ΑΠΟΨΕΙΣ

Παιχνίδι με σπίρτα σε πυριτιδαποθήκη

Ε​​να παιδάκι χαμένο στο σκοτάδι. Αν ένα παιδάκι χαθεί σε σκοτεινό κτίριο, ένα κουτί σπίρτα ίσως του επιτρέψει να βρει την έξοδο ή έστω τον διακόπτη. Αν όμως το κτίριο είναι αποθήκη εκρηκτικών, ίσως η προσφορά σπίρτων να μην είναι καλή ιδέα.

Το σύστημα συντάξεων πολλές φορές προσέφερε φαινομενικά ευρηματικές λύσεις που έβγαζαν τη χώρα από άμεσα αδιέξοδα. Επειδή όμως δεν υπήρχε κατανόηση του λαβύρινθου στον οποίο βρισκόμαστε, η διαφυγή δεν ήταν παρά φυγή προς τα εμπρός. Το πρόβλημα παρέμενε, μόνο που μεταφερόταν στο μέλλον. Αργότερα, το ξαναβρίσκαμε, συνήθως χειρότερο. Αν και ξέραμε ήδη από το 1987 ότι «οι συντάξεις ήταν ωρολογιακή βόμβα», η κάθε κυβέρνηση φρόντιζε απλώς να μη σκάσει στα δικά της χέρια, αλλά να μεταφερθεί, μεγαλύτερη και πιο απειλητική, στα χέρια του επόμενου. Ωσπου, τελικά, δεν υπήρχε επόμενος.

Η αφήγηση της χρεοκοπίας της χώρας είναι γνωστή σε όλους. Λιγότερο γνωστά (και άρα πολύ πιο επικίνδυνα) είναι παραδείγματα από πιο τεχνικές περιοχές. Το κείμενο αυτό εξιστορεί μια τέτοια «φυγή προς τα εμπρός»: την ιστορία των επικουρικών συντάξεων από το 1983. Μετά εξετάζει μήπως η σημερινή στρατηγική Κατρούγκαλου έχει κοινά σημεία. Μήπως παίζουμε πάλι σε πυριτιδαποθήκη;
«Λύση» το 1983. «Βραχνάς» το 2016. Η πρώτη τετραετία του ΠΑΣΟΚ σημαδεύτηκε από ελλείμματα στις κύριες συντάξεις. Οπως και τώρα, ο περιορισμός δαπανών ήταν αδιανόητος. Ολοι αναζητούσαν πηγή.

Το 1983 κάποιος, πολύ ευχαριστημένος με το κατόρθωμά του, σκέφτηκε «την» λύση: Εκανε υποχρεωτική την επικουρική ασφάλιση για τους μισθωτούς, και μάλιστα με απλόχερο τρόπο. Υποχρεώθηκαν όλοι να πληρώνουν για τον νέο κλάδο, λαμβάνοντας σε αντάλλαγμα αυξημένα δικαιώματα, τα οποία θα άρχιζαν να εξασκούν μόνο δέκα χρόνια (και βάλε) μετά. Ο νέος υποχρεωτικός κλάδος επικουρικής ασφάλισης για είκοσι χρόνια είχε πολλά έσοδα και λίγα έξοδα – δηλαδή μεγάλα τρέχοντα πλεονάσματα. Τα πλεονάσματα αυτά «αξιοποιήθηκαν» για να γίνει ο εξορθολογισμός των κύριων συντάξεων. Ηδη, από το 1983, αυτοί που γνώριζαν μαθηματικά ήξεραν ότι ο νέος κλάδος είχε μεγάλο αναλογιστικό έλλειμμα. Αλλά αυτό δεν απασχόλησε κανέναν, τότε.

Μας απασχολεί όμως εμάς, τώρα. Γιατί;

Σε απλά ελληνικά: το τρέχον πλεόνασμα «έλυσε» το τότε πρόβλημα. Ομως, το τότε μικρό πρόβλημα προστέθηκε σε μεγαλύτερο πρόβλημα αργότερα. Εμείς τώρα πρέπει να λύσουμε και τα δύο. Ο λόγος είναι ότι οι υποσχέσεις που μάζευαν αυτοί που πλήρωναν εισφορές για επικουρική ασφάλιση ήταν συνολικά ανέφικτες. Τώρα που οι τότε ασφαλισμένοι ζητάνε τα λεφτά τους, δεν υπάρχει μία: (α) επειδή εξαρχής δεν θα έφταναν και (β) επειδή τα αποθεματικά του συστήματος επικουρικής ασφάλισης ξοδεύτηκαν για να μη διορθωθούν οι κύριες συντάξεις τη δεκαετία του ’80 και ’90.

Τα σημερινά προβλήματα της «ρήτρας μηδενικού ελλείμματος» των επικουρικών πηγάζουν από την ευρηματική «λύση» του 1983.

Γιατί να μην (ξανα)φύγουμε προς τα εμπρός; Το 2016 αντιμετωπίζουμε παρεμφερές πρόβλημα. Δεν υπάρχουν λεφτά και κινδυνεύουν οι κύριες συντάξεις. Η «λύση» της δεκαετίας του 2000 να δανειζόμαστε από το εξωτερικό δεν υφίσταται. Τα ευφάνταστα σχέδια για νέους κοινωνικούς πόρους και για αυξήσεις εισφορών προσκρούουν στη σκληρή πραγματικότητα. Τι να γίνει;

Ο κ. Κατρούγκαλος έχει μια καταπληκτική ιδέα, απόλυτα συμβατή, με την κρατική κοινωνική ασφάλιση: Γιατί, λέει, να μη δημιουργηθούν νέα δικαιώματα που να χρηματοδοτούνται με τη λογική της κρατικής ασφάλισης;

Αν προχωρήσουμε έτσι, τότε θα έχουμε (όπως και το 1983) περισσότερες εισπράξεις άμεσα και έτσι πληρώνουμε τις συντάξεις. Αυτοί που θα πληρώνουν παραπάνω το κάνουν γιατί θα πάρουν μεγαλύτερες συντάξεις αργότερα. Μπορεί τότε να μην υπάρχουν λεφτά για τα νέα δικαιώματα, αλλά η ευθύνη θα έχει περάσει σε άλλους.

