ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος στην «Κ»: Στο κείμενο του Ζελέρ βλέπω και τον εαυτό μου

vaggelis-theodoropoylos-stin-k-sto-keimeno-toy-zeler-vlepo-kai-ton-eayto-moy-2352725

«Είχα την πολυτέλεια, τελειώνοντας στο Φεστιβάλ, να μπορώ να επιστρέψω στο Θέατρο του Νέου Κόσμου που δημιούργησα, και να ξεκινήσω αμέσως πρόβες. Αυτό δεν μου άφησε το περιθώριο να μελαγχολήσω, να νιώσω ότι κάτι έχασα», λέει ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, έχοντας ολοκληρώσει μια επιτυχημένη θητεία στο Φεστιβάλ Αθηνών κι έχοντας παραδώσει τα ηνία στην Κατερίνα Ευαγγελάτου. «Εκλεισε ένας κύκλος, δεν θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερος, έστησα τέσσερα φεστιβάλ σε τρία χρόνια. Σ’ αυτή τη διαδρομή είχα συγκεκριμένους στόχους με κέντρο την ποιότητα. Φαίνεται ότι άρεσαν, γι’ αυτό ελαχιστοποιήθηκαν οι αντίθετες φωνές που ήταν φυσικό να υπάρχουν στην αρχή, όταν πήγα».

Με αυτά τα συναισθήματα καταπιάστηκε με τον «Γιο» που έγραψε ο Φλοριάν Ζελέρ πριν από ένα χρόνο και τώρα, παρουσιάζεται στην Κεντρική Σκηνή του Θεάτρου του Νέου Κόσμου. «Ενα έργο για τον πατέρα», όπως λέει στην «Κ». Οσο για τον συγγραφέα, θεωρεί ότι «είναι ο Τσέχοφ των αρχών του 21ου αι. Αλλωστε, με την έλλειψη ανθρώπινης επικοινωνίας ασχολήθηκαν και οι δύο».

Ο «Γιος» αποτελεί μέρος της τριλογίας που έγραψε και περιλαμβάνει τον «Πατέρα», έργο που καταπιάνεται με την άνοια, και τη «Μητέρα» που εστιάζει στην κατάθλιψη. «Οι κριτικές στο εξωτερικό αναφέρουν ότι είναι το καλύτερο της τριλογίας. Οι Γάλλοι τον θεωρούν τον καλύτερο συγγραφέα της εποχής τους, ενώ στην Αγγλία η “Γκάρντιαν” τον χαρακτηρίζει “το φαινόμενο Ζελέρ”».

Οταν ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος είδε την παράσταση στο Παρίσι, ήταν ακόμη επηρεασμένος από το «Ποιος σκότωσε το σκύλο τα μεσάνυχτα» του Σάιμον Στίβενς, που ανέβασε πέρυσι και επαναλαμβάνει για δεύτερη σεζόν στο Θέατρο Καρέζη. Εργο που περιγράφει τις περιπέτειες ενός έφηβου αγοριού που πάσχει από το σύνδρομο Ασπεργκερ. Βέβαια, το θέμα σχέσεων γονέων και παιδιών,τον είχε απασχολήσει και στο παρελθόν, όταν ανέβασε τις «Σεξουαλικές νευρώσεις των γονιών μας», τα «Ορφανά», ή τα «Παράσιτα».

«Με ενδιαφέρει πολύ ο νέος, πώς πατάει στα πόδια του, η ψυχική του ισορροπία κ.ά. Αυτό το έργο, καταπιάνεται με έναν έφηβο που οι γονείς του θεωρούν ότι απλώς περνάει εφηβεία και μια δύσκολη περίοδο επειδή χώρισαν, χωρίς να αφουγκραστούν το πραγματικό του πρόβλημα. Ο “Γιος” είναι η ιστορία ενός πατέρα που προσπαθεί να σώσει τον γιο του, αλλά όπως έχει σημειώσει ο ίδιος ο Ζελέρ, “έρχεται μια στιγμή που δεν μπορούμε να έρθουμε στη θέση του άλλου. Πρέπει λοιπόν να αποδεχθούμε την αδυναμία μας. Αυτός ο πατέρας προσπαθεί να σώσει το παιδί του με την αγάπη. Ανακαλύπτει όμως ότι η αγάπη δεν αρκεί”».

