ΑΠΟΨΕΙΣ

Οχι είπατε, ναι ακούσαμε

Στο ομηρικό σύμπαν, ποιητικά αρχετυπικό, καθώς λεν ειδήμονες, πεδίο παρέλασης ανθρώπινων χαρακτήρων, όλοι χωρούν. Και μονάδες ήσσονος σημασίας, παρακατιανοί, που χωρίς την αρνητική παρουσία τους η λάμψη των σπουδαίων δεν θα ήταν ίδια. Οι κοινωνίες, ακόμα και οι παρέες, χρειάζονται τους καρπαζοεισπράκτορες, τα δίποδα μαύρα πρόβατα, για να τονώνεται η αυτοεκτίμηση των υπολοίπων. Κι όταν δεν υπάρχουν εύκαιροι, η ισχύς της πλειοψηφίας τούς ανασύρει και τους αναθέτει ρόλο. Προπάτορας πολλών ο Θερσίτης: καβγατζής, βρωμόστομος, ασεβής απέναντι σε κάθε επετηρίδα και απτόητος μαζί, δεν μασάει τα λόγια του ούτε μπροστά στον Αγαμέμνονα, το ξυλοφόρτωμα δεν τον πτοεί· το έχει συνηθίσει. Προπάτορας πολλών και ο Ελπήνωρ, σύντροφος του μετρ της πανουργίας και των έξυπνων λύσεων Οδυσσέα, αλλά αυτός είναι εθισμένος στο πέρα βρέχει, ελαφρόμυαλος, ενθουσιώδης, κρασοκανάτας. Το βράδυ, πριν από την πολυπόθητη αναχώρηση από το νησί της δαιμόνιας Κίρκης, ο φιλήδονος Ελπήνωρ, για λόγους που παραμένουν ακόμα και σήμερα αδιευκρίνιστοι, κοιμήθηκε στη στέγη του ανακτόρου, υπό τη σκέπη των άστρων. Ξημερώματα, τον ξύπνησαν μπάσες ανδρικές, χαρωπές φωνές: «Ελπήνορα, καλέ Ελπήνορα, πού κρύφτηκες; Σαλπάρουμε». Οσοι έχουν μεθύσει, έστω και μια φορά, εδώ συμπάσχουν. Ο αντιήρωας, ξεχνώντας πού βρισκόταν, έκανε το πρώτο βήμα από εκεί ψηλά. Ηταν το τελευταίο του επί γης. Οι άλλοι, κάποια στιγμή βαρέθηκαν, τον ξέχασαν. Ενας λιγότερος, ε και; Σύντροφοι να σου πετύχουν. Από τότε… Ο αρχηγός Οδυσσέας άνοιξε πανιά για την Ιθάκη, κάνοντας ότι δεν άκουσε τίποτα. Από τότε…

Αλλά ας έλθουμε στο νεοελληνικό σύμπαν των πληθωριστικών κραυγών και των μηρυκαστικών διαπιστώσεων, τόσο βαρετών πλέον, ανέλπιδων, απωθητικών· αμετάφραστων από τους σιωπηλούς, βαριά πάσχοντες, όσους δεν άνοιξαν την πόρτα σε κανέναν κομματικό απογραφέα. Μιλώ γι’ αυτούς που δεν σφράγισαν αυτοκαθαρτήρια διαπιστευτήρια οργής, εν χορώ στην πλατεία Συντάγματος. Αυτούς που τραβούν την ανηφόρα κρύβοντας το δικό τους φορτίο και από φίλους για να μην επιβαρύνουν κι αυτούς περισσότερο. Αλήθεια τι απέγιναν οι μυριάδες ελεύθεροι πολιορκούντες τη Βουλή, κυνηγοί Τροϊκανών, αγανακτισμένοι της πλατείας, έθεσαν παρά πόδα τον βρασμό ψυχής; Και πόσα ψήγματα δημοψηφισματικής δικαίωσης απέμειναν στους περήφανους, απροσκύνητους του διχαστικού θερινού «Οχι»; Το αναγνωρίζουμε: αυτοί που παρέμειναν λάλοι -αντί στήλη άλατος- είναι οι πάλαι ποτέ πεφυσιωμένοι ακτιβιστές του «θ’ αλλάξουμε την Ελλάδα, θ’ αλλάξει και η Ευρώπη» – η Βενεζουέλα θυμίζω, ήταν τότε πρότυπο χώρας για διπλωματικούς εναγκαλισμούς, άρα γιατί να αλλάξει; Θλιβερό, διάτρητο λαϊκό άλλοθι: η «ποιότητα» των εντός Βουλής φταίει για την παρατεταμένη κατάντια λέμε, παρακάμπτοντας το αυτονόητο. Στην αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, οι συλλογικές ευθύνες περιλαμβάνουν κυρίως τις επιλογές μας. Ο κύκλος των διαπιστώσεων έκλεισε βροντωδώς.