ΑΠΟΨΕΙΣ

Απαιτείται σύμπραξη της αντιπολίτευσης

Ε​​ύλογα το ΚΚΕ λυσσομανά κατά του ΣΥΡΙΖΑ, αφού καθημερινά διαπιστώνει πως ο κ. Τσίπρας αποβλέπει στην «καταλήστευση» των ψήφων του, όπως έπραξε –ιδίως κατά την πρώτη τετραετία του– το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου. Ο σημερινός πρωθυπουργός ακολουθεί ακριβώς την ίδια στρατηγική. Οταν ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ έκανε τη μεγάλη και αναγκαστική στροφή στα θέματα της εξωτερικής πολιτικής, έριξε το βάρος της «αριστερισμού» του στα εσωτερικά θέματα (συνταξιοδότηση χιλιάδων ψευδοαντιστασιακών, πακτωλός παροχών σε δήθεν «μη προνομιούχους» κ.λπ.). Σήμερα ο κ. Τσίπρας ακολουθεί τα ίδια βήματα.

Μόλις είπε σε όλα «ναι» στους δανειστές, για να κλείσει την αξιολόγηση, επιδίδεται σε αριστερές καντρίλιες στα εσωτερικά θέματα. Υπόβαθρο της ίδιας «στρατηγικής» είναι η πρόκληση ενός παρωχημένου και ανιστόρητου διχασμού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο υπουργός Παιδείας. Αναφερόμενος στην πρόταση της «επιτροπής διαλόγου» (που ο ίδιος συγκρότησε) για την κατάργηση της προσευχής, του εκκλησιασμού και των παρελάσεων των μαθητών, κ. Φίλης πήρε μία ανήκουστη για υπεύθυνο υπουργό «θέση». Παρέπεμψε την εφαρμογή ή όχι της πρότασης στους εκπαιδευτικούς και στους συλλόγους γονέων. Πολύ σωστά αντέδρασαν οι εκπαιδευτικοί, επισημαίνοντας πως κάτι τέτοιο προκαλεί τον κίνδυνο να διχάσει τους συλλόγους διδασκόντων για ζητήματα πολιτικής που είναι άσχετα με τη διδασκαλία των μαθημάτων.

Φυσικά, αυτό το διχαστικό κλίμα θα επεκταθεί και στους συλλόγους γονέων και κηδεμόνων. Τούτο, όμως, δεν ανησυχεί τον κ. Φίλη, αφού μάλλον το επιδιώκει. Επιβάλλεται, όμως, να προσθέσουμε και το εξής: Στις αριστερές του καντρίλιες, ο Α. Παπανδρέου είχε ένα απόλυτα πειθαρχημένο κόμμα, που τον ακολουθούσε πειθήνια στις ιδεολογικοπολιτικές μεταλλάξεις του. Αντίθετα, ο κ. Τσίπρας ηγείται ενός πολυτασικού μορφώματος, το οποίο είναι αδύνατον να πειθαρχήσει –και κυρίως να εφαρμόσει– μία «κεντρική» πολιτική. Εκτός του κ. Φίλη και ορισμένων άλλων υπουργών, που εφαρμόζουν συνειδητά τις αριστεροδιχαστικές τους αντιλήψεις, υπάρχει και πληθώρα άλλων που αρνούνται να εφαρμόσουν στους τομείς τους τις «φιλελεύθερες» υποκύψεις Τσίπρα έναντι των δανειστών. Τις απορρίπτουν, επίσης, συνειδητά και υπονομεύουν ανοικτά την υλοποίησή τους. Φυσικά, αυτή η εσωτερική διχοστασία δεν αφορά κατά κύριο λόγο τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά πρωτίστως τη χώρα, αφού με τις επικρατούσες συνθήκες δεν κυβερνάται και είναι αδύνατον να ορθοποδήσει. Εξ ου και η κορυφωθείσα δυσπιστία των Ευρωπαίων, που αποτελεί τη βασική αιτία των επαχθέστερων «προαπαιτουμένων», τα οποία πληρώνουν αναίτια οι Ελληνες πολίτες. Αυτή ακριβώς η πραγματικότητα θα έπρεπε να συνιστά τον κεντρικό άξονα της αντιπολιτευτικής τακτικής όλων των κομμάτων. Δηλαδή η διχαστική πολιτική που ακολουθεί η σημερινή κυβέρνηση στα εσωτερικά ζητήματα και η αδυναμία της να διαχειρισθεί τα θέματα μιας δίκαιης και ανεκτής λύσης με τους εταίρους μας στην οικονομική κρίση. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν –και πρέπει να έχουν– πολλές διαφορές. Εξίσου θεμιτό είναι να προτείνουν διαφορετικές λύσεις στο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα. Ομως, εκτός των ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, κανένα άλλο ελληνικό κόμμα δεν υιοθετεί τον διχασμό, χάριν της εξουσίας. Είτε για να την κατακτήσει, είτε –το χειρότερο– για να επιμηκύνει την κατοχή και τη νομή της. Κανένα άλλο κόμμα δεν αποδέχεται τη διαιώνιση της σημερινής κρίσης και τη φτωχοποίηση του ελληνικού λαού, με κέρδος την εξουσία.

Σε αυτές τις δύο θεμελιώδεις αρχές οφείλουν να συμπράξουν τα κόμματα της αντιπολίτευσης.