Τι τον συγκίνησε στη γαλλική παράσταση; «Μου έκανε εντύπωση ότι υπήρχαν πολλοί άνδρες θεατές, παρότι όπως και στην Ελλάδα έτσι και στο εξωτερικό, οι γυναίκες στηρίζουν το θέατρο. Επιπλέον, η γραφή του είναι απλή και ανήκει στην κατηγορία του ποιητικού ρεαλισμού. Ο τρόπος που περνάει από τη μια σκηνή στην άλλη, μου θυμίζει τις ανατροπές της ζωής».

vaggelis-theodoropoylos-stin-k-sto-keimeno-toy-zeler-vlepo-kai-ton-eayto-moy0
«Με το Φεστιβάλ Αθηνών έκλεισε ένας κύκλος. Δεν θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερος», λέει ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος.

Υπάρχουν, προσθέτει, πολλοί νέοι που έχουν διάφορα προβλήματα και κανείς δεν είναι κοντά τους. «Σύμφωνα με τον Ζελέρ, στη Γαλλία υπάρχει ένα είδος άγνοιας για την ψυχική ασθένεια και σ’ αυτή την άγνοια προστίθενται η ντροπή και ο πόνος. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και στην Ελλάδα. Η ψυχική νόσος δεν είναι κάτι που φαίνεται, όπως άλλες ασθένειες, είναι πιο περίπλοκη γιατί είναι σκοτεινή. Για την πλειονότητα είναι και κοινωνικό στίγμα».

Ο Μίλτος

Επιπλέον, μέσα στο κείμενο του Ζελέρ «βλέπω και τον εαυτό μου και αυτό είναι σοβαρός λόγος να ανεβάζεις ένα έργο. Στον γιο μου, τον Μίλτο, έδωσα πολύ χώρο». Η συζήτηση στρέφεται και στην απόφαση να του εμπιστευθεί  το καλλιτεχνικό του δημιούργημα, το Θέατρο του Νέου Κόσμου. Η διαδοχή δεν ήταν εύκολη απόφαση.

«Εχει μια φρέσκια ματιά στα πράγματα, τον θεωρώ ταλαντούχο στην οργάνωση και στην παραγωγή». Λέει ακόμη πως εκείνος ευθύνεται για την εξωστρέφεια του οικογενειακού θεάτρου και σε άλλες σκηνές όπως το «Ανεσις» και το «Καρέζη» πέρυσι. Φέτος επεκτάθηκαν σε πέντε συνολικά θέατρα.

«Εγώ πάντα παρουσίαζα 16 με 20 παραγωγές. Φέτος με τον Μίλτο, έπειτα από μεγάλη συζήτηση οι τρεις μας και με την Κοραλία (Σωτηριάδου), φτάσαμε τις 26. Τόλμησε άλλου είδους ανοίγματα. Βρήκε παραγωγές που παίχτηκαν για πολύ μικρό διάστημα και ξεχώρισαν, δίνοντάς τους μία επιπλέον ευκαιρία, όπως ο “Θείος Βάνιας” σε σκηνοθεσία Μαρίας Μαγκανάρη και το “Το δαχτυλίδι της μάνας” των C for Circus που παρουσιάζονται στο Bios, ο “Επιθεωρητής” του Γκόγκολ σε σκηνοθεσία Γιώργου Παπαγεωργίου στο Tempus Verum. Στο ρεπερτόριο εντάχθηκε και το “Himmelweg – Ο δρόμος για τον ουρανό”, μία από τις συμμετοχές του Φεστιβάλ Αθηνών 2019, σε σκηνοθεσία της Ελενας Καρακούλη κ.ά.».

Τι περιμένει από το θέατρο με το κλείσιμο της δεκαετίας; «Καλύτερη παιδεία αλλά και να κοιτάξουν οι σκηνοθέτες τι συμβαίνει έξω από την Ελλάδα. Ενας λόγος που δεν είμαι αρνητικός απέναντι στους μεγάλους πολιτιστικούς οργανισμούς, τη  Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών και το Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος, αλλά και το Φεστιβάλ Αθηνών που το έζησα, είναι ότι δεν λειτουργούν εις βάρος των άλλων. Αντίθετα προτείνουν και φέρνουν παραστάσεις που κοστίζουν πολύ να πας στο εξωτερικό για να τις δεις. Οταν ήμουν μικρός, στα θέατρα της Αθήνας παίζονταν 50 παραστάσεις και τις έβλεπα σχεδόν όλες. Ετσι διαμόρφωνα ταυτότητα ως θεατής και αργότερα ως καλλιτέχνης. Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν βλέπουν θέατρο οι άνθρωποι του θεάτρου σήμερα ή παραστάσεις χορού. Μαθαίνεις ακόμη και μέσα από τις κακές παραστάσεις. Και κάτι ακόμη: αν κάποιες παραστάσεις είναι μίζερες, δεν πρέπει να το χρεώνουμε μόνο στους καλλιτέχνες, πρέπει να δούμε και τον ρόλο της πολιτείας σ’ αυτή την εικόνα».

