ΑΠΟΨΕΙΣ

Γιατί η συμφωνία δεν αρκεί από μόνη της

Οι κρατιστές πιστεύουν ότι αρκεί το κράτος να ενεργήσει και η οικονομία θα ανταποκριθεί κατ’ αναλογίαν. Οσοι πιστεύουν στην ελεύθερη οικονομία θεωρούν ότι η αγορά παραμένει ο τελικός κριτής. Μέχρις ενός σημείου και οι δύο έχουν το δίκιο τους. Πράγματι, η αγορά επηρεάζεται καθοριστικά από τις κρατικές ενέργειες. Οταν, για παράδειγμα, ο φόρος ανεβαίνει, το διαθέσιμο στην αγορά εισόδημα περιορίζεται, οι επενδύσεις λιγοστεύουν, οι τράπεζες δημιουργούν λιγότερο χρήμα, η οικονομική δραστηριότητα συρρικνώνεται και το εθνικό προϊόν μπαίνει σε ύφεση.

Αντιστρόφως, όταν και αν η κυβέρνηση οριστικοποιήσει τη συμφωνία της με τους ευρωσυνεταίρους μας, ούτε η οικονομία θα ανταποκριθεί ούτε η αγορά θα τρέξει, χωρίς κάποιες άλλες, πολύ σοβαρές, προϋποθέσεις.

Με άλλα λόγια, ενώ η επιβεβαίωση της πρώτης αξιολόγησης αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την επιστροφή της οικονομίας σε στέρεο έδαφος, δεν είναι αυτομάτως επαρκής σε ό,τι αφορά την κρίση της αγοράς.

Στις προβλέψεις για το τρέχον και το επόμενο έτος, οι οικονομολόγοι της Επιτροπής βελτίωσαν προηγούμενες εκτιμήσεις τους για την πορεία του ΑΕΠ το προηγούμενο και το επόμενο έτος. Η κυβέρνηση «πανηγύρισε» ότι η απαισιόδοξη εκτίμηση για ύφεση κατά -1,4% το 2015, που είχε γίνει το φθινόπωρο, μετατράπηκε τώρα σε ύφεση κατά μόνον -0,2%. Δεν πρόσεξε όμως ότι την περασμένη άνοιξη η εκτίμηση της Επιτροπής ήταν θετική, στο +0,5%, ενώ το φθινόπωρο 2014 εκτιμούσε ζωηρή ανάπτυξη +2,9%. Με άλλα λόγια, στον λογαριασμό των απωλειών που προκάλεσε η κυβέρνηση Τσίπρα, «χρωστάει» ήδη 3,1 μονάδες του ΑΕΠ.

Ακόμη χειρότερη είναι η εικόνα για το τρέχον έτος. Εκτιμάται τώρα πως το 2016 θα κλείσει με «μικρή» ύφεση -0,3%. Τον χειμώνα του 2014, όταν ξεκίνησε η περιπέτεια που ζούμε, η εκτίμηση έδειχνε ανάπτυξη κατά 3,6%. Αλλη μία διαφορά 3,9 μονάδων. Αθροιστικά, μόνον στη διετία 2015-2016 θα έχουμε χάσει 7 μονάδες εθνικού προϊόντος.

Ερχόμαστε στο 2017, για το οποίο η κυβέρνηση πιστεύει ότι «αυτομάτως» η οικονομία θα απογειωθεί και η εκτίμηση της Κομισιόν για αύξηση κατά 2,7% του ΑΕΠ θα επιβεβαιωθεί. Μακάρι! Αν και την άνοιξη του 2014 η εκτίμηση έδειχνε άνοδο 3,5%, μέσα σε τρία χρόνια θα έχουμε χάσει 8 εκατοστιαίες μονάδες ανάπτυξης.

Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι η Επιτροπή δεν βελτίωσε την εκτίμησή της, όπως έκανε για τα δύο προηγούμενα χρόνια. Σημείωσε, αντιθέτως, ότι η εκτίμηση «τελεί υπό μεγάλη αμφιβολία». Ακόμη και οι άνθρωποι του Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, που κάνουν ό,τι μπορούν για να διευκολύνουν τον κ. Τσίπρα, γράφουν πως ακόμη κι αν συμφωνηθεί μεταξύ των τεχνοκρατών των θεσμών η πολύπαθη αξιολόγηση, ακόμη κι αν το Eurogroup εγκρίνει την εκταμίευση της μεγάλης δόσης, ακόμη κι αν συμφωνηθεί η διευθέτηση του χρέους, κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος ότι τα πράγματα θα εξελιχθούν όπως προβλέπονται σήμερα.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μια θετική απόφαση του Eurogroup θα επιτρέψει στην οικονομία να πάρει «βαθιά ανάσα» ύστερα από δύο χρόνια δήθεν διαπραγματεύσεων, οι οποίες στην πράξη δεν ήταν παρά μια συνεχής βύθιση στην αβεβαιότητα.

Το στοίχημα είναι τώρα η επιστροφή της εμπιστοσύνης και όσα αυτή μπορεί να αποφέρει. Είναι αλήθεια ότι η ολοκλήρωση της παρούσας συζήτησης, εφόσον μάλιστα στεφθεί με επιτυχία και στο θέμα της αναμόρφωσης των παραμέτρων του χρέους που έχουμε έναντι του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης, των αρχικών διακρατικών δανείων (2010-2012) αλλά και των δανείων του ΔΝΤ, όπως θα εξηγήσω στη συνέχεια, θα αλλάξει τα δεδομένα της ελληνικής τραγωδίας.

Από την άποψη αυτή, η επιμονή του Ταμείου είναι μόνον για καλό. Η αποσαφήνιση των μέτρων, που θα καταστούν αναγκαία μόνον στην απευκταία περίπτωση επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης στα τέλη 2017 και κατά το 2018, ενισχύει αμέσως και με τρόπο μοναδικό την ανάκτηση της εμπιστοσύνης.

Εξάλλου, οι αγορές θα καταγράψουν ενθαρρυντικά την επιστροφή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα. Το Ταμείο θα υπογράψει νέα συμφωνία και αναμένεται να τη χρηματοδοτήσει με ποσό που θα φτάσει στα 7-8 δισ. ευρώ.

Τέλος, κυβέρνηση, εταίροι και Ταμείο γνωρίζουν πολύ καλά ότι η επιτυχημένη διευθέτηση των σημερινών διαφωνιών θα διευκολύνει τους μελλοντικούς ελέγχους του κουαρτέτου. Με την προϋπόθεση βεβαίως ότι η ελληνική κυβέρνηση θα τηρήσει τα συμπεφωνημένα.

Αν όλα ισχύσουν, η αγορά θα διαβάσει αισιόδοξα τις προοπτικές και θα δραστηριοποιηθεί. Τότε και μόνον τότε το θετικό σενάριο που περιέγραψα θα πραγματοποιηθεί.