Το κόλπο διευκολύνεται από το ότι το αναλογιστικό έλλειμμα δεν φαίνεται. Αλλά, με τη συνένωση των Ταμείων δεν θα γίνει αντιληπτό (ακόμη και να δημοσιεύονταν στοιχεία) ότι πληρώνουν κάποιοι και εισπράττουν άλλοι. Η τρόικα θα χαρεί επειδή ολοκληρώνεται το δικό της σχέδιο του 2010. Και όλα αυτά μέσα από τη λογική του «ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους».

Ο κ. Κατρούγκαλος εφαρμόζει τη λογική του διανεμητικού κρατικού συστήματος πιστά. Πράγματι, οι αυτοτελώς απασχολούμενοι έχουν μικρότερη προστασία. Οι συντάξεις τους, μάλιστα, βασίζονται σε επιχορηγήσεις και σε κοινωνικούς πόρους που έχουν καταργηθεί. Συνεπώς, γιατί να μην τους εξασφαλίσουμε την ίδια κάλυψη με τους υπόλοιπους; Πληρώνοντας τις ίδιες ποσοστιαίες εισφορές με τους μισθωτούς, θα έχουμε με ένα σμπάρο δύο τρυγόνια: οι αυτοτελώς απασχολούμενοι θα αποκτήσουν δικαίωμα για μεγαλύτερες συντάξεις (σε 15 χρόνια), το δε σύστημα συντάξεων θα πάρει περισσότερες εισφορές (άμεσα). Οι διευρυμένες εισφορές των αυτοαπασχολούμενων θα επιτρέψουν να μη μειωθούν οι κύριες συντάξεις των μισθωτών, οπωσδήποτε για τα επόμενα χρόνια. Μετά, σύμφωνα με το διανεμητικό σύστημα, έχει ο Θεός.

Ο τοίχος της πυριτιδαποθήκης. Οι προτάσεις, δηλαδή, αξιοποιούν ως άλλοθι την εξίσωση της κάλυψης σε όλο τον πληθυσμό για να μαζέψουν λεφτά για άμεσες ανάγκες. Η δικαιολογία που δίδουν είναι άψογη ως προς την προσήλωση στη λογική του συστήματος: εφαρμόζουμε τους ίδιους κανόνες για όλους. Πιθανόν να συμφωνήσει και η τρόικα, ίσως δε και οι εκσυγχρονιστές της αντιπολίτευσης.

Η λογική αυτή δούλεψε το 1983. Ομως είναι απίθανο να δουλέψει τώρα. Και αυτό για τρεις λόγους:

• Πρώτον, οι αυτοτελώς απασχολούμενοι δεν επιθυμούν τόσο υψηλή κάλυψη (και δεν δέχονται να πληρώνουν το απαραίτητο υψηλό ασφάλιστρο). Το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης τους υποχρεώνει να αγοράζουν κάτι πολύ μεγαλύτερο από αυτό που επιθυμούν.

• Δεύτερον, οι αυτοτελώς απασχολούμενοι αναγνωρίζουν ότι από το συμβόλαιο αυτό βγαίνουν (σχετικά) χαμένοι. Συνταξιοδοτούνται αργότερα και χάνουν περισσότερο από τον υπολογισμό της σύνταξης.

• Τρίτον, οι υποσχέσεις που παίρνουν σε αντάλλαγμα είναι ήδη απαξιωμένες. Οι περικοπές συντάξεων φρόντισαν ώστε κανείς να μην πιστεύει αυτά που του λέει το σύστημα.

Οι αυτοτελώς απασχολούμενοι, δηλαδή, υποχρεούνται να πληρώνουν πολύ για να τους χορηγηθεί υπόσχεση πολύ υψηλότερη από αυτή που επιθυμούν και την οποία ούτως ή άλλως δεν πιστεύουν. Για αυτούς, η όλη υπόθεση δεν είναι τίποτε άλλο παρά νέα, επαχθής, φορολογία. Το ότι αυτή η επαχθής φορολογία δικαιολογείται ως συνεπής εφαρμογή των κανόνων αλληλεγγύης της κοινωνικής ασφάλισης σηματοδοτεί ότι οι ίδιοι αυτοί οι κανόνες πάσχουν.

Με άλλα λόγια, το σύστημα συντάξεων στην Ελλάδα έχει φτάσει στα όριά του. Οποιαδήποτε προέκτασή του –όπως οι προτάσεις Κατρούγκαλου– απλώς υπενθυμίζει ότι το σύστημα οδηγεί σε αδιέξοδο.

Εχουμε ήδη προσκρούσει στον τοίχο της πυριτιδαποθήκης. Αν το παιχνίδι με τα σπίρτα οδηγήσει σε νέα έκρηξη, θα γκρεμίσει τον τοίχο. Δυστυχώς, όμως, όχι μόνο αυτόν.

* Ο κ. Πλάτων Τήνιος είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και στο London School of Economics.