ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Κατερίνα Ευαγγελάτου στην «Κ»: Δεν έχουμε την τέχνη που μας αξίζει

1r8a5808aaa

Το γραφείο της στο Φεστιβάλ Αθηνών είναι τακτοποιημένο, με φρούτα, νερό και καφέ για τον επισκέπτη, και αυτοκόλλητα χαρτάκια να της θυμίζουν εκκρεμότητες. Χώρος φωτεινός, με φυτά στα παράθυρα και μια διάθεση ηρεμίας που προκαλεί το πιανιστικό κλασικό κομμάτι που ακούμε σε διακριτική ένταση. Η σκηνοθέτις Κατερίνα Ευαγγελάτου, νέα καλλιτεχνική διευθύντρια του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, είναι εντυπωσιακή στο βυσσινί της φόρεμα και στα τακούνια. Αποπνέει σιγουριά και αυτοπεποίθηση, παρότι έχει τρία βαριά φορτία: τη διεύθυνση του πιο εξωστρεφούς πολιτιστικού θεσμού της χώρας, τη σκηνοθεσία του «Αμλετ» στο οικογενειακό θέατρο, που εξασφάλισε έως τον Μάιο, και τη συνεργασία της με τη Λυρική Σκηνή, στον «Ριγκολέττο» του Βέρντι που θα δούμε τον Ιούνιο.

Τα δύο ήταν προγραμματισμένα από καιρό, το Φεστιβάλ είναι το καινούργιο στοίχημα. Δεν κρύβει ότι από τη νέα της θέση σκέφτεται πολύ συχνά τους γονείς της, τον Σπύρο Ευαγγελάτο και τη Λήδα Τασοπούλου. Στο Αμφι-Θέατρο, όπου κάνει πρόβες, κάθε γωνία έχει την πνοή τους. Η Επίδαυρος και το Ηρώδειο επίσης. Η Λυρική Σκηνή την αύρα του πατέρα της. «Νομίζω ότι θα ήταν πολύ χαρούμενοι», λέει τρυφερά.

Στο Ηρώδειο θα δούμε μεγάλες ορχήστρες, παραγωγές θεάτρου και χορού, ένα άνοιγμα σε διαφορετικά είδη μουσικής, μεγάλους ερμηνευτές της τζαζ. Τζαζ και στη Μικρή Επίδαυρο, που θα έχει μουσικό χαρακτήρα, ενώ η Πειραιώς 260 θα διατηρήσει τη φυσιογνωμία της. Σίγουρα δεν θα έχουμε το «Ανοιγμα στην πόλη» – «80 παραγωγές σε πολύ μικρούς χώρους δεν μπορεί να σηκώσει η Αθήνα. Στοχευμένα θα υπάρξουν κάποιες εκτός της Πειραιώς».

Η 39χρονη σκηνοθέτις δεν ζήτησε διαχειριστικό έλεγχο, «δεν χρειάστηκε», απαντά. Πιστεύει στη μικρότερη χρονική διάρκεια του Φεστιβάλ, σε «λιγότερες παραγωγές με καλύτερους οικονομικούς όρους για τους καλλιτέχνες». Να κάτι που έμαθε σπουδάζοντας στο εξωτερικό, κυρίως στη Ρωσία: «Την αγάπη για τους ηθοποιούς, πώς να συνεργάζεσαι σε ένα όραμα μαζί με άλλους καλλιτέχνες».

H πρώτη αντίδραση ήταν η έκπληξη, όταν η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη τής έκανε την πρόταση. «Είναι πολύ δύσκολο να αναλαμβάνει κανείς μια τέτοια θέση, 1η Σεπτεμβρίου, για ένα πρόγραμμα που καλείται να σχεδιάσει και να ανακοινώσει τον Ιανουάριο». Μπήκε όμως με φόρα, επιδιώκοντας συνεργασίες με πρεσβείες, ιδρύματα, φορείς πολιτισμού στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και θα δώσει, λέει, «τα πρώτα σημάδια από φέτος». Θα κάνει επίσης παραγγελίες νέων έργων. Και δηλώνει ευχαριστημένη «ότι υπήρχε συνεργασία με την προηγούμενη διεύθυνση, τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο. Κάποιοι από τους συνεργάτες του παραμένουν. Εχει σημασία να υπάρχει συνέχεια».

– Η έλλειψη διοικητικής εμπειρίας σάς φοβίζει;
– Πάντα αναλάμβανα τα εγχειρήματα με μεγάλο ρίσκο. Ετσι είναι η φτιαξιά του χαρακτήρα μου, δεν φοβάμαι τις ευθύνες. Δεν είναι θράσος, ούτε ελαφρότητα, αλλά πίστη και ενθουσιασμός. Ισως και μικρή άγνοια του κινδύνου. Επίσης δεν έχω την οικονομική ευθύνη του οργανισμού. Υπάρχουν γενική διευθύντρια και οικονομικός διευθυντής.

