ΑΠΟΨΕΙΣ

Καπνίζοντας σε καλό εστιατόριο του Κολωνακίου

Π​​ριν από λίγες ημέρες δείπνησα σε «καλό» εστιατόριο του Κολωνακίου. Καθώς ήμουν προσκεκλημένος, οι φίλοι που είχαν την ιδέα να φάμε εκεί άρχισαν να εκθειάζουν τη γαστρονομική του ποιότητα. «Και δεν επιτρέπεται το κάπνισμα!» ανακοίνωσε ένας εξ αυτών, με ύφος ενθουσιώδες, σχεδόν πανηγυρικό, που θα είχε νόημα (εφόσον μιλούσαμε για μια «κανονική» χώρα) αν έβλεπε ξαφνικά μπροστά του έναν ελέφαντα ή κάποιο σπάνιο αιλουροειδές της Αφρικής.

Εξωτικά ζώα δεν συνηθίζονται στους πρόποδες του Λυκαβηττού, επομένως όλοι δείξαμε να συμμεριζόμαστε τη γνήσια χαρά του για το γεγονός ότι εν έτει 2016 υπάρχουν στη χώρα εστιατόρια που σέβονται τον νόμο (του 2009, του «η Ελλάδα σβήνει το τσιγάρο» κι άλλα τέτοια ωραία).

Η ώρα περνούσε ευχάριστα, όπως πάντα περνάει ένα Σάββατο βράδυ με καλούς φίλους και καλό κρασί. Λίγο μετά τις 12 τα μεσάνυχτα αναδύθηκε από το βάθος του καταστήματος καπνός και πριν καλά καλά στρίψεις το κεφάλι σου μπορούσες άνετα να τον οσφρανθείς. Είμαστε τόσο καλά εκπαιδευμένοι στην οικεία, αυτή, οσμή που την αντιλαμβανόμαστε αμέσως εκείνες τις σπάνιες φορές που ένας γενναίος ιδιοκτήτης εστιατορίου ή μπαρ (λέμε τώρα…) έχει υπερασπιστεί έως τότε το δικαίωμα της πλειοψηφίας να διασκεδάσει σε περιβάλλον χωρίς καπνό.

Δεν ήμασταν παρανοϊκοί: όντως, τρία τραπέζια από εμάς, μια μεγάλη παρέα περνούσε εμφανώς καλά ανάβοντας τσιγαράκι. Ο φίλος που είχε νωρίτερα εξάρει την αποφασιστικότητα του ιδιοκτήτη τώρα ήταν περίπου έξαλλος. Φώναξε τον άνθρωπο που μας είχε υποδεχθεί στην είσοδο, έναν καλοντυμένο κύριο κοντά στα 40. Του επισήμανε διακριτικά την παρέα που κάπνιζε χωρίς ιδιαίτερες προφυλάξεις ή συστολή. Ο κύριος χαμογέλασε ελαφρώς αμήχανα, έδειξε να καταλαβαίνει, για να δώσει τελικά την απάντηση ότι «από μια ώρα και πέρα, όταν σκορπάει ο κόσμος, κάνουμε κι εμείς τα στραβά μάτια»…

Εντυπωσιασμένοι από τη δικαιολογία του μετρ, προσπαθήσαμε να συμμεριστούμε την ιδέα του για το περιεχόμενο της φράσης «από μια ώρα και πέρα» και, κυρίως, για την πεποίθησή του ότι το μαγαζί είχε σχεδόν αδειάσει. Η ώρα ήταν 12 και 20 βράδυ Σαββάτου, βρισκόμασταν (ακόμα) στην Αθήνα και όχι στο Ρέικιαβικ ή σε κάποια πολίχνη της Ουγγαρίας, και όπως θα περίμενε κανείς το εστιατόριο συνέχιζε να σφύζει από ζωή. Οπως συνέβαινε την ίδια ώρα σε εκατοντάδες εστιατόρια σε όλη την πόλη.

Εχω σκεφτεί πολλές φορές τι συμβαίνει με εμάς και είμαστε η μοναδική χώρα στην Ευρώπη που έγραψε στα παλιά της τα παπούτσια τον αντικαπνιστικό νόμο. Η αξιοσημείωτη συναίνεση για τη μη εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας, τόσο σε πολιτικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, μας πηγαίνει ξανά στην ίδια άβολη αφετηρία: η Ελλάδα, παρά τα αδιαμφισβήτητα άλματα και τις επιμέρους μεγάλες επιτυχίες που την οδήγησαν θεσμικά και γεωπολιτικά στην καρδιά της Ευρώπης, αρνείται πεισματικά να ενταχθεί πολιτισμικά στον αξιακό χάρτη της Δύσης. Η αντίσταση είναι εντυπωσιακή.