Βρασίδας Καραλής: Το πένθος είναι ένα είδος μειλιχιότητας

Βρασίδας Καραλής: Το πένθος είναι ένα είδος μειλιχιότητας

Η διαχείριση της απώλειας, η Αυστραλία και η Ελλάδα, και ο πανταχού παρών ηλικιακός ρατσισμός

7' 23" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Στην αρχή τον αποχαιρέτισε με έναν στίχο του Τ.Σ. Ελιοτ στον τάφο του: «You are the music while the music lasts» («Είσαι η μουσική όσο η μουσική διαρκεί»). Αλλά δεν έφτασε· έτσι έξι μήνες αργότερα κυκλοφόρησε ένα μικρό βιβλιαράκι που έγινε αμέσως μπεστ σέλερ στην Αυστραλία, μεταφράστηκε ήδη στα ελληνικά, από την Κατερίνα Σχινά (εκδ. Lifo), και ετοιμάζεται να εκδοθεί και στην Αμερική. Είναι ένα κείμενο για την απώλεια του συντρόφου του, Ρόμπερτ Τζόζεφ Μήντερ, στα 64 χρόνια του. Συνυπήρχαν επί τρεις δεκαετίες, δεν είχαν παντρευτεί, δεν ήθελαν ούτε γάμο ούτε παιδιά.

Ο Βρασίδας Καραλής και ο Ρόμπερτ συναντήθηκαν στο Σίδνεϊ το 1993 και από την πρώτη στιγμή αποφάσισαν ότι «θέλουν να γεράσουν μαζί». Ο ένας είναι καθηγητής Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ και συγγραφέας, μελετητής του ελληνικού κινηματογράφου· ο άλλος ήταν μουσικός. Επαιζε βιόλα και βιολί, με τον «πιο βελούδινο ήχο».

«Η απουσία του Ρόμπερτ» –«my better half», όπως λέει ο κ. Καραλής– «μετέτρεψε τη ζωή μου σε “τοπίο στην ομίχλη”. Είναι σαν δήλωση ενός άλλου κόσμου».

Τον συνάντησα στην Αθήνα. Ηταν εδώ και για την παρουσίαση του βιβλίου του «Μια ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου», ανανεωμένη έκδοση της πρώτης του 2012, που είχε κυκλοφορήσει στα αγγλικά. «Για μένα η Ελλάδα είναι ένα φαντασιακό τοπίο, ουσιαστικά, όχι νοσταλγικό. Συναντώ παλιούς φίλους, το παρελθόν μου, ξαναβλέπω τα μέρη που πέρασα τα εφηβικά χρόνια μου, που σπούδασα».

– Συνδέεται η Ελλάδα με τα πένθη σας; Πριν από τρία χρόνια πέθανε η μητέρα σας.

– Το πένθος δεν είναι μόνο μελαγχολία. Εχει και ένα είδος μειλιχιότητας. Παραδίδεσαι σε αυτά που γίνονται γύρω σου. Δεν αντιδράς, δεν νευριάζεις, δεν εξοργίζεσαι… Είναι, πιο πολύ, μια ατμόσφαιρα. Αυτά που σε εξόργιζαν στο παρελθόν, τώρα τα βλέπεις με άλλο μάτι. Με το πένθος αναθεωρείς τις αρχές σου, ξαναβλέπεις τα πράγματα. Εχεις μια διάθεση άφεσης και συγχώρεσης. Η σοφία της ελληνικής γλώσσας: συν-χωρώ. Να συγκατοικείς και με αυτά που σε αρνούνται, και με αυτά που παλιά δεν τα δεχόσουν.

– Εσείς, σε ποιον κόσμο κατοικείτε;

– Δεν ξέρω πια. Δεν είμαι ούτε στην Αυστραλία ούτε στην Ελλάδα. Ο Ρόμπερτ ήταν το σπίτι μου, η γη μου, νιώθω σαν να έχω χάσει τα πόδια μου. Εκείνος μου έμαθε να βλέπω τα πράγματα θετικά, να κατανοώ την καρδιά του ανθρώπου πιο πολύ, τα διλήμματα, τις αβεβαιότητες, τα αδιέξοδα. Γιατί η αρνητικότητα είναι το σύμπτωμα, όχι η αιτία.

