ΜΑΡΙΝΑ ΛΑΜΠΡΑΚΗ-ΠΛΑΚΑ, ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗΣ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΣΟΥΤΣΟΥ

Μεγάλο σχολείο για μένα η Πινακοθήκη

Αισθάνομαι δασκάλα, είναι ο πιο τιμητικός τίτλος, όταν λένε «η δασκάλα μας» με ικανοποιεί πιο πολύ από το «διευθύντριά μας»

megalo-scholeio-gia-mena-i-pinakothiki

«Τιμώ την καταγωγή μου: τον Νικόλαο Λαμπράκη σιδηρουργό και την Αικατερίνη Λαμπράκη αγρότισσα». Το δήλωσε ακριβώς έτσι, στο τέλος της συνάντησής μας. Η επί 30, σχεδόν, χρόνια διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης αποδεικνύει στην πράξη αυτό που της έλεγε ο πατέρας της όταν την έβλεπε να περνάει δύσκολα: «Μην ανησυχείς. Σε έχω νταβλαντίσει!» που σημαίνει σε έχω κάνει ατσάλι. Οπως ομολογεί η ίδια, τους τελευταίους μήνες «κοιμόταν τρεις με τέσσερις ώρες γιατί έπρεπε να επιβλέψει τα πάντα», από μικρές λεπτομέρειες μέχρι συμπληρώσεις, ενώ παράλληλα έγραφε και τα κείμενα για τα έργα, αλλά και για την ξενάγηση των επισήμων ώστε «οι μεταφραστές να τα έχουν μπροστά τους, με τις σχετικές εικόνες».

Στις 24 Μαρτίου το απόγευμα, το νέο κτίριο της Εθνικής Πινακοθήκης άνοιγε για να δεχθεί υψηλούς προσκεκλημένους για τον εορτασμό της επετείου των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Καθώς μιλάμε και περιηγούμαστε και στους χώρους της Πινακοθήκης, οι ιστορίες των καλλιτεχνών και των απλών ανθρώπων, σπουδαίων ζωγράφων με φτωχική καταγωγή, διαδέχονται η μία την άλλη.

Οταν ύστερα από ώρα καθόμαστε (για να ξεκουραστούμε – μάλλον εγώ απόκαμα πρώτη), η συνέντευξη κινδύνεψε να εξελιχθεί σε μάθημα ιστορίας της τέχνης. Χαμογελάει πλατιά: «Αισθάνομαι δασκάλα, είναι ο πιο τιμητικός τίτλος μου αυτός. Και όταν μου λένε “η δασκάλα μας” με ικανοποιεί πιο πολύ από το “διευθύντριά μας”». Ως δασκάλα λοιπόν έδωσε την εξής κατεύθυνση στη μουσειολογική μελέτη: να συν-αναγιγνώσκονται τα έργα και η εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας. «Δεν με ενδιαφέρει να έρθει κάποιος και να πει τι ωραία που είναι τα έργα. Αλλά μέσα από τα κείμενα, μέσα από τις εικόνες, να φύγει έχοντας και μια γνώση της ελληνικής κοινωνίας. Η Πινακοθήκη, το πιστεύω απόλυτα, είναι ένα όργανο αυτογνωσίας».
 
– Eνα καινούργιο κτίριο αρκεί για να περάσει η Πινακοθήκη στον 21ο αιώνα; Με ένα κοινό κορεσμένο και κουρασμένο;

– Eχετε δίκιο. Εμείς, νομίζω ότι δημιουργήσαμε έναν ορίζοντα προσδοκίας, ένα κοινό απαιτητικό, που ερχόταν να ακούσει, να δει καινούργια πράγματα. Δηλαδή, πριν μπούμε στο καινούργιο μουσείο, το παλιό είχε γίνει καινούργιο. Αν δείτε τους καταλόγους μας, είχαμε κάνει σημαίνουσες εκθέσεις. Από τη στιγμή που μπήκα εδώ, λόγω του ψώνιου της δασκάλας, ήθελα να ξαναδούμε, να ξαναδιαβάσουμε ιστορία της νεότερης τέχνης. Eνα από τα προαπαιτούμενά μου ήταν να αποκαταστήσουμε τη Σχολή του Μονάχου, που ήταν διασυρμένη.
 