– Ο κ. Θεοδωρόπουλος δήλωσε πως είχε πλεονασματικό προϋπολογισμό, κάτι που, όπως είχε πει, «μεταφράζεται στη μη χρήση έκτακτης επιχορήγησης για πρώτη φορά στην ιστορία του θεσμού».
– Υπήρξε έκτακτη επιχορήγηση, συγκεκριμένα πέρυσι, γιατί μειώθηκε το ποσοστό που λαμβάνει το Φεστιβάλ από τα καζίνο – μια ειδική ρύθμιση από την εποχή του ΕΟΤ. Επειδή αυτό άλλαξε, υπήρξε έκτακτη επιχορήγηση για να καλυφθεί η διαφορά. Παρ’ όλα αυτά, είναι ένας υγιής οργανισμός και δεν έχω άγχος να καλύψω κάποια τρύπα.

katerina-eyaggelatoy-stin-k-den-echoyme-tin-techni-poy-mas-axizei0
«Πάντα αναλάμβανα τα εγχειρήματα με μεγάλο ρίσκο. Ετσι είναι η φτιαξιά του χαρακτήρα μου, δεν φοβάμαι τις ευθύνες. Δεν είναι θράσος, ούτε ελαφρότητα, αλλά πίστη και ενθουσιασμός», λέει η Κατερίνα Ευαγγελάτου.

– Με τι χρήματα ξεκινάτε το πρόγραμμα για το 2020;
– Με το ίδιο ποσόν, ελπίζω, που είχε στη διάθεσή του πέρυσι ο προκάτοχός μου, περίπου 10 εκατ. ευρώ για τα ανελαστικά έξοδα, τις μισθοδοσίες, όλα. Απ’ αυτά, μόλις τα 3,5 εκατ. ευρώ διατίθενται για το καλλιτεχνικό μέρος, τεσσάρων στην ουσία, φεστιβάλ: Επιδαύρου, Ηρωδείου, Πειραιώς και Μικρής Επιδαύρου. Κάνουμε μεγάλη προσπάθεια ανεύρεσης χορηγών, συμπράξεων με άλλους οργανισμούς, ιδρύματα. Εχουμε ανάγκη από μεγάλους χορηγούς να σταθούν στο πλευρό μας, που ενδιαφέρονται για το ρηξικέλευθο, το πάντρεμα παράδοσης και νέας ματιάς, τις συνομιλίες με το εξωτερικό.

– Εκτός από τον Πολωνό σκηνοθέτη Κριστόφ Βαρλικόφσκι, υπάρχουν άλλες δεσμεύσεις στο πρόγραμμα;
– Αυτός και κάποιες ορχήστρες για το Ηρώδειο, συμπράξεις που είχαν ξεκινήσει πέρυσι και τις ολοκληρώνουμε.

Το θολό θεατρικό τοπίο και το άγχος επιβίωσης του ηθοποιού

– Γιατί αλλάζετε τον χαρακτήρα της Μικρής Επιδαύρου σε καθαρά μουσικό;
– Θεωρώ ότι η μουσική ταιριάζει ωραία στον χώρο, θα δοκιμάσουμε, θα δούμε την ανταπόκριση, ίσως δεν είναι κάτι μόνιμο. Ηθελα επίσης να δοθεί χώρος σε καλλιτέχνες των οποίων το είδος που υπηρετούν δεν ταιριάζει στο Ηρώδειο. Γι’ αυτούς δεν υπήρχε χώρος στο Φεστιβάλ. Ενδιαφερόμαστε για παράξενες συναντήσεις: μπαρόκ με electronics, Ανατολής – Δύσης, συναυλίες σύγχρονης «λόγιας» μουσικής που δεν μπορούν να γίνουν αλλού, συναυλίες για φωνή και πιάνο, κουαρτέτα, την πλούσια ελληνική σκηνή της τζαζ.

– Τι αλλαγές να περιμένουμε γενικότερα;
– Καλό θα ήταν να συντομευθεί το Φεστιβάλ, για να είναι πιο δυναμικό. Λιγότερες παραγωγές, με καλύτερους οικονομικούς όρους για τους Ελληνες καλλιτέχνες, με κατάλληλες συνθήκες ώστε να μπορούν να παραγάγουν καλλιτεχνικό έργο υψηλού επιπέδου. Το Φεστιβάλ πρέπει να προσφέρει κάτι που δεν μπορείς να το κάνεις μόνος σου και τη δυνατότητα να δουλέψεις απρόσκοπτα. Μοιράζοντας πολύ λίγα χρήματα σε πάρα πολύ κόσμο, για μένα δεν είναι φεστιβάλ. Το Φεστιβάλ δεν έχει κανένα λόγο να συνεχίζει τα τσουρούτικα πράγματα. Ηδη το θεατρικό τοπίο είναι θολό και θέλουμε να βοηθήσουμε να έχουν οι συνάδελφοί μου καλύτερους όρους εργασίας. Δεν είναι σίγουρο ότι θα κάνουν καλύτερη παράσταση, αλλά δημιουργείς την προϋπόθεση.

