ΑΠΟΨΕΙΣ

Πού θα βρεθούμε εμείς

​​Εκείνους που ξέρουν καλύτερα, τους επαΐοντες, εγώ τους ακούω πάντα με προσοχή και συνήθως δεν χάνω. Καιρό τώρα, μου έλεγαν, φερ’ ειπείν, ότι τα χρήματα του κράτους, δηλαδή της κυβέρνησης, τελειώνουν τον Φεβρουάριο (συμπτωματικώς, την περίοδο των μασκαράδων). Και ιδού η επαλήθευση: μπροστά στο ενδεχόμενο να μην ολοκληρωθεί η αξιολόγηση και να μην εκταμιευθεί το ένα δισ., η κυβέρνηση έκανε τη στροφή αστραπιαία (να φαντασθείτε ότι ο Σπίρτζης δεν πρόλαβε ούτε ένα βογγητό να βγάλει) και μάζεψε πίσω το «παράλληλο πρόγραμμά» της. Ολα αυτά, να το επαναλάβω, για ένα δισ. Τόσο άσχημα.

Είναι γνωστό –και υπερεκτιμημένο από την πλευρά της κυβέρνησης– ότι όσο η διεθνής κατάσταση παραμένει το ίδιο επικίνδυνα ρευστή, δεν τίθεται θέμα Grexit από την πλευρά της Ευρώπης. (Το υπαινίσσεται ενίοτε ο Σόιμπλε, είναι αλήθεια· αλλά είμαι βέβαιος ότι το κάνει περισσότερο για να σπάει πλάκα με τις αντιδράσεις στην Ελλάδα…) Από την άλλη πλευρά, το τελεσίγραφο των θεσμών, που έστειλε το παράλληλο πρόγραμμα στο παράλληλο σύμπαν, φανερώνει ότι κάποια επιείκεια ή ευελιξία της Ευρώπης γύρω από το θεματάκι μας δεν σημαίνει ότι δημιουργούνται περιθώρια ανατροπής του προγράμματος. Αυτό που συμβαίνει και περιμένουν από εμάς οι εταίροι είναι ότι προσαρμόζουμε τον βηματισμό στις δυσκολίες των περιστάσεων, αλλά ούτε σταματάμε ούτε κάνουμε πίσω.

Η περιπέτεια με το παράλληλο πρόγραμμα δείχνει και κάτι ακόμη: πόσο εύθραυστη είναι η κοινοβουλευτική πλειοψηφία των 153, όσο και αν ο πρωθυπουργός δηλώνει ασφαλής με αυτήν. Η σπουδή και η επιπολαιότητα στην κατάρτιση του προγράμματος αντανακλούν ασφαλώς την απίθανη ανικανότητα αυτής της κυβέρνησης. Μας δίνουν όμως και ένα μέτρο για να αντιληφθούμε τις πιέσεις που έρχονται από την κοινοβουλευτική ομάδα και τη δυσφορία που βράζει, ενόψει δυσκολότερων ψηφοφοριών.

Μιλούμε για μια ιδιαίτερη κατηγορία ανθρώπων που μας κυβερνούν. Με τον βαθμό της ιδιορρυθμίας τους, νομίζω ότι τουλάχιστον οι τακτικοί αναγνώστες αυτής της στήλης μάλλον δεν είναι εξοικειωμένοι. Για τον λόγο αυτόν είναι χρήσιμο να φωτίσω κάπως την περίπτωση ενός υπουργού με ένα περιστατικό που ορισμένοι ίσως σνομπάρουν ως κουτσομπολίστικο, αλλά έχει την αξία του ως προς την κατανόηση της ποιότητας και της σοβαρότητας των ανθρώπων που είναι στην κυβέρνηση και παίρνουν τις αποφάσεις.
Προσφάτως ο υπουργός Ναυτιλίας Θ. Δρίτσας δέχθηκε στο γραφείο του εκπροσώπους του ελληνικού εφοπλιστικού «κομίτι» του Λονδίνου, οι οποίοι και είχαν ζητήσει τη συνάντηση. Η συνάντηση διήρκεσε δυόμισι ώρες, αλλά επί μιάμιση ώρα ο υπουργός Ναυτιλίας τούς έλεγε πόσο δίκιο είχε η σύζυγός του κυρία Τασία στο μεταναστευτικό. Εντάξει! Ολοι καταλαβαίνουμε τι τραβάει στο σπίτι του ο Δρίτσας και κάποιοι τον συμπονούν. (Οι τελευταίοι είμαι βέβαιος ότι υπάρχουν, μολονότι προσωπικώς δεν γνωρίζω κανέναν τους.) Αλλά, με την κατάσταση ως έχει σε όλα τα ανοικτά μέτωπα, εκεί βρήκε την ευκαιρία να ξεσπάσει τον καημό του; Ας πήγαινε με την παρέα της Ολγας να ρίξει μια γυροβολιά στα μπουζούκια. Πάντως, οι ιδιότητες που υπονοεί η συμπεριφορά αυτή, όπως περιγράφεται στο παραπάνω περιστατικό, μας δίνουν μιαν αντίληψη των ορίων αντοχής και της κυβέρνησης και της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. (Φαντασθείτε, δε, ότι όσοι έχουν θέση στην κυβέρνηση υποτίθεται ότι είναι η αφρόκρεμα εν σχέσει με την Κ.Ο.)

