ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Μανώλης Μητσιάς στην «Κ»: Δεν αγάπησα ποτέ τη νύχτα, αλλά μια ζωή με κυνηγάει

manolis-mitsias-stin-k-den-agapisa-pote-ti-nychta-alla-mia-zoi-me-kynigaei-2386325

Στο καφέ που συναντηθήκαμε, ο Μανώλης Μητσιάς έφτασε φορώντας μάσκα. Ηταν ο μόνος προσεκτικός γύρω μας, και η συζήτηση μοιραία άρχισε από το τρίμηνο της καραντίνας. Τον ρώτησα πώς ήταν για κείνον. «Σαν τον “Σεισμό” του Ακη Πάνου, το έχεις ακούσει;». Κι αρχίζει το τραγούδι χαμηλόφωνα: «“Ενας σεισμός και χάνεσαι και η μούρη τρώει χώμα”. Ηρθε ένας κορωνοϊός να μας θυμίσει ότι η ζωή δεν είναι ούτε τα λεφτά ούτε η δόξα. Αυτός ο ιός μάς έκανε και καλό. Συμπονέσαμε ο ένας τον άλλον και θυμηθήκαμε ό,τι χάθηκε στο