ΑΠΟΨΕΙΣ

Ευκαιρία επαναφοράς παλιάς πρότασης

Χειροκροτούμε με χαρά και υπερηφάνεια τα μετάλλια που κατέκτησε η Αννα Κορακάκη στο Ρίο, έστω και αν πολύ λίγοι γνωρίζουν ότι υπάρχει ολυμπιακό αγώνισμα σκοποβολής με αεροβόλο πιστόλι και ακόμη λιγότεροι –ελάχιστοι, για την ακρίβεια– ασχολούνται με το συγκεκριμένο άθλημα. Μπράβο στο κορίτσι και το ίδιο θα κάνουμε και για τους υπόλοιπους Ελληνες που θα διακριθούν στα αγωνίσματά τους σε αυτή και τις επόμενες Ολυμπιάδες. Αλλωστε, η χώρα έχει ανάγκη από επιτυχίες σε κάθε τομέα και εκείνοι που τις φέρνουν αποτελούν παράδειγμα. Και μακάρι τα παιδιά μας να ασχολούνται με σπορ (αφού γι’ αυτά μιλάμε τώρα), παρά να αράζουν σε καφετέριες και να μπουρδολογούν πίνοντας φραπέδες.

Ωστόσο, είναι σαφές ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες έχουν χάσει τη λάμψη τους, έστω και αν ακόμη αποτελούν ένα πολύ μεγάλο γεγονός για όλον τον πλανήτη. Ενα γεγονός όμως που είναι βασικά τηλεοπτικό, αποκτά συνεχώς περισσότερα στοιχεία show – business, διατηρεί πλέον πολύ μικρή σχέση με τον ερασιτεχνισμό, στο παρασκήνιο κινείται άφθονο χρήμα για τους αθλητές, τα φάρμακα και τα βοηθήματα δίνουν και παίρνουν για να αντεπεξέλθουν οι τελευταίοι στον ανταγωνισμό και δεν πρέπει να υπάρχει καμία αμφιβολία ότι όποτε οι καιροί το απαιτούν είναι μεγάλη η ανάμειξη της διεθνούς πολιτικής.

Σε όλα τα παραπάνω πρέπει να προστεθούν οι αυξανόμενες δυσκολίες και το κόστος της διοργάνωσης μιας Ολυμπιάδας, που ταχύτατα γίνονται απαγορευτικά για μια χώρα με μικρές οικονομικές δυνατότητες και έλλειψη υποδομών. Η περίπτωση της Ολυμπιάδας του Ρίο είναι χαρακτηριστική. Η Βραζιλία δεν είναι μικρή χώρα, αλλά η προετοιμασία και η πραγματοποίηση των Ολυμπιακών Αγώνων τη βρήκαν σε μεγάλη πολιτική και οικονομική κρίση, που βεβαίως δεν ήταν ορατή όταν το Ρίο τούς διεκδίκησε. Με αυτή την έννοια, ελάχιστες χώρες είναι πια σε θέση να οργανώσουν μια Ολυμπιάδα, ιδιαίτερα στην Ασία, την Αφρική, τη Λατινική Αμερική, ακόμη και στην Ευρώπη.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το χειρότερο από τα προβλήματα που αναφέρθηκαν πιο πάνω είναι το doping, κοινώς ντοπάρισμα. Παλιότερα ήταν διαδεδομένο στις ιπποδρομίες, τώρα έχει επεκταθεί στους ανθρώπους και κυριαρχεί στον στίβο, στην κολύμβηση, στα ομαδικά σπορ και όπου αλλού απαιτείται δύναμη, αντοχή και ταχύτητα από αυτούς που παίρνουν μέρος. Είναι πολύ, παρά πολύ, το χρήμα που κινείται στον αθλητισμό, χωρίς να αγνοούμε τη δίψα για δόξα των αθλητών. Χρήμα και δόξα αποτελούν, επίσης, εργαλεία κρατικών συμφερόντων και πολιτικής αίγλης στο διεθνές στερέωμα.

Τα κρούσματα του doping πολλαπλασιάζονται συνεχώς, αλλά αποτελεί προσβολή στη νοημοσύνη ότι υπάρχουν αθλητές συγκεκριμένων χωρών που ντοπάρονται, ενώ άλλων είναι βυθισμένοι στην αγνότητα. Οι φίλαθλοι του στίβου και άλλων σπορ γνωρίζουν πολύ καλά ότι δεν υπάρχουν ουσιαστικά «καλοί» και «κακοί», όλοι είναι βουτηγμένοι στην αμαρτία. Ηταν παλιότερα οι αθλητές της Ανατολικής Γερμανίας γεμάτοι αναβολικά, αλλά ήταν και αθληταράδες της Δύσης «φουσκωμένοι», κατά δική τους μάλιστα ομολογία, όταν βγήκαν εκτός δράσης. Εμείς στην Ελλάδα τα γνωρίζουμε από πρώτο χέρι, άλλωστε. Το καινούργιο είναι ότι τώρα στο Ρίο οι καταγγελίες γίνονται από αθλητές για συναθλητές τους, ενώ οι αγώνες βρίσκονται σε εξέλιξη.

Χωρίς να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι τα οικονομικά συμφέροντα είναι τεράστια και εμπλέκονται με τη διεθνή πολιτική, είναι σαφές ότι η κατάσταση με το doping χρειάζεται επίφαση εξαγνισμού, τουλάχιστον. Οι πιθανότητες να ληφθούν αποφάσεις για ένα νέο ξεκίνημα στις Ολυμπιάδες είναι μεγάλες και αυτό θα σημαίνει ότι θα ακολουθήσει μια μεταβατική περίοδος. Ισως αυτό προσφέρει ευκαιρία για αναβίωση από την πλευρά της Ελλάδας της παλαιάς πρότασης του Κωνσταντίνου Καραμανλή να επανέλθει μόνιμα η τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων στη χώρα μας. Δεν θα βλάψει η προσπάθεια!