– Τριάντα χρόνια στην Εθνική Πινακοθήκη συμπληρώνετε το 2022.

– Είμαι ευγνώμων που μου έδειξαν εμπιστοσύνη όλες οι κυβερνήσεις. Το ίδιο το έργο το κέρδισε, βέβαια, αυτό. Οι πολιτικοί είδαν τον κόσμο, είδαν τις ψήφους. Οταν ήρθαν 600.000 για την έκθεση από τον «Θεοτοκόπουλο στο Σεζάν», και οι ουρές αγκάλιαζαν το κτίριο, ήταν στην αρχή της θητείας μου, τον Δεκέμβριο του ’92. Η Αννα Ψαρούδα Μπενάκη τότε, ως υπουργός Πολιτισμού, διαπραγματεύτηκε σκληρά για έναν Ρούμπενς, έναν Ρέμπραντ. Επαιρνε κι έλεγε “δεν σας δίνω αυτό αν δεν μου δώσετε εκείνο”… Εβαλα την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη να κάνει την πρώτη διαφήμιση έκθεσης. Στον Γκρέκο, ήταν η Ειρήνη Παπά. Οι αποφάσεις να χρησιμοποιήσουμε μάρκετινγκ τεχνικές για να προβάλουμε έργα τέχνης ήταν πρωτόγνωρες και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
 
– Αν κάνατε την αυτοκριτική σας, τι πιστεύετε ότι θα μπορούσατε να έχετε πράξει και δεν πράξατε;

– Με τα μέσα που είχα, νομίζω ότι κατάφερα τα μέγιστα. Υπάρχει βέβαια πάντα η πληγή που λέγεται κλοπή και υπάρχει μέσα μου ανοιχτή… (Σ.σ. το 2012, κλέφτες αποσπούν τρία σημαντικά έργα: Πικάσο, Μοντριάν και ένα σχέδιο σε χαρτί του 17ου αι.) Η Πινακοθήκη τότε ήταν διάτρητη. Η κλοπή με οδήγησε να κάνω διορθώσεις σε αυτό το κτίριο. Για τα αντιβαλλιστικά τζάμια έπρεπε να βρω τα χρήματα. Δεν μπορούσε να τα βάλει το υπουργείο. Από τέτοιες εμπειρίες έγιναν πάρα πολλές βελτιώσεις.
 
– Ποιο θα είναι το νέο στη νέα Εθνική Πινακοθήκη;

– Δεν είχαμε τίποτε από όλα αυτά τα εργαλεία: αμφιθέατρο, καφέ, εστιατόριο (θα λειτουργούν και εκτός ωραρίου), πωλητήριο, τίποτε από όλα όσα διαθέτει ένα σύγχρονο μουσείο. Ανοίγεται στον κόσμο, γίνεται ακόμη πιο εκπαιδευτικό και πιο διαδραστικό, διευρύνουμε τους «Φίλους της Εθνικής Πινακοθήκης» (με λίγα χρήματα θα μπορείς να είσαι συνδρομητής και να έρχεσαι όποτε θέλεις). Εφήρμοσα επίσης το αμερικανικό σύστημα: πούλησα αίθουσες. Αυτή η αίθουσα είναι της Aegean, του Βασιλάκη, στον δεύτερο όροφο η αίθουσα Μόραλη είναι Μαρίας Ρουσσέν. Ποια είναι η Μαρία Ρουσσέν; Η πρώτη γυναίκα του Μόραλη, πεθερά του Σπύρου Λάτση. Αυτά είναι αποτέλεσμα συνδυαστικής φαντασίας. Εγραψα ένα γράμμα στην Ντόροθι, στην κόρη της Μαρίας Ρουσσέν. Και δέχθηκε.
 
