ΑΠΟΨΕΙΣ

Κατάσταση πολιτικής νεκροφάνειας

Αυτές τις ημέρες βρίσκεται σε εξέλιξη ένα πολλαπλό, περίπλοκο και –εν πολλοίς– αστάθμητο παιχνίδι, που αφορά τη γεωπολιτική κατάσταση στη Μεσόγειο. Οι παίκτες είναι πολλοί, τα συμφέροντα συγκρουόμενα και η ελληνική κυβέρνηση φαίνεται ότι επιθυμεί να αποκομίσει κάποια οφέλη σε ζητήματα τα οποία δεν συνδέονται άμεσα με όσα εκτυλίσσονται σε διεθνές επίπεδο. Oσο θετική στάση και αν δείξουν οι Eυρωπαίοι εταίροι, όση κατανόηση και αν δείξουν ισχυροί –εκτός της περιοχής– παίκτες, στο τέλος της ημέρας ο κ. Αλέξης Τσίπρας και οι υπουργοί του θα πρέπει να γυρίσουν την πλάτη προς το εσωτερικό και να εφαρμόσουν κατά γράμμα εκείνα που συμφώνησαν μετά βαΐων και κλάδων. Τότε θα ξεκινήσει η πραγματική πολιτική δοκιμασία για την κυβέρνηση Τσίπρα, η οποία έως τώρα έχει επιδείξει αξιοσημείωτη πολιτική αντοχή, παρά τις πραγματικά τραγικές επιδόσεις της. Αυτό σημαίνει ότι σε κάθε αξιολόγηση τα πράγματα θα δυσκολεύουν λίγο περισσότερο και οι αντοχές της οικονομίας σε αντιαναπτυξιακά μέτρα θα αγγίζουν το μηδέν. Από κάποιες πρώτες ανακοινώσεις για προσλήψεις φαίνεται ότι η κυβέρνηση είναι διατεθειμένη να μην παραδώσει ούτε χιλιοστό από τις δυνατότητες επέκτασης της πολιτικής επιρροής της με τον παραδοσιακό μικροπολιτικό τρόπο και, όπως έχει ήδη φανεί από τη ρητορική που χρησιμοποιούν κάποιοι μέχρι πρότινος «επαναστατημένοι» υπουργοί, μια μίνι αναβίωση του παλαιοκομματικού πελατειασμού βρίσκεται σε εξέλιξη.

Στο αντίπαλο στρατόπεδo τα πράγματα δεν είναι ενθαρρυντικά. Η Ν.Δ. φαίνεται να καρκινοβατεί ανάμεσα στις σιωπηλές αλλά υπάρχουσες τάσεις της. Ο προφανής διχασμός του κόμματος για τη στάση που έπρεπε να τηρηθεί όταν προέκυψαν οι αναφορές του Προέδρου της Δημοκρατίας στον Πρωταγόρα ανέδειξε τη μερική ισχύ που έχει ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης στο εσωτερικό του κόμματός του. Επίσης, η Ν.Δ. εξακολουθεί να εκπέμπει ένα πολύ ασαφές μήνυμα ως προς το τι προτίθεται να πράξει πέρα από το μνημόνιο. Δεδομένου ότι είτε έχουμε κυβέρνηση με πρώτο κόμμα τον ΣΥΡΙΖΑ, είτε με τη Ν.Δ., κάποιου είδους διεθνής επιτροπεία θα υφίσταται, η ανάλωση σε κατηγορίες του τύπου «εμείς θα κάναμε το μνημόνιο καλύτερα» μπορεί να περιέχουν κάποια στοιχεία ειλικρίνειας, ωστόσο δεν συνιστούν ελκυστικό λόγο για μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας. Ενα επιπλέον πρόβλημα σε αυτόν τον χώρο είναι η ενοχοποίηση της ελληνικής κοινωνίας. Προφανώς, οι ψηφοφόροι είναι απολύτως συνυπεύθυνοι για την κατάσταση που διαμορφώθηκε τα προηγούμενα πολλά χρόνια. Παράλληλα, είναι οι ίδιοι ψηφοφόροι οι οποίοι στήριζαν έναν δικομματισμό με τα χαρακτηριστικά που είχε το εν πολλοίς αλληλοσυμπληρούμενο σχήμα Ν.Δ. – ΠΑΣΟΚ.

Αυτή η παρατήρηση μας φέρνει στο τρίτο σκέλος του «συστημικού» πολιτικού κόσμου, την Κεντροαριστερά. Είτε ως ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι, είτε ως κάτι άλλο, φαίνεται ότι ο χώρος αυτός έχει εξασφαλίσει την πολιτική επιβίωσή του. Αλλά μόνον αυτό. Δεν έχει πλέον ηγεμονικές φιλοδοξίες, ούτε και τη δυνατότητα να τις προβάλλει. Αυτή η μάλλον αδιάφορη –αν όχι κουραστική– εικόνα του πολιτικού συστήματος δεν προοιωνίζεται τίποτα θετικό για τη χώρα. Απλά εξασφαλίζει μια κατάσταση ημιθανούς στασιμότητας, όπου τίποτε δεν είναι ακριβώς κατεστραμμένο, ούτε και ακριβώς λειτουργικό. Πρόκειται για μια κατάσταση νεκροφάνειας, δίχως ιδιαίτερη ελπίδα επιστροφής σε εποχές γενικότερης ανάπτυξης.