Οσο αυτοί βολοδέρνουν –με τρόπο μάλιστα τόσο άτσαλο που σε κάνει να υποψιάζεσαι όχι απλώς ότι δεν είναι εξοικειωμένοι με τη δουλειά γενικώς, αλλά ότι ούτε καν ξέρουν πώς γίνεται– η Ευρώπη αλλάζει. Πρόσωπα τα οποία έχουν τη δυνατότητα να παρακολουθούν τις ευρωπαϊκές εξελίξεις από πλεονεκτική θέση (λόγω γνωριμιών και πείρας) τείνουν στη διαπίστωση ότι η αλλαγή της «γεωμετρίας» των ευρωπαϊκών δομών είναι αναπόφευκτη.

Η κρίση του ευρώ είναι μεν «εν αποδρομή», όπως έλεγαν κάποτε οι γιατροί, αλλά δεν έχει περάσει· ο δε κίνδυνος της αναζωπύρωσης υπάρχει. Ταυτοχρόνως, το μεταναστευτικό ουσιαστικά παύει, καταργεί, καταλύει, πείτε το όπως σας αρέσει, το Σένγκεν, δηλαδή την ελευθερία μετακίνησης εντός των εσωτερικών συνόρων της Ευρώπης: τον δεύτερο, μετά το ευρώ, βασικό πυλώνα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Στην κατάσταση αυτή επενεργούν και άλλοι παράγοντες, στους οποίους εμείς –βυθισμένοι στην υπόθεσή μας– δεν δίνουμε σημασία και οι οποίοι θα έχουν επίδραση στα πράγματα, όπως, λ.χ., οι διαφωνίες σε θέματα εξωτερικής πολιτικής της Ε.Ε. μεταξύ των ανατολικών χωρών (της ιστορικής διεύρυνσης του 2004) και των παλαιότερων μελών. Τι μπορεί να γίνει;

Η απάντηση «τίποτε» αποκλείεται εκ των προτέρων. Ο λόγος είναι ότι το κόστος της πλήρους κατάρρευσης θα είναι οπωσδήποτε βαρύτερο για όλους τους συμμετέχοντες στο ευρωπαϊκό εγχείρημα, παρά η προσαρμογή των δομών του συστήματος, προκειμένου η Ευρώπη και οι θεσμοί της να διατηρηθούν και να συνεχίσουν. Η αλλαγή έρχεται, λοιπόν· και το ερώτημα είναι εμείς πού θα βρεθούμε όταν θα έχει έλθει.

Είμαστε, έκτο χρόνο πια, υπό οικονομικό έλεγχο. Πόσο φαντάζεσθε ότι θα μπορέσουμε να συνεχίσουμε έτσι, συντηρούμενοι με χαρτζιλίκια και υπό αυστηρή κηδεμονία; Για πόσο θα αντέξει το σύστημα εδώ, προτού καταρρεύσει; Οσον αφορά δε το μεταναστευτικό, που εκτός των άλλων απειλεί και την ίδια τη δημοκρατική τάξη στην Ευρώπη, ούτε θα καταλάβουμε για πότε θα βρεθούμε εκτός Σένγκεν, αν οι προσπάθειες που γίνονται τώρα από την Ευρώπη δεν αποδώσουν. Αν εμείς δεν μπορούμε να κλείσουμε την πόρτα μας στο μεταναστευτικό, θα κλείσουν εκείνοι τη δική τους πόρτα σε εμάς. Από μια παρόμοια κατάσταση, στην οποία η Ελλάδα δεν θα μετέχει στους βασικούς θεσμούς της Ενωσης, οι μόνοι που μπορούν να ωφεληθούν είναι ο Τσίπρας και οι φίλοι του.

Το συμπέρασμα (μέρα που είναι…) λέει ότι χρειαζόμαστε επειγόντως αντιπολίτευση. Φαντάζομαι ότι απόψε θα ξέρουμε αν θα μπορέσουμε να την αποκτήσουμε.