ΑΠΟΨΕΙΣ

Ζήτω τα γενέθλια, κάτω η γιορτή

06s2fal

Ο Δεκέμβριος και ο Ιανουάριος είναι «οι μήνες οι σκληροί», για να παραφράσω τον Ελιοτ. Ο λόγος είναι ότι αυτούς τους δύο μήνες συγκεντρώνονται οι περισσότερες ονομαστικές εορτές, δηλαδή οι –κατά τη γνώμη μου– πιο άχρηστες και περιττές από τις γιορτές. Βέβαια, όταν είσαι μικρός σού αρέσει η ονομαστική γιορτή σου, κυρίως επειδή παίρνεις δώρα. Μεγαλώνοντας όμως, καταλαβαίνεις ότι η μόνη σημαντική γιορτή για σένα και τους φίλους σου είναι η ημερομηνία της γέννησής σου, τα γενέθλιά σου. (Η άλλη εξίσου σημαντική ημερομηνία είναι η ημέρα του θανάτου σου, αλλά δεν μπορεί να θεωρηθεί γιορτή, παρεκτός από τους εχθρούς σου…)

Η υπεροχή των γενεθλίων έναντι της ονομαστικής εορτής νομίζω ότι δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Ολοι γνωρίζουμε ότι η ζωή είναι μία φορά. Κατά συνέπεια, η ημερομηνία της γέννησης είναι προφανώς σημαντικότερη από μια ημερομηνία που η οποιαδήποτε θρησκευτική παράδοση έχει συνδέσει με το όνομά σου. Περισσότερο, όμως, είναι ζήτημα κοινωνικής λειτουργίας. Συγκεκριμένα, το ενοχλητικό με την ονομαστική εορτή είναι ότι, επειδή το όνομα του καθενός μας είναι γνωστό, η γιορτή δίνει την ευκαιρία σε τρίτους να καλλιεργήσουν τη σχέση τους με τον εορτάζοντα διά των ευχών. Είναι, δηλαδή, μια δημόσια γιορτή η ονομαστική, εν αντιθέσει με τα γενέθλια, που είναι η κατεξοχήν ιδιωτική γιορτή, επειδή την ημερομηνία γέννησης μπορούν να τη γνωρίζουν μόνον όσοι θέλουμε εμείς να τη γνωρίζουν και, συνεπώς, δεν προσφέρεται για ασκήσεις δημοσίων σχέσεων. Με άλλα λόγια, ο εορτασμός των γενεθλίων είναι μια γιορτή της ελεύθερης βούλησης: εσύ επιλέγεις εκείνους που θέλεις. Η ονομαστική εορτή, όμως, είναι μια κοινωνική σύμβαση που αποκλείει την ελεύθερη βούληση. Τι να πεις σε κάποιον που σου εύχεται «χρόνια πολλά»· «όχι, ευχαριστώ»; Δεν λέγονται τέτοια πράγματα, παρά μόνο για πλάκα.

Τι κάνουμε, λοιπόν, για να γλιτώσουμε από την ονομαστική εορτή. Απλούστατο: δεν βγαίνουμε από το σπίτι και κλείνουμε το τηλέφωνο. Το δυσκολότερο, όμως, είναι τι κάνουμε με τις ονομαστικές εορτές των άλλων – γιατί, αντιλαμβάνομαι ότι η άποψή μου περί εορτών είναι βαθύτατα αντιδημοφιλής, όμως ο σκοπός είναι να ασκήσω την ελευθερία μου, αλλά όχι εις βάρος των αισθημάτων του άλλου, ο οποίος είναι πιθανό να περιμένει ευχές για τη γιορτή του. Εγώ το έχω λύσει, ευχόμενος σε κάθε φίλο ή γνωστό την ημέρα της γιορτής του, «χρόνια πολλά για τα γενέθλιά σου». Οι περισσότεροι το θεωρούν εκκεντρικότητα, ως ευχή όμως έχει μεγαλύτερη αξία.

