ΑΠΟΨΕΙΣ

Παλλόμενα έπη ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ

Ως αμυντική στάση, επιθετικογενής τακτική ή πηγαία, η αλαζονεία, αρχετυπικό γνώρισμα, απαντάται παντού. Μεταξύ πλουσίων και μη, ευφυών και βλακών, μορφωμένων, ανυποψίαστων, μονόχνωτων και ανασφαλών. Μάλλον συμφωνούμε πως στα ομηρικά έπη ξεδιπλώνονται αξεπέραστες σκηνές παθών με γενεσιουργό αίτιο την αλαζονεία, κάποιες φορές με ωμή παρέμβαση θεών της εποχής. Νόσος δύσκολα ιάσιμη η έπαρση, όσο κι αν καμουφλαρισθεί, αργά-γρήγορα αποκαλύπτεται. «Πας ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται», αλλά μεταξύ μας, πόσοι πιστεύουν ότι τους αφορά η ευαγγελική προειδοποίηση; Ανελέητος είρων ο Οσκαρ Ουάιλντ λέει στο τελωνείο: Δεν έχω να δηλώσω τίποτα εκτός από τη μεγαλοφυΐα μου. Η σκυτάλη σε έτερο ασεβή: κάθε πρωί όταν ξυπνάω, νιώθω ηδονή που είμαι ο Σαλβαντόρ Νταλί. Κι ο Τζορτζ Οργουελ οριοθετεί τη συλλογική φρεναπάτη: Κάθε γενιά νομίζει ότι είναι πιο έξυπνη από τη γενιά που πέρασε και πιο σοφή από αυτήν που ακολουθεί.

Η αλαζονεία, εχθρός της διαύγειας και της συναίνεσης, συχνά αρδεύεται από την πηγή του Νάρκισσου. Ο κ. Γιάννης Βαρουφάκης («εις εαυτόν» Γιάνης) κεντρικό πρόσωπο κορύφωσης του περυσινού δράματος, ήταν πρόκριτος των νεοαλαζόνων, λάλος άνευ ορίων, εξαρτημένος της προβολής και του αχαλίνωτου ακτιβισμού. Οταν το φαντασιακό τους σύμπαν εξερράγη, κατέστη κοινός ευπρόσβλητος στόχος για τους (πρώην) συνοδοιπόρους του. Απεδείχθη περίτρανα στη συνέχεια ότι ο κ. Βαρουφάκης ήταν μόνον ένας από τους χαρισματικούς υπουργούς-πανεπιστημιακούς για τους οποίους δεν στοιχειοθετείται ασυμβίβαστο: κάλλιστα μπορείς να διδάσκεις σε ανώτατο επίπεδο, προωθώντας παράλληλα εφηβικά ιδεώδη κατά την άσκηση του άλλου, καθοριστικού για τη ζωή ανθρώπων, πολιτικού λειτουργήματος. Σε αυτόν τον κόσμο τον μικρό τον μέγα. Πάντως, οι ενδείξεις κραύγαζαν. Το διάστημα της δημοσκοπικής απογείωσης, το ύφος, η τύφλωση του πρωτάρη, οι «έτοιμες λύσεις» των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, μιμούνταν την καθεστηκυία αλαζονεία των αντιπάλων τους, την εποχή του αδιατάρακτου δικομματισμού. Η νεόκοπη αρχηγική έπαρση (άγνοια κινδύνου, θεατρινισμός, «βαρουφακισμός») θα μείνει ανεξίτηλη. Το «γκο μπακ μαντάμ Μέρκελ» και οι χοροί των αγορών (στο Φεστιβάλ Αθηνών;) σαν άκουγαν το ελληνικό νταούλι, μόνον βαθιά απελπισμένους θα έπειθαν. Απεδείχθη τρις ότι ήσαν (ήμασταν) πολλοί.

Κι η μαδημένη αλαζονεία, τώρα πια, ντύθηκε στο θράσος. Ω, τι καθημερινό θέαμα παρελαυνόντων. Να βαφτίζουν τα απύθμενά τους ψεύδη, τις παλινωδίες, το κουβάρι της μυθοπλασίας τους, ως προαπαιτούμενα για το ευήλιο ελληνικό αύριο. Με μια φωνή κι αντάρα μάλιστα… Η αλαζονεία τους υπέγραψε τη διακήρυξη του νέου ελληνικού έπους, την ανάταξη της χώρας που αυτοί θα έφεραν εις πέρας, σίγουροι εφ’ όλης της ύλης.

Αλλά έχουν ακλόνητο άλλοθι. Παγκαλιστί, σε συριζανελική απόδοση, έχουν να λεν πως με την ψήφο μας κράτησαν όρθια και περήφανη την Ελλάδα.