– Αισθάνεστε ότι υπάρχει μεγαλύτερη αρνητικότητα στην Ελλάδα απ’ ό,τι στην Αυστραλία;

– Ναι. Στο παρελθόν νόμιζα ότι οι Ελληνες ξέρουν να δίνουν. Τώρα αμφιβάλλω πολύ. Δεν ξέρουν να δίνουν, δεν ξέρουν να μοιράζονται πράγματα.

Δεν είμαι εναντίον της τεκνοθεσίας ομόφυλων ζευγαριών, πιστεύω όμως ότι τα παιδιά έχουν ανάγκη δύο πρότυπα. Η μάνα σου δίνει τη γλώσσα, τις ρίζες, τη μυθολογία.

– Υπήρξατε, από αυτήν την άποψη, τυχερός στη ζωή σας…

– Ναι. Εχασα όμως το κέντρο μου και τον προσανατολισμό μου. Γι’ αυτό έγραψα και το βιβλίο αυτό. Τους πρώτους μήνες ήμουν σαν ζόμπι. Μετέωρος πάνω από το μηδέν…

– Δεν είχατε παντρευτεί με τον Ρόμπερτ.

– Οχι, γιατί δεν είμαι, γενικώς, υπέρ του γάμου. Στην Αυστραλία από το 2000 υπήρχε η νομική διαδικασία κατά την οποία μπορούσες να παραχωρήσεις στον σύντροφό σου τα περιουσιακά στοιχεία σου, χωρίς γάμο. Ισχυε για ετεροφυλόφιλους και ομοφυλόφιλους. Ο γάμος ψηφίστηκε το 2007. Δεν θεωρούσα ότι θα πρόσθετε κάτι στην καθημερινότητά μας. Ημουν, επισήμως, ο σύντροφός του.

Το χειρότερο πράγμα που αντιμετωπίσαμε στην Αυστραλία δεν ήταν η ομοφοβία αλλά το ageing (η ηλικία). Πολλοί άνθρωποι, ειδικά τα τελευταία χρόνια νοσοκόμες από διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα, έλεγαν «γιατί να ζει κάποιος πάνω από τα 60»; Το κατήγγειλα στο νοσοκομείο, έκανα δύο φορές αναφορά.

– Είναι γενικότερο το φαινόμενο αυτό στην Αυστραλία;

– Ναι. Οι άνω των 50 θεωρούνται σχεδόν περιττοί. Είναι η μεγάλη διαφορά με την Ελλάδα. Στην Αυστραλία είναι διάχυτη η νεοφιλία. Ο Ρόμπερτ άρχισε να χάνει τις δουλειές που είχε ως μουσικός στις ορχήστρες όταν πέρασε τα 40. Γι’ αυτό και αποφάσισε να γίνει δάσκαλος και έφτιαξε μια ολόκληρη μουσική σχολή στην Αυστραλία. Πήρε ένα μικρό τμήμα με 10 άτομα και το αύξησε στα 150. Δεν αισθανθήκαμε ποτέ θύματα της κοινωνίας. Εάν γινόταν δύσκολο για τη ζωή μας θα πηγαίναμε να εγκατασταθούμε αλλού.

– Είστε υπέρ της τεκνοθεσίας ομόφυλων ζευγαριών;

– Δεν είμαι εναντίον. Πιστεύω όμως ότι τα παιδιά χρειάζονται μητέρα. Τα παιδιά έχουν ανάγκη δύο πρότυπα και οπωσδήποτε εκείνο της μητέρας. Η μάνα σου δίνει τη γλώσσα, τις ρίζες, τη μυθολογία. Ο άνδρας είναι ο θηρευτής. Η μάνα είναι η γαία. Εκτός εάν αυτό όλο εξελιχθεί σε ένα μεγάλο κοινωνικό πείραμα. Είναι ένα μεγάλο στοίχημα. Φοβάμαι, όμως, ότι όλες αυτές οι διαφορετικές αντιλήψεις δηλώνουν πως οι άνθρωποι έχουν χάσει την αίσθηση του κέντρου βάρους που είναι μέσα τους.