Πλήρης ημερών

Γεννήθηκα δέκα χρόνια μετά το τέλος του Εμφυλίου, έτσι η μοναδική «επανάσταση» που έζησα στη ζωή μου ήταν –ευτυχώς– η ροκ μουσική. Ομως, το είδος του ροκ που έπαιζαν οι Μότορχεντ ποτέ δεν με απασχόλησε – το θεωρούσα ως έναν τύπο ψυχασθένειας. Οσο για τους ανθρώπους που είτε κάνουν αυτή τη «μουσική» (επισήμως, λέγεται «thrash metal») ή την ακούν, απέδιδα την ανεξήγητη ελευθερία τους στη γενική φιλελευθεροποίηση που επικράτησε στην Ψυχιατρική μετά τη δεκαετία του 1960. Φαίνεται όμως ότι, με την απόρριψη αυτού του είδους της ροκ, μάλλον έχασα κάτι, αν κρίνω από την υπερβολή του πένθους στα ΜΜΕ και τα social media εξ αφορμής του θανάτου του Λέμι των Μότορχεντ στις 28 Δεκεμβρίου. (Εκτός εάν ο θόρυβος στην Ελλάδα γύρω από το γεγονός αποδίδεται στην απουσία ειδήσεων λόγω Χριστουγέννων, πράγμα διόλου απίθανο…)

Διαβάζοντας για τον μακαρίτη στις ξένες εφημερίδες, κατ’ αρχάς φρίττεις, έπειτα απορείς πώς κατάφερε ένας τέτοιος άνθρωπος –ο ορισμός του χαμένου κορμιού– και έφθασε τα εβδομήντα. Επί σαράντα χρόνια έπινε ένα μπουκάλι Jack Daniels τη μέρα – δηλαδή, πρέπει να ήπιε περί τις 14.600 μπουκάλια. Ισως στον υπολογισμό θα έπρεπε να προστεθούν και 3.650 μπουκάλια βότκας, καθώς τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του, αφότου έμαθε ότι έπασχε από διαβήτη, είχε αντικαταστήσει το μπέρμπον με τη βότκα. Το άλλο του καύσιμο ήταν η κοκαΐνη και οι αμφεταμίνες, με τα οποία μπορούσε να μένει ξύπνιος για μέρες. Τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια είχε εγκατασταθεί στο Λος Αντζελες, όπου, μαζί με την τεράστια συλλογή του από ναζιστικά σύμβολα, ζούσε σε ένα διαμέρισμα για το οποίο ισχυριζόταν ότι ποτέ του δεν το είχε καθαρίσει.

Το παρήγορο σε αυτήν τη νεκρολογία θα ήταν αν μπορούσε να κλείσει με τη φράση ότι «δεν άφησε απογόνους». Δυστυχώς, άφησε δύο γιους, από διαφορετικές γυναίκες. Τουλάχιστον όμως στον πρώτο φέρθηκε αξιοπρεπώς: τον έδωσε για υιοθεσία και δεν τον αναζήτησε ποτέ. «Φαντάζομαι», έλεγε, «ότι αν πάω να τον αναζητήσω από περιέργεια, θα μπορούσα να καταστρέψω τη ζωή του. Ετσι είναι καλύτερα για όλους που δεν το έκανα. Ποτέ δεν τον συνάντησα και ποτέ δεν μου λείπει». Σε αυτό τουλάχιστον έκανε το σωστό…

Ο θεός της αγάπης

Στην αρχή τον παρεξήγησα. Νόμισα ότι, με αφορμή την ψήφιση του συμφώνου, ο μητροπολίτης Κορίνθου είχε υπερβεί και αυτόν τον Αμβρόσιο σε κακότητα. Οχι, όμως· απλώς τον ξεπέρασε σε ανοησία. Διότι η ευχή του προς τον Τσίπρα (να δει τα παιδιά του να κάνουν χρήση του συμφώνου συμβίωσης) αποκαλύπτει πόσο εξωπραγματική είναι η εικόνα της Εκκλησίας για την ομοφυλοφιλία, αλλά και πόσο αναγκαία ήταν, εν τέλει, η θεσμοθέτηση του συμφώνου από την κυβέρνηση. Η Εκκλησία –όπως ακριβώς και το ΚΚΕ– νομίζει ότι η ομοφυλοφιλία είναι ζήτημα κοινωνικών συνθηκών και, επομένως, ότι εξαλείφεται εφόσον ελεγχθούν οι κοινωνικές συνθήκες. Αγνοεί ότι, σε μεγάλο βαθμό, είναι ζήτημα γενετικό – δηλαδή, «λαχείο». Αγνοεί επίσης ότι το ποσοστό των ομοφυλοφίλων στον ανθρώπινο πληθυσμό κατά πάσα πιθανότητα ξεπερνά το 10%. Επομένως, θεσπίζοντας και για τους ομοφυλοφίλους τα ανάλογα αστικά δικαιώματα που ισχύουν και για τους μη ομοφυλοφίλους, ναι, συμβάλλουμε κατά τι στην ευτυχία των παιδιών μας. Και αφήστε τους παπάδες να λένε…