω τα επίσης προφανή για το πώς η υποχρεωτική εφαρμογή της ηλεκτρονικής κατάθεσης δικογράφου θα περιόριζε τη δικομανία ― αυτή την αισχρή εκμετάλλευση και επιβάρυνση της Δικαιοσύνης. Και μένω σε αυτό που διακρίνω στο βάθος: ότι, σε μια κοινωνία κατακερματισμένη, όπου κάθε ομάδα αγωνίζεται εις βάρος όλων των άλλων, πολύ απλά δεν τις θέλουμε τις μεταρρυθμίσεις. Μην κοροϊδευόμαστε…