Βρασίδας Καραλής: Το πένθος είναι ένα είδος μειλιχιότητας-1
Ο Βρασίδας Καραλής μιλάει στην «Κ» για την απώλεια του συντρόφου του, Ρόμπερτ Μήντερ. «Ηταν το σπίτι μου, η γη μου, νιώθω σαν να έχω χάσει τα πόδια μου», λέει και εξηγεί γιατί ουδέποτε θέλησε να παντρευτούν, παρότι στην Αυστραλία ο γάμος ατόμων του ιδίου φύλου αναγνωρίζεται από το 2007. Φωτ. ΝΙΚΟΣ ΚΟΚΚΑΛΙΑΣ

Στο σινεμά είδα το βάθος της ελληνικής συνείδησης

«Ποιος πρόσεξε ότι “Η Στεφανία στο αναμορφωτήριο” ήταν η πρώτη queer ταινία στον ελληνικό κινηματογράφο και ότι όλες οι ταινίες του Δαλιανίδη είναι κατάφορτες από ομοερωτικά σύμβολα;» σχολιάζει ο Βρασίδας Καραλής. Ή στρέφεται στη γυναικεία σκηνοθετική παρουσία αποκαλύπτοντας τη σημασία της Μαρίας Πλυτά ή επισημαίνοντας πως «αν είχε γίνει στο Χόλιγουντ το “Νησί της σιωπής” της Λίλας Κουρκουλάκου (1958) για τη Σπιναλόγκα, θα είχε την ίδια θέση που έχει “Ο τρίτος άνθρωπος”…».

«Η ιστορία του κινηματογράφου για μένα είναι ιστορία των ταινιών. Ετσι την έγραψα. Σαν να υπάρχει διάλογος και συνέχεια ανάμεσα στις ταινίες», λέει. «Γιατί τελικά μια ιστορία του κινηματογράφου δεν μπορεί να εστιάζεται μόνο στα γεγονότα ή τις προσωπικότητες αλλά στις εικόνες, πρωτίστως στις εικόνες ως γεγονότα και κατόπιν στα γεγονότα μέσα στις εικόνες».
Το βλέμμα του Βρασίδα Καραλή στον ελληνικό κινηματογράφο, από τις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι τις μέρες μας, δεν είναι αναμενόμενο. Αυστηρά τεκμηριωμένο και κοινωνικά πολυπρισματικό, αποτελεί για τον συγγραφέα του έργο ζωής. Το «Μια ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου» (εκδ. Δώμα, μτφρ. Αχιλλέας Ντελλής) «απευθύνεται, κατ’ αρχάς, στο διεθνές αναγνωστικό κοινό και επιδιώκει να τοποθετήσει το ελληνικό σινεμά στο παγκόσμιο. Για τους ξένους, η ελληνική κινηματογραφική εμπειρία περιελάμβανε είτε τον “Ζορμπά” του Κακογιάννη είτε τον Θόδωρο Αγγελόπουλο. Για πρώτη φορά, τώρα, ενδιαφέρονται και με ρωτούν αν μπορώ να επιβλέψω ένα διδακτορικό για τον Σωτήρη Γκορίτσα, για παράδειγμα». 

Ενας ακόμη σκοπός του βιβλίου ήταν «να ενσωματώσει την εικονοπλαστική γλώσσα στην ανοιχτή δημοκρατία του παγκόσμιου κινηματογράφου». «Ο ελληνικός κινηματογράφος δεν ήταν ποτέ καθαρά εθνικός: ήταν εξ υπαρχής διεθνικός και πολυεθνικός», υπογραμμίζει. «Ο άνθρωπος που τον θεμελίωσε ήταν ο Τζόζεφ Χεπ από την Ουγγαρία και αργότερα ο Γουόλτερ Λάσαλι (σ.σ Γερμανοβρετανός βραβευμένος με Οσκαρ φωτογραφίας για τον «Ζορμπά») και ο Τζιοβάνι Βαριάνο (σ.σ. βραβευμένος διευθυντής φωτογραφίας, που συνεργάστηκε με τον Τ. Κανελλόπουλο, τον Ν. Κούνδουρο), αυτοί διαμόρφωσαν την εικονογραφική εντοπιότητα που προσδιόρισε την κινηματογραφική εξέλιξη μέχρι σήμερα. Ηταν μια πολυσυλλεκτική προσπάθεια που αντλούσε στοιχεία μύθου και τεχνικές αναπαραστάσεις και βέβαια τεχνολογία, από άλλες κινηματογραφικές παραδόσεις».