– Σχολιάστηκε ιδιαίτερα το γεγονός ότι η εγχάρακτη σήμανση, σε δύο πλευρές του κτιρίου, έχει το όνομα ενός από τους χορηγούς του έργου, του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος, πάνω από την ίδια την Εθνική Πινακοθήκη.

– Η σήμανση είχε προβλεφθεί και εγώ είμαι υπεύθυνη γιατί εγώ υπέγραψα τη σύμβαση. Είτε πάνω είτε κάτω, η Πινακοθήκη έπρεπε να συνδιαλέγεται με τον χορηγό της. Προσωπικά το πιστεύω και πάντα τιμούσα τους δωρητές μας. Πάντα ο δωρητής έχει μία θέση μέσα στη δωρεά του. Χωρίς τη βοήθεια του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος δεν θα γινόταν το μουσείο. Ελειπαν από τον προϋπολογισμό 13 εκατ. Τα έδωσε το Ιδρυμα και προχώρησε το έργο.

Θα ήταν παράλογο να ζητήσω να με κρατήσουν και άλλο

– Πώς θα γιορτάσετε τα 30 χρόνια σας στην Πινακοθήκη;

– Eχω να κάνω ένα ακόμη μεγάλο έργο που βρίσκεται στα σκαριά και το οποίο θα ’πρεπε να έχει προχωρήσει: το Μουσείο Καπράλου στην Αίγινα, το οποίο θα είχε ολοκληρωθεί εάν ένας κακός –το τονίζω– γείτονας δεν έκανε διαρκείς εφέσεις για να το εμποδίσει. Τώρα έχουμε ξεπεράσει το πρόβλημα και βρίσκεται στη φάση προκήρυξης. Το χρηματοδοτεί η Περιφέρεια. Το οφείλουμε στον Καπράλο, ο οποίος άφησε 6.000 έργα στην Πινακοθήκη και 10 στρέμματα οικόπεδα πάνω στη θάλασσα για να γίνει το μουσείο και η αίθουσα των τριών φίλων, Καπράλου, Μόραλη, Νικολάου. Θα είναι ένα κόσμημα. Θέλω να έχει ολοκληρωθεί και αυτό όταν φύγω.
 
– Είναι η πρώτη φορά που σας ακούω να λέτε «όταν φύγω».

– Κάποια στιγμή θα συμβεί. Αυτό που έγινε εδώ είναι ένα θαύμα και εκπλήρωση ενός οράματος που ξεκίνησε από τη δεύτερη ημέρα που μπήκα εδώ μέσα και είδα πόσο το μουσείο είχε γεράσει και δεν εξυπηρετούσε τις ανάγκες του. Βάζαμε κουβάδες όταν έβρεχε, δεν υπήρχαν αποθήκες, όταν ήρθαν τα έργα του Γκρέκο έπρεπε να γκρεμιστούν οι πόρτες για να μπουν μέσα… Χωρίς να θέλω να περιαυτολογήσω, έχω γυρίσει όλα τα μουσεία του κόσμου, η Εθνική Πινακοθήκη είναι από τα ωραιότερα. Δεν έχει πλέον να ζηλέψει τίποτα. Διαθέτει υπέροχους φωτισμούς, ευχάριστους χώρους, ανέσεις, έχει τα πάντα και, κυρίως, είναι ένα μουσείο εγκάρδιο. Αυτό ακριβώς που εκφράζει και η Λαϊκή Αγορά του Τέτση.
 
– Μέσα σε αυτά τα 30 χρόνια δεν έχετε ολοκληρώσει μια διαδρομή; 

– Θα έρθει κάποια στιγμή ένας, άλλος, νέος άνθρωπος στη θέση μου. Εγώ έπρεπε να τελειώσω το έργο μου. Τώρα πρέπει και να λειτουργήσει. Είναι ακριβώς αυτή η ανάσα χρόνου που έχω μπροστά μου. Η θητεία μου λήγει τον Ιούλιο του 2022. Θα ήταν παράλογο να ζητήσω να με κρατήσουν και άλλο. Επαναλαμβάνω: θέλω να δω το μουσείο να λειτουργεί μαζί με τους πολύ άξιους συνεργάτες που έχω. Οι συντηρητές και οι επιμελητές μας είναι οι καλύτεροι. Πήρα από εκείνους πάρα πολλά. Hταν ένα μεγάλο σχολείο για μένα η Πινακοθήκη.