Οι θίασοι ρεπερτορίου

Πέρα απ’ όλα αυτά, πώς επιβιώνει ένα θέατρο σήμερα; «Φθίνει η εποχή των θιάσων ρεπερτορίου. Η αρχή έγινε λίγο πριν από την κρίση, το 2008 με το κλείσιμο του “Αμόρε” που ήταν απώλεια. Εκλεισε ένας πολύ σοβαρός καλλιτεχνικός οργανισμός έπειτα από 17 χρόνια λειτουργίας. Ακολούθησαν κι άλλα θέατρα. Κάποιοι έφυγαν όπως ο Λευτέρης Βογιατζής. Αλλοι μεγάλωσαν. Οι περισσότεροι δεν τα βγάζουν πέρα. Δημιουργούνται νέες ομάδες, οι οποίες παρουσιάζουν ενδιαφέρον, αλλά τι θα επιβιώσει απ’ αυτό; Εχει σημασία πώς λειτουργεί σήμερα το θέατρο, οργανωτικά και εργασιακά. Και μάλιστα σε μια εποχή κατά την οποία υπάρχουν δύο μεγάλοι, χρήσιμοι, πολιτιστικοί οργανισμοί: το Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος και η Στέγη Γραμμάτων, οι οποίοι ανεβάζουν τον πήχυ. Δεν είναι ανταγωνιστικό το θέμα, πώς άλλωστε να τους ανταγωνιστείς, με ποια χρήματα; Ομως έχει σημασία ότι παρουσιάζουν υψηλού επιπέδου παραγωγές, ελληνικές και ξένες».

Κατανοεί την ανάγκη έκφρασης των καλλιτεχνών. Κι αυτό, όπως λέει, τους οδηγεί όταν δεν υπάρχουν χρήματα, να συσπειρώνονται με την παρέα τους. «Βέβαια, το να φτάσουμε τις 2.000 παραστάσεις τη σεζόν είναι αρνητικό γκίνες. Αυτό από τη μια ρίχνει το επίπεδο, από την άλλη όμως, βγάζει μονάδες και δυνάμεις. Η ανάγκη έκφρασης, συχνά, δημιουργεί με το ζόρι κάποια σχήματα. Το επόμενο βήμα θέλει οργάνωση και χρήματα, αλλιώς γίνεται μίζερο και διαλύεται γρήγορα. Επειδή δεν έχουν χρήματα, ούτε να πληρώσουν το ενοίκιό τους, ανεβάζουν έργα για μικρό αριθμό παραστάσεων μήπως και κάποιος τους προσέξει. Το θέμα είναι πώς επιβιώνεις μέσα από αυτό, για να μπορέσεις να συνεχίσεις. Αν το Θέατρο του Νέου Κόσμου επιβιώνει και δεν ντρέπομαι να το πω, πάει πολύ καλά, είναι γιατί οι άνθρωποι εδώ πληρώνονται και μάλιστα με αμοιβές που δίνονταν πριν απότην κρίση. Το αναφέρω γιατί πολλά θέατρα, ακόμη και εμπορικά, έδιναν αμοιβές 300 και 250 ευρώ. Πώς να επιβιώσει ο νέος ηθοποιός; Πόσο να τον βοηθήσουν η μαμά, ο μπαμπάς και η γιαγιά; Πόσο καιρό να πηγαίνει με τα πόδια στο θέατρο, επιστρέφοντας με τον ίδιο τρόπο, γιατί δεν έχει για το εισιτήριό του; Πόσο να αντέξει κάνοντας δύο και τρεις δουλειές, εκτός από αυτή του σερβιτόρου. Η τέχνη θέλει δημιουργική τεμπελιά, να έχεις την πολυτέλεια του χρόνου να σκεφτείς. Δεν μπορεί να τελειώνει η πρόβα στις πέντε το απόγευμα και στις 5.30 να έχεις άλλη, για άλλη παράσταση. Το να μπορούν οι καλλιτέχνες να ζουν από τη δουλειά τους, έχει μεγάλη σημασία για το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα».

«Γιος» του Φλοριάν Ζελέρ, σε μετάφραση Κοραλίας Σωτηριάδου. Παίζουν: Λάζαρος Γεωργακόπουλος, Δέσποινα Κούρτη, Αννα Καλαϊτζίδου, Δημήτρης Κίτσος, Γιώργος Μακρής.