ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο διπολισμός ήταν μια κάποια λύση…

Ο​​σοι ήταν και –πιθανώς– είναι υποστηρικτές του πολυκερματισμού των πολιτικών δυνάμεων, μέσω της απλής αναλογικής και των κυβερνήσεων συνεργασίας, πρέπει να αισθάνονται περισσότερο απογοητευμένοι με την κατάσταση που προέκυψε μετά τις δύο τελευταίες αναμετρήσεις. Ο διπολισμός κατέρρευσε μεν, αλλά ούτε η πόλωση εξέλιπε ούτε βιώσιμα πολιτικά σχήματα, πέραν του ΣΥΡΙΖΑ και της Ν.Δ., έχουν δημιουργηθεί. Αυτό προκύπτει και από τις διεργασίες που συντελούνται για συμπαράταξη μικροτέρων κομμάτων, όπως το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι. Ακόμη απογοητευτικότερο είναι, όμως, το πείραμα συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ. Ο κ. Καμμένος πέτυχε στις δύο τελευταίες εκλογές (και ιδίως στη δεύτερη) να ξεπεράσει το 3% και να εισέλθει στη Βουλή, χάρη σε δύο ευφυή σποτάκια. Εμφανιζόταν ως ο άνθρωπος που θα τροχοπεδούσε τον κ. Τσίπρα για να μην εκτροχιασθεί και ως ο προστάτης που θα τον φρόντιζε όταν έσπασε το αριστερό του χέρι. Ταυτόχρονα, τα σποτάκια αναδείκνυαν και το χάσμα που χωρίζει τους «εθνοπατριώτες» ψηφοφόρους του κ. Καμμένου από την αριστερή εκλογική βάση του ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο η συνεργασία των δύο εταίρων έγινε χωρίς οποιαδήποτε προγραμματική συμφωνία, η οποία θα υπαγόρευε αμοιβαίες υποχωρήσεις και συμβιβασμούς.

Ο κ. Τσίπρας έδωσε στον κ. Καμμένο, σαν φέουδο, το υπουργείο Εθνικής Αμύνης, παραχωρώντας του πλήρη αυτοτέλεια, ενώ ο πρόεδρος των ΑΝΕΛ αποποιήθηκε κάθε έλεγχο ή συνεποπτεία σε όλους τους άλλους τομείς της κυβερνητικής πολιτικής. Απαιτείται απύθμενη υποκρισία, όταν απειλείς με αποχώρηση από την κυβέρνηση, εξαιτίας του λεκτικού λάθους του κ. Μουζάλα, ενώ την ίδια στιγμή δέχεσαι αδιαμαρτύρητα την καταιγίδα του αριστερισμού στη Δημόσια Διοίκηση, στη Δικαιοσύνη, στην Παιδεία, κοκ. Ταυτόχρονα με τον τρόπο αυτόν αποδεικνύεις ότι η συμφωνία συγκυβέρνησης έχει αμιγώς αμοραλιστικά κίνητρα και μικροκομματικούς στόχους. Εχω και άλλοτε υποστηρίξει πως η διακομματική συνεργασία στη διακυβέρνηση της χώρας δεν καθορίζεται από το εκλογικό σύστημα, ούτε επιβάλλεται από την αναπότρεπτη, υπό τις σημερινές συνθήκες, κατάρρευση του διπολισμού. Πρωτίστως απαιτεί πολιτική κουλτούρα, η οποία είναι ανύπαρκτη στη χώρα μας. Επίσης προϋποθέτει προγραμματικές συγκλίσεις, επί τη βάσει της εκλογικής δύναμης και επιρροής των υπό συνεργασία κομμάτων. Ολα τα πειράματα που επιχειρήθηκαν στη χώρα μας για διακομματικές συμπράξεις απέδειξαν ότι οι εταίροι προέτασσαν πάντοτε το κομματικό τους συμφέρον, και μάλιστα βραχυπρόθεσμα. Ο ισχυρότερος εταίρος επιχειρούσε να καθυποτάξει τον αδύνατο, ενώ ο δεύτερος πολιτευόταν εκβιαστικά, απαιτώντας τη μερίδα του λέοντος στην άσκηση και στη νομή της εξουσίας.

Με τα δεδομένα αυτά η κατάρρευση του διπολισμού επιδείνωσε την κατάσταση, με την εμφάνιση μικρών «αλλόκοτων» κομμάτων, όπως η Ενωση Κεντρώων, ή ανερμάτιστων, όπως το Ποτάμι. Αυτή η πρόσθετη απαξίωση του πολιτικού μας συστήματος ευνοεί καταφανώς τη σταθεροποίηση της Χρυσής Αυγής, όπως ενθαρρύνει και την εμφάνιση νέων μορφωμάτων στις παρυφές του συστήματος. (Περίπτωση κόμματος Καρατζαφέρη.) Ας προσθέσουμε, τέλος, πως οι «ατυχείς» επιλογές των ψηφοφόρων είναι σε απόλυτη συνάρτηση με τη συμπεριφορά και την ποιότητα των πολιτικών μας κομμάτων. Αυτά έχουν την πρωταρχική ευθύνη για την ανυποληψία της πολιτικής, η οποία οδηγεί στην ανεύθυνη και, όχι σπάνια, στη χλευαστική ψήφο.