ΑΠΟΨΕΙΣ

Η επόμενη μέρα, μόνο ανάσα ανακούφισης

Πολύ φοβάμαι ότι ο πρωθυπουργός δυσκολεύεται να κατανοήσει γιατί η οικονομία δεν πρόκειται να αναστηθεί μόλις περάσει από τη Βουλή τη δέσμη μέτρων της πρώτης αξιολόγησης. Πολιτικοί όπως αυτός, που ομνύουν στην παντοδυναμία του κράτους, συχνά απογοητεύονται όταν η οικονομία δεν αντιδρά στα κελεύσματα της κεντρικής εξουσίας. Ο κ. Τσίπρας δεν πήρε ποτέ «μαθήματα πραγματικής οικονομίας». Εμεινε με την εχθρότητα που διαπνέεται από τον πολιτικό του χώρο και την απουσία επαγγελματικής εμπειρίας. Γι’ αυτό ο ίδιος και το επιτελείο του δυσκολεύονται να εκτιμήσουν με ρεαλισμό την κατάσταση.

Πλην όμως, ο κ. Τσίπρας έχει πεισθεί, και σε αυτό δεν κάνει λάθος, ότι η αξιολόγηση είναι απαραίτητη για να ξεφύγει η οικονομία από τον κίνδυνο του Grexit, να προσελκυστούν διεθνείς επενδύσεις, να καταργήσει τα capital controls και να βελτιωθεί η ρευστότητα των τραπεζών.

Στην προσπάθεια αυτή, η συζήτηση για το χρέος θα δώσει σημαντική ώθηση. Οι συναντήσεις που θα γίνουν στην Ουάσιγκτον, στο περιθώριο της Συνέλευσης του ΔΝΤ, θα δώσουν το εναρκτήριο λάκτισμα στη διατύπωση των βασικών αρχών που θα ακολουθηθούν για την αναβίωση και εκπλήρωση της υπόσχεσης που έδωσαν τα κράτη του Εurogroup τον Νοέμβριο 2012 για την αναδιοργάνωση (remodelling) του χρέους.

Από πρακτικής άποψης, η επιστροφή της διαφοράς από την εξαργύρωση των ομολόγων που είχαν αποκτήσει στη δευτερογενή αγορά η ΕΚΤ και οι άλλες κεντρικές τράπεζες την άνοιξη-καλοκαίρι 2010, η οποία σταμάτησε εξαιτίας λαθών της υπουργίας Γιάνη Βαρουφάκη, θα συνεισφέρει αποφασιστικά στην ενίσχυση της ρευστότητας του κρατικού ταμείου. Ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Γ. Χουλιαράκης διαβεβαιώνει ότι πρόθεση της κυβέρνησης είναι να πληρώσει γρήγορα όλες τις υποχρεώσεις που έχει το κράτος, οι οποίες υπολογίζονται λίγο πάνω από τα 7 δισ. ευρώ. Η θετική επίπτωση στο ΑΕΠ αναμένεται να είναι σημαντική (γύρω στο +0,8%-1,0%) και θα αποτελέσει ισχυρό μοχλό ανάκαμψης σε συνδυασμό με την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στις μεσοπρόθεσμες προοπτικές της οικονομίας.

Το πακέτο μέτρων που θα συνοδεύει την αναμενόμενη θετική αξιολόγηση καλύπτει το 80% της μνημονιακής δημοσιονομικής προσαρμογής και καλύπτει τριετή ορίζοντα. Είναι ενδιαφέρον ότι θα συνδυαστεί με μια εξαετή περίοδο επίτευξης σημαντικών διαρθρωτικών στόχων που θα πρέπει να επιτυγχάνει η Ελλάδα, ταυτόχρονα με τη διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας μέχρι το 2023. Τότε και μόνον η Ελλάδα θα πάρει την πλήρη λύση για το χρέος. Η λύση θα έχει χαρακτηριστικά ανάκτησης της εμπιστοσύνης των κεφαλαιαγορών και θα αποτελέσει τη βάση για την άρση των capital controls και τη συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα νομισματικών διευκολύνσεων που εφαρμόζει η ΕΚΤ, δύο πολύ σημαντικές εξελίξεις που μπορεί να ολοκληρωθούν στις αρχές του φθινοπώρου.

Η αναδιοργάνωση του χρέους θα αφορά το σύνολο των ομολόγων (38 δισ. σε κυκλοφορία συν τα δάνεια του ΕΜΣ), θα προσδώσει 32 έτη μέσης διάρκειας των δανειακών υποχρεώσεων της χώρας και θα επιτρέπει την ανακεφαλαιοποίηση των τόκων, σε περίπτωση υπερβολικής αύξησης του ευρωεπιτοκίου.

Δυστυχώς όμως, τίποτε απ’ αυτά δεν αποτελεί πηγή καθαρής και αυτοσυντηρούμενης ανάπτυξης της οικονομίας. Αυτό που δεν αντιλαμβάνονται στην κυβέρνηση είναι ότι δεν διαθέτουμε καμία «πηγή ανάπτυξης» ικανή να ξεπεράσει τους φόβους που προξενεί το αντιεπιχειρηματικό πνεύμα της σημερινής διοίκησης. Με δυο λόγια, η επόμενη μέρα της αξιολόγησης κινδυνεύει να μην είναι τίποτε περισσότερο από μια βαθιά ανάσα ανακούφισης.