ΑΠΟΨΕΙΣ

Αλλαγές στους «κανόνες του παιγνιδιού»

Οι Ρόμπινσον – Ατζέμογλου άρχιζαν το γνωστό bestseller τους «Why Nations Fail» (2012) με το παράδειγμα της πόλης Νογκάλες. Είναι μια πόλη που την κόβει στη μέση ένας φράκτης, η μισή ανήκει στην Αριζόνα (ΗΠΑ) και είναι πλούσια, η άλλη μισή ανήκει στη Σονόρα (Μεξικό) και είναι φτωχή. Γιατί, άραγε, ενώ είχαν ξεκινήσει χωρίς καμία διαφορά πλούτου; Για τον ίδιο λόγο που οι πλούσιες σε πρώτες ύλες πάλαι ποτέ αποικίες της Νότιας Αμερικής παρέμειναν φτωχές, ενώ οι πάμπτωχες σε πρώτες ύλες πάλαι πολτέ αποικίες της Βόρειας Αμερικής έγιναν πάμπλουτες: Οι διαφορετικοί θεσμοί που οικοδομήθηκαν, αυτοί έκαναν τη διαφορά – εξήγησαν οι δύο συγγραφείς.

Ολοι (σχεδόν…) συμφωνούμε ότι η ελληνική φούσκα έσπασε και η έξοδος από την κρίση δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο μέσα από την ανάπτυξη ενός νέου, εξωστρεφούς οικονομικού προτύπου. Το κρίσιμο ερώτημα: Πώς θα γίνει αυτή η ανάπτυξη; Ενα στοιχείο της απάντησης, που γίνεται ευρέως αποδεκτό, είναι ο σημαντικός ρόλος του πλαισίου των θεσμών. Μάλιστα, ως θεσμοί δεν νοούνται μόνο τα νομοθετημένα όργανα της πολιτείας, αλλά γενικότερα αυτό που λέγεται «κανόνες του παιγνιδιού» – κανόνες που μπορεί να είναι και άτυποι.

Δεν αρκεί η αναγνώριση της σημασίας των θεσμών, σε γενικό επίπεδο. Oπως επίμονα τονίζει ο ακαδημαϊκός κ. Βασίλης Ράπανος, η συζήτηση πρέπει να προσγειωθεί στο επίπεδο της πρακτικής εφαρμογής. Ποιος θα κάνει τους «κανόνες του παιγνιδιού» και, κυρίως, πώς θα διασφαλιστεί ότι μια επόμενη κυβέρνηση δεν θα τους αλλάζει. Παράδειγμα: Μήπως για να δημιουργούνται συναινέσεις και να μη έχουμε ανατροπές με την αλλαγή κάθε υπουργού, θα ήταν σκόπιμο για θέματα όπως οι αλλαγές στην Παιδεία, στην Περίθαλψη, στις Ανεξάρτητες Αρχές, να απαιτείται μια αυξημένη πλειοψηφία της Βουλής, από 180 βουλευτές;

Στα θέματα δημόσιας διοίκησης, πάλι, διατυπώνονται πλήθος μέτρα για τη βελτίωση της λειτουργίας της και την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού της. Ερώτημα: Ποιος θα τα κάνει; Ο υπουργός; Ο διορισμένος από τον κάθε υπουργό γενικός γραμματέας; Μήπως σε κάθε υπουργείο, η διοίκηση του προσωπικού και η αξιολόγησή του έπρεπε να ανατεθούν σε έναν μόνιμο υφυπουργό, ο οποίος θα επιλέγεται για 5 ή 6 χρόνια (για διάστημα που θα υπερβαίνει τον εκλογικό κύκλο) ώστε να μην έχει τη δυνατότητα ο εκάστοτε υπουργός να τον αντικαθιστά;

Στο θέμα της αξιολόγησης των δημόσιων δαπανών. Πέρα από την εξέταση της νομιμότητας των δαπανών, δεν πρέπει να εξετάζεται και η σκοπιμότητά τους και, κυρίως, αν αυτές τελικά αποδίδουν το προσδοκώμενο αποτέλεσμα; Γιατί, άραγε, δεν εισάγουμε ένα αξιόπιστο σύστημα αξιολόγησης δαπανών, όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες; Μήπως θα ήταν σκόπιμο να αναλάβει αυτόν τον ρόλο το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, υπό την ηγεσία μόνιμου υφυπουργού και, σε αυτό το πλαίσιο, να επανεξεταστεί και ο ρόλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου;

Αρχές της δημοκρατίας, αλλά και της χρηστής διοίκησης, είναι η διαφάνεια και η λογοδοσία. Κι εδώ έχουμε τεράστιο πρόβλημα. Ο κρατικός προϋπολογισμός περνά από μια εικονική συζήτηση στη Βουλή, ο απολογισμός του υποβάλλεται στη Βουλή τον Δεκέμβριο του επόμενου έτους και δεν συζητείται ολωσδιόλου – ουσιαστικά, δεν υπάρχει απολογισμός. Οταν όλες οι επιχειρήσεις υποχρεούνται να δημοσιεύουν ισολογισμούς μέσα σε 3 μήνες από το κλείσιμο της χρήσης και να έχουν γενική συνέλευση μέσα σε 6 μήνες, δεν έπρεπε να υποχρεωθεί να κάνει κάτι ανάλογο και το κράτος;

Τελευταίο παράδειγμα, οι επενδύσεις. Ολοι ρητορεύουμε υπέρ αυτών. Αλλά δημιουργούνται εμπόδια από μια δαιδαλώδη κρατική γραφειοκρατία. Καθένας από εμάς (αν δεν είναι άνεργος…) οφείλει να κάνει όποια δουλειά αναλαμβάνει, όχι όποτε ευκαιρήσει και του έρθει βολικό, αλλά εντός συγκεκριμένου χρόνου. Γιατί, λοιπόν, να μην ψηφιστεί με αυξημένη πλειοψηφία από τη Βουλή ένας νόμος που θα ορίζει ότι το κράτος πρέπει να απαντά (θετικά ή αρνητικά) σε κάθε μεγάλη επενδυτική πρόταση, εντός ορισμένης προθεσμίας, π.χ. εντός 3 ή 4 μηνών; Κι ότι αν δεν απαντήσει έγκαιρα, θα θεωρείται ότι απάντησε καταφατικά και θα μπορεί να προχωρήσει η επένδυση;

Στις μέρες μας γίνεται, πλέον, ευρύτερα δεκτό ότι η πορεία μιας κοινωνίας προσδιορίζεται από τους θεσμούς της. Οτι εξαρτάται από την ικανότητά της να δημιουργεί θεσμούς ισχυρούς, ασφαλείς και ευπροσάρμοστους στις μεταβαλλόμενες συνθήκες ή αν, αντιθέτως, μένει φοβική και κλειστή – αυτό είναι ένα κεντρικό στοιχείο που διακρίνει τον προοδευτικό από τον συντηρητικό. Προϋπόθεση για να αλλάξει τροχιά η χώρα μας είναι να ανοικοδομήσει το θεσμικό της πλαίσιο. Να πάψει να είναι ένα θλιβερό παράδειγμα της «τραγωδίας των θεσμών». Μένει να φανεί αν διαθέτει την κρίσιμη κοινωνική δύναμη για να πετύχει σήμερα, αυτό που δεν πέτυχε στα 190 χρόνια ιστορικής διαδρομής.