– Παρακολουθείτε την τεχνολογία;

– Χρησιμοποιώ για όλα τον υπολογιστή, ετοιμάζω τέλεια power point! Επιμελημένα πολύ και τα κάνω με κέφι. Η τεχνολογία με έχει βάλει σε άλλη εποχή. Προφανώς και δεν ξέρω ό,τι θα ’θελα να ξέρω. Πάντα μαθαίνω.
 
– Η εποχή μάς ξεπερνάει κάποια στιγμή…

– …ή ασθμαίνοντας την παρακολουθούμε.

megalo-scholeio-gia-mena-i-pinakothiki0
«Με τα μέσα που είχα, νομίζω ότι κατάφερα τα μέγιστα. Υπάρχει βέβαια πάντα η πληγή που λέγεται κλοπή και υπάρχει μέσα μου ανοιχτή…».
Φωτ. ΝΙΚΟΣ ΚΟΚΚΑΛΙΑΣ

«Εχω μια ζωή πλήρη»

Μοιάζει με την αρχή ενός σύντομου μονολόγου. Είχε πολλές πτυχές, επέλεξα την πιο αυτοβιογραφική: «Εχω μια ζωή πλήρη. Είχα έναν λατρεμένο σύζυγο που τον έχασα νωρίς (σ.σ. τον σημαντικό φιλόλογο Δημήτρη Πλάκα). “Εφυγε” έξι μήνες αφότου μπήκα στην Πινακοθήκη. Παντρευτήκαμε όταν εγώ ήμουν 17 κι εκείνος 27. Η μητέρα μου πέθανε από καρκίνο, 48 χρόνων, όταν βρισκόμουν στο Παρίσι για μετεκπαίδευση. Ηταν πληγή ο θάνατός της πολύ μεγάλη. Ο Δημήτρης μού έλεγε ότι έκανα τρία χρόνια να γελάσω… Για να επιστρέψω, όμως, στην αρχή. Σπούδασα και έκανα αυτά που μου άρεσαν. Είχα μαθητές που αγαπώ και με αγαπούν. Ηρθα σε αυτό το μουσείο και έκανα πράγματα που πέτυχαν, όσο πέτυχαν. Δεν φοβάμαι τον θάνατο. Φοβάμαι μόνο την αρρώστια. Και για ένα πράγμα στενοχωριέμαι: Δεν θα προλάβω να δω τις τεχνολογικές εξελίξεις».

Η συνάντηση

Εγκατασταθήκαμε στο φουαγιέ  της Πινακοθήκης. Για να ευχηθούμε «καλορίζικο» –το «Γεύμα» ήταν ανέφικτο– προσφέραμε μια μίνιμαλ σύνθεση με λιλά ορχιδέα. «Ολα είναι έτοιμα και έρημα. Περιμένουν τη λήξη του COVID συναγερμού για να ανοίξουν οι πόρτες στο κοινό.  Στον τρίτο όροφο επικρατεί κινητικότητα. Τοποθετούνται τα έργα της σύγχρονης ελληνικής ζωγραφικής, εγκαταστάσεις και βίντεο. Στον ίδιο όροφο το εστιατόριο, με τζαμαρίες τριγύρω, που αφήνουν το φως και την πόλη να εισβάλουν. Πανόραμα! «Δεν πρέπει να παραλείψουμε ένα πράγμα: αν το έργο αυτό επιταχύνθηκε, οφείλεται στον Κυριάκο Μητσοτάκη και στη Λίνα Μενδώνη», λέει η κ. Λαμπράκη. «Οταν συνάντησα τον πρωθυπουργό, με ρώτησε τι θα ήθελα από την κυβέρνηση. Του απάντησα: Ανοιχτή Πινακοθήκη».

megalo-scholeio-gia-mena-i-pinakothiki2