Η καταβύθιση στο ελληνικό σινεμά επί χρόνια δηλώνει ότι του πρόσφερε αυτογνωσία, «γιατί ξαναείδε τον εαυτό του σαν παιδί να μπαίνει μέσα στο σινεμά και να ξαναγεννιέται. Ξαναέβλεπες γύρω σου ιστορία και ανθρώπους, συναισθήματα. Μέσα από τον κινηματογράφο είδα το πολιτισμικό βάθος της νεοελληνικής συνείδησης. Αυτογνωσία από τη μία, αυτοκριτική από την άλλη. Σαν να λέγαμε: “Κοιτάξτε, αυτοί είμαστε, καλοί/κακοί”…».

Σχέση προκάτ

Πώς βλέπει τη σχέση του Στέφανου Κασσελάκη με τον σύζυγό του Τάιλερ Μακμπέθ; «Μου φάνηκε η εικόνα πολύ προκάτ. Ζώντας, νομίζω, στην κοινωνία του θεάματος, έχουν γίνει μέρος του, θέαμα και οι ίδιοι, συμβάλλοντας ώστε να αποκτήσει και μια υπαρξιακή διάσταση, που είναι ο έρωτας ανάμεσα σε δύο άνδρες. Θεωρώ, επίσης, προσβλητικό το ύφος του Κασσελάκη, το πώς δείχνει με το δάχτυλο ανθρώπους. Είναι μια συμβολική βία. Είσαι πολιτικός, δημόσιο πρόσωπο, πρέπει να είσαι προετοιμασμένος να δεχτείς τον σαρκασμό και την απόρριψη και να έχεις αντεπιχείρημα. Να πείσεις ότι είσαι και κάτι άλλο». Αντιτείνω ότι ανήκουν σε «άλλη γενιά ομόφυλων ζευγαριών». «Είναι, νομίζω, πιο κοντά στο αμερικανικό πρότυπο», σχολιάζει. «Ανταποκρίνονται στις προσδοκίες της κοινωνίας. Εμείς, τότε, έπρεπε να διαρρήξουμε αυτές τις προσδοκίες. Σήμερα, ζητούν ενσωμάτωση. Εμείς, τότε, ξεκινήσαμε από το μηδέν».

H συνάντηση

Στην Αθήνα ο Βρασίδας Καραλής έμεινε στο ξενοδοχείο που προτιμούσαν με τον Ρόμπερτ, ο οποίος αγαπούσε πολύ την Ελλάδα, απέναντι από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός. 
Εκεί συναντηθήκαμε, απόγευμα, για έναν καφέ. Αλλά η περί φαγητού συζήτηση δεν έλειψε. «Εγώ μαγείρευα. Δεν ήξερα μάλιστα, και πήγα έξι μήνες σε μια σχολή για σεφ για να μάθω!».

«Σε βοήθησε;» ρωτώ. «Οχι! Μου έλεγε πάντα και γελούσαμε “η Μπολονέζ σου δεν τρώγεται!”». Του χρόνου ο Βρασίδας Καραλής θα βγει στη σύνταξη. Θέλει να διακονήσει τη μνήμη του Ρόμπερτ. «Να δημιουργήσω μια μουσική υποτροφία στο όνομά του, διαθέτοντας σε αυτήν και τα έσοδα από τα βιβλία. Εδωσα ήδη τη βιόλα του να χρησιμοποιείται από τον καλύτερο μαθητή της σχολής του κάθε χρόνο».

Βρασίδας Καραλής: Το πένθος είναι ένα είδος μειλιχιότητας-2

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή