ΑΠΟΨΕΙΣ

Παράταση τέλους ή αρχή της αρχής;

Λίγο πριν από την ψηφοφορία στη Βουλή χθες, η χώρα βρισκόταν σε κρίσιμη καμπή. Θα πετύχαινε την υπερψήφιση νέων μνημονιακών μέτρων η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ώστε να συνεχιστεί σε άλλο επίπεδο η διαπραγμάτευση με τους δανειστές στο Eurogroup σήμερα ή θα έπεφτε κάτω από τον πήχυ, παρατείνοντας και εντείνοντας την πολιτική και οικονομική αβεβαιότητα; Σήμερα θα έχουμε σαφέστερη εικόνα για το εάν ζούμε ακόμη στη μακρόχρονη παράταση του παλιού πολιτικού συστήματος στη χώρα ή αν βρισκόμαστε στην αρχή νέας αρχής.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως αντιπολίτευση και στη συνέχεια ως κυβέρνηση με τη συμμετοχή των ΑΝΕΛ του Π. Καμμένου, ήταν η ενσάρκωση της παλιάς νοοτροπίας. Προφανώς, ο έως το 2012 περιθωριακός ΣΥΡΙΖΑ δεν ευθύνεται για τη διακυβέρνηση των προηγούμενων δεκαετιών –για την κακοδιαχείριση– που οδήγησε τη χώρα στο αδιέξοδο. Αυτό είναι και το επιχείρημα της κυβέρνησης για όσα κάνει και για όσα δεν κάνει. «Εσείς φταίτε», είναι η μόνιμη απάντηση σε κάθε κριτική, σε κάθε επισήμανση για την καταστροφική κωλυσιεργία των τελευταίων 16 μηνών. Τα κυβερνητικά στελέχη παραλείπουν να αναφερθούν στο γεγονός ότι το ΠΑΣΟΚ και η Ν.Δ. έχουν υποστεί το κόστος του αμαρτωλού παρελθόντος αλλά και της επίπονης προσπάθειας να προσαρμοστεί η οικονομία στην πραγματικότητα. Παραλείπουν να σημειώσουν επίσης ότι ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε στην εξουσία ακριβώς επειδή υποσχόταν να επαναφέρει τη χώρα στο σημείο όπου την είχαν φέρει οι αμαρτίες των δύο (έως τότε) κομμάτων εξουσίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ ευαγγελιζόταν το νέο ενώ υποσχόταν να επαναφέρει το παλιό. Από τον Ιανουάριο του 2015 η Ελλάδα έχει ζήσει την αποθέωση αυτής της ανευθυνότητας αλλά και τις συνέπειες.

Τώρα είναι προφανές ότι δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις. Τον περασμένο Ιούλιο η κυβέρνηση αναγκάστηκε να αλλάξει απότομα πορεία ώστε να αποφύγει την άμεση καταστροφή. Βρήκε στήριξη από κόμματα της αντιπολίτευσης, με αποτέλεσμα να παραμείνει η χώρα στην Ευρωζώνη και να δοθεί ευκαιρία για νέα δανειακή σύμβαση. Ακόμη, όμως, ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ δυσκολεύονταν να πάρουν πάνω τους το βάρος της νέας δανειακής σύμβασης. Οι ατέρμονες διαπραγματεύσεις με τους δανειστές εξυπηρετούσαν δύο σκοπούς: η κυβέρνηση προσπαθούσε να διασώσει ή να αποσπάσει όσα περισσότερα μπορούσε και την ίδια ώρα καθυστερούσε τη δύσκολη στιγμή όπου, για πρώτη φορά, θα έπρεπε να πάρει πάνω της –μόνη της– συγκεκριμένα μέτρα που θα δυσαρεστούσαν σημαντικά τμήματα του πληθυσμού.

Τώρα, με τα κρατικά ταμεία να αδειάζουν, με την προθεσμία να πληρωθούν δόσεις προς την ΕΚΤ και το ΔΝΤ να πλησιάζει, με την αγορά να μην αντέχει άλλη ασφυξία, με τα τεχνάσματα (όπως η πρόσφατη ένταση με το ΔΝΤ) να έχουν εξαντληθεί, ήρθε η ώρα της αλήθειας. Η κυβέρνηση αναγκάστηκε να σηκώσει το βάρος του μνημονίου. Είτε τα νέα φορολογικά μέτρα και η ασφαλιστική μεταρρύθμιση επαρκούν είτε όχι, είτε οι αλλαγές είναι στη σωστή είτε στη λάθος κατεύθυνση, το γεγονός ότι η κυβέρνηση του κ. Τσίπρα προχώρησε σε τέτοια βήματα δείχνει ότι δεν έχει άλλη επιλογή από το να παίξει με τα χαρτιά που κρατάει, όχι αυτά που θα ήθελε. Ο πρωθυπουργός κατανοεί ότι επείγει η ανάγκη να έρθει σε συμφωνία με τους δανειστές. Με άλλα λόγια, εδώ που φθάσαμε, μια κακή συμφωνία είναι καλύτερη από παράταση της διαφωνίας.

Εάν ο ΣΥΡΙΖΑ προχωρήσει και πετύχει θετική αξιολόγηση από τους δανειστές, θα μπούμε σε νέα φάση της πολιτικής. Τότε η κυβέρνηση θα πρέπει να αφήσει πίσω τα ψέματα και τις ψευδαισθήσεις του παρελθόντος και να εργαστεί για το καλό της χώρας. Τότε και η αντιπολίτευση θα έχει να αντιμετωπίσει μια νέα πραγματικότητα. Ασφαλώς τίποτα δεν αλλάζει εύκολα. Οπου δεν υπάρχει αφόρητη πίεση των δανειστών –όπως στην εκπαίδευση, στην ευνοιοκρατία, στον πολιτισμό– βλέπουμε πόσο ισχυρή, πόσο δηλητηριώδης είναι ακόμη η έλξη παλιών νοοτροπιών και τακτικών.