ΑΠΟΨΕΙΣ

Γιουχαϊζόμενοι και γιουχαϊστές

​Φραστικά αλυχτίσματα, απειλές που κόβουν τον αέρα, πτύελα στοχευμένα, εκτοξεύσεις αυγών συνθέτουν τροπάριο αγανάκτησης. Και οι αντιδράσεις των εκτός παιδιάς; Μεγάλη γκάμα. Αμέτοχοι, παγεροί ή χαιρέκακοι θεατές, ίσως και θεατρίνοι αυτουργοί της υπόθαλψης διά της πλαγίας. Στον άλλον πόλο όσοι καταδικάζουν οποιαδήποτε εκδήλωση βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται. Ενδιαμέσως κινούνται –πολυπληθείς– οι αναλόγως των περιστάσεων αγόμενοι και φερόμενοι. Ομως ένας από τους άγραφους νόμους προειδοποιεί: Ρόδα είναι και γυρίζει. Ετσι, αναμενόμενα, την πάτησαν τα καλομαθημένα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, που τρέμουν πια την παρουσία τους στις αγορές και στα παζάρια. Αναγνωρίζουν άραγε σήμερα, όπως δήλωναν παλαιότερα, το τεκμήριο της ιεράς λαϊκής οργής και της αυθορμησίας στη νέα φουρνιά αγανακτισμένων και των πάλαι ποτέ κινηματιών του «Δεν Πληρώνω»; Ή φωτογραφίζουν τούς σε δημόσιο χώρο υβριστές τους ως κατευθυνόμενα όργανα κύκλων της μαύρης αντίδρασης;

Διαπόμπευση. Αυτός είναι, διαχρονικώς, ο στόχος, η εκδορά της προσωπικότητας του κατά συνθήκην βαλλόμενου («ψεύτη, καραγκιόζη, απατεώνα»). Χωρίς να αδικούμε ευφάνταστες πρακτικές άλλων λαών, οι χριστιανοί Βυζαντινοί άφησαν έντονη σφραγίδα και στην τέχνη της διαπόμπευσης. Ευτυχώς από τότε ο πολιτισμός μετεξελίχθηκε τόσο ώστε επίδοξοι μιμητές να μην τολμούν ούτε να το σκεφθούν. Ενα δείγμα γραφής, από τα πλέον ήπια: Ανέβαζαν τον διαπομπευόμενο καθισμένο ανάποδα σε γάιδαρο, αναγκάζοντάς τον να κρατά την ουρά του άτυχου ζώου. Ο όχλος ευφραινόταν ακόμα περισσότερο, γιατί του δινόταν η ευκαιρία να του πετά (νωρίτερα του είχαν κρεμάσει και κουδούνια) αποφάγια και περιττώματα (Φαίδων Κουκουλές,«Βυζαντινών βίος και πολιτισμός»). Βυζαντινή κληρονομιά και η πατροπαράδοτη μούντζα. Αλειφαν το πρόσωπο του περιαγόμενου με ασβόλη (καπνιά, φούμο), παίρνοντάς την με την παλάμη και κατόπιν άνοιγαν τα δάκτυλά τους. Την ασβόλη την έλεγαν και μούντζα (χρώμα μουντό), έτσι το μουντζώνω έγινε αδιάλειπτα ελληνοπρεπές σήμα κατατεθέν του ντροπιάζω, ξεφτιλίζω κ.λπ. Αλλά η πείρα του καθενός και όλων μαζί, από τα ασήμαντα έως τα ζωτικά, δείχνει ότι το πέρασμα από τη γιούχα και την κατάρα στον θυελλώδη κόσμο του πυξ και λαξ πολλές φορές διαρκεί μια ανάσα. Το περιγράφει ο Κωστής Παπαγιώργης («Οι ξυλοδαρμοί»): «Θαμμένες αισθήσεις, υποβρύχιες ροϊκότητες, εμφανίζονται ξαφνικά… η μετάλλαξη της βρισιάς σε πυγμή γίνεται επείγουσα επιστροφή από το έναρθρο στο άναρθρο».

Με κίνδυνο να γίνω φορτικός, υποκύπτω κατ’ εξαίρεσιν στον πειρασμό, αντιγράφοντας Καβάφη:«Κι’ αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,/ τούτο προσπάθησε τουλάχιστον/ όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις/ μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου/ μες στες πολλές κινήσεις κι’ ομιλίες». Ετσι που πατώσαμε (;), μες στη ζοφερή αναμόχλευση, ακούγεται προτρεπτικό –μοιραία…– για γιουχαϊστές και γιουχαϊζόμενους, διαπομπευτές και διαπομπευόμενους, εξαπατήσαντες και εξαπατηθέντες.