– Σε ένα τέτοιο θαμπό τοπίο, πώς δημιουργεί η καλλιτεχνική κοινότητα;
– Χωρίς χρήματα. Δεν υπάρχει μακροπρόθεσμη πνοή στην επένδυση. Να συμπορευθείς, δηλαδή, με έναν παραγωγό, φτιάχνοντας ένα χώρο, με συγκεκριμένο ρεπερτόριο για τα επόμενα πέντε χρόνια, απασχολώντας 15 ηθοποιούς. Είναι ο λόγος που δεν έχουμε την τέχνη που μας αξίζει, γιατί καλλιτέχνες υπάρχουν, αλλά δεν τους δίνουμε τη δυνατότητα να εργαστούν όπως πρέπει. Υπάρχει τεράστιο άγχος επιβίωσης και πενιχροί ή καθόλου μισθοί. Ο ηθοποιός το πρωί παίζει σε κάποιο παιδικό, το μεσημέρι κάνει πρόβες για άλλη παράσταση, το βράδυ παίζει σε τρίτη και ενδιάμεσα διδάσκει σε σχολή. Πρέπει να φτιαχτεί ένα σωστό πλαίσιο για τις επιχορηγήσεις, με σωστή αξιολόγηση, ποσά που να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα της αγοράς, με ενθάρρυνση των χορηγών και φοροαπαλλαγές, για να αλλάξει το τοπίο.

– Ο «Αμλετ» των γονιών σας σφράγισε τόσο έντονα την εφηβεία σας ώστε να επιστρέψετε, στο Αμφι-Θέατρο, που ανοίγει ύστερα από οκτώ χρόνια, με τον δικό σας «Αμλετ»;
– Είχα έντονες εικόνες από εκείνη τη δουλειά που είδα έξι-επτά φορές, στα 11 μου χρόνια, είχα μανία μαζί της. Είχε τρομερό καστ, τον Γιάννη Φέρτη, τη μαμά μου, την Ελένη Χατζηαργύρη, τον Γιώργο Μοσχίδη, τον Χρήστο Καλαβρούζο, τον Κώστα Αθανασόπουλο. Ηθελα να επισκεφθώ αυτό το σύμπαν. Είχα ανάγκη να μη γίνει σε ένα κανονικό θέατρο. Ηθελα μια μεγαλύτερη σχέση του δραματουργικού υλικού του έργου Σαίξπηρ, που έχει να κάνει με ένα βασίλειο που κάποτε ήταν, αλλά τώρα δεν είναι, κι ένα χώρο που ήταν κάποτε στις δόξες του, όπως το Αμφιθέατρο, και τώρα δεν είναι. Γίνονται αναφορές της παράστασης που σκηνοθέτησε ο πατέρας μου το 1991 μέσα στη δική μου. Από την αρχή σκέφτηκα το Αμφιθέατρο, αλλά επρόκειτο να πωληθεί. Αναζητούσαμε μάταια χώρους, ώσπου σκέφθηκα να ξαναρωτήσω τους ιδιοκτήτες του. Η συμφωνία πώλησης είχε σπάσει και έτσι, καρμικά, πήραμε τον χώρο μέχρι τον Μάιο. 

Η οικογένεια

Ο θάνατος είναι ένα κομμάτι του έργου του Σαίξπηρ, αλλά και προσωπικό ζήτημα. «Σκέφτομαι πως το Αμφι-Θέατρο ήταν κάτι επί 36 χρόνια. Ηταν μια πύλη που ξαφνικά έπαψε να υπάρχει και τώρα την επισκεπτόμαστε πάλι. Πολλά από τα κεντρικά πρόσωπα εκείνης της παράστασης δεν υπάρχουν πια, όπως και τα έργα που έπαιξαν.

Με απασχολεί τι μένει από το θέατρο, που είναι τόσο θνησιγενής τέχνη». Είναι δύσκολο να ξεχωρίσει ποια στοιχεία του χαρακτήρα της άλλαξαν ή εμφανίστηκαν με τις απώλειες της μητέρας, του αδελφού και του πατέρα της. «Βλέπετε, οι απώλειες είναι τόσο παρέα με τη ζωή μου από μικρή. Ημουν πάντα δυνατός άνθρωπος και φαίνεται πως η ζωή δεν χάνει ευκαιρία να με τεστάρει». Οι συνεργάτες της την περιγράφουν ταλαντούχα, ικανή, αγχώδη, αυστηρή, κάποιοι και σκληρή. Θεωρεί πως «η αυστηρότητα και η πειθαρχία σε έναν άνδρα χαρακτηρίζεται προτέρημα, στη γυναίκα για κάποιο λόγο θεωρείται αφύσικη». Δώδεκα χρόνια στον χώρο της σκηνοθεσίας, λέει πως στην αρχή «υπήρχε αυξημένη επαγρύπνηση, προσδοκία, ίσως και δυσπιστία, για το παιδί που επιλέγει τη δουλειά των γονιών του. Η πορεία και οι αποφάσεις μου έδειξαν τι είμαι. Είμαι ένας άνθρωπος που προήλθε από σπουδαία οικογένεια, που γι’ αυτό ακριβώς έκανα διπλό αγώνα για να αποδείξω ότι δεν πάτησα σε εύκολο έδαφος. Ξεκίνησα έχοντας ένα πλούσιο υπέδαφος, αλλά αυτό το καρποφόρησα».