ΑΠΟΨΕΙΣ

Οταν λες ψέματα (και) στον εαυτό σου

Δεν μπορείς –και δεν πρέπει– να τα θέλεις όλα, μονά-ζυγά δικά σου. Αφού η κυβέρνηση δεν ήθελε το Ταμείο, δεν έπρεπε να περιμένει κάτι πολύ φαντασμαγορικό στο χρέος. Με τις επιλογές του, ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας είχε προτιμήσει μια συμφωνία χαμηλής βάσης με τους Eυρωπαίους, αντί μιας συμφωνίας που θα είχε αναπτυξιακές φιλοδοξίες, όπως αυτή που είχε βάλει στο τραπέζι το ΔΝΤ. Ο καθείς κυβερνά στη βάση των επιλογών του ή, αλλιώς, «όπως στρώσει, έτσι θα κοιμηθεί».

Είναι σαφές ότι ο πρωθυπουργός δεν έφερε εις πέρας μία από τις πλέον σοβαρές προεκλογικές δεσμεύσεις, και μιλώ για την τρίτη αναμέτρηση που μόνος του προκάλεσε (αδιαφορώντας για το πολλαπλό κόστος που προκαλεί η κάλπη εν μέσω οικονομικής κρίσης…), όταν θέλησε δήθεν να ανανεώσει τη «λαϊκή εντολή». Στις προγραμματικές του δηλώσεις (Οκτώβριος 2015) υποσχόταν πως «θα περάσουμε γρήγορα τον κάβο της πρώτης αξιολόγησης (και) θα ανοίξει η συζήτηση για το χρέος». Διαβεβαίωνε μάλιστα, χωρίς αμφιβολία, ότι τον Νοέμβριο –πριν από ένα εξάμηνο δηλαδή…– θα είχε «λήξει η διαδικασία της πρώτης αξιολόγησης, ώστε μέχρι το τέλος του έτους να ανοίξει, επιτέλους, η κρίσιμη συζήτηση για την απομείωση του ελληνικού χρέους». Δεν το προσπάθησε.

Με αποτέλεσμα να μην έχει ξεκαθαρίσει, παρά τη θετική απόφαση του Eurogroup, ο ορίζοντας ανάληψης μακροχρονίως δεσμευτικών αποφάσεων. Νέες επενδύσεις σε χρηματοοικονομικώς υγιείς επιχειρήσεις, μικρές και μεγάλες, σε πρότζεκτ αξιοποίησης της κρατικής περιουσίας, στη διάσωση και ανάνηψη υπερχρεωμένων επιχειρήσεων, στην ανάσταση της οικοδομής και τόσα άλλα δημιουργικά έργα που μπορούν να επιτύχουν οι Ελληνες επιχειρηματίες, αν το επιτρέψουν ποτέ οι κρατιστές.

Δυστυχώς, ο κ. Τσίπρας προτίμησε να παραμείνει πιστός στην αριστερή αντιπάθεια προς το ΔΝΤ, αγνοώντας ότι το συμφέρον της χώρας και ο συντομότερος δρόμος για να επιτύχει την πολιτική του δέσμευση ήταν να συνταχθεί με το Ταμείο, ώστε να επιτύχει μια μακρόπνοη λύση για το ελληνικό χρέος. Εφτασε στο σημείο να προτιμήσει τη γερμανόπληκτη «λύση» του δημοσιονομικού «κόφτη», αντί να δεσμευτεί σε συγκεκριμένα μέτρα αλλά για ένα πολύ λογικό πλεόνασμα 1,5% αντί για 3,5% όπως ζητούσε ο Πόουλ Τόμσεν. Ξέχασε ο πρωθυπουργός την ορθότατη, προγραμματική μάλιστα, εκτίμησή του: «Δεν βγαίνεις στις αγορές όταν έχεις ένα χρέος 180% του ΑΕΠ και με την ταυτόχρονη υποχρέωση υπερβολικών –άπιαστων– πρωτογενών πλεονασμάτων!». Αν καλά διάβασα, η Κομισιόν υπολογίζει ότι το 2018 το χρέος θα βρίσκεται στο 173%, ενώ το ΔΝΤ βλέπει την αναλογία στο 185%, ενώ το πλεόνασμα είναι στο 3,5%, που απαιτεί ένα άπιαστο, πράγματι, επίπεδο εσόδων. Το μόνο που πέτυχε, τελικά, ο κ. Τσίπρας είναι να θεωρούν όλοι, όπως ρητώς είπε ο κ. Τόμσεν, ότι το ελληνικό χρέος είναι μη βιώσιμο. Οχι και τόσο ενθαρρυντικό για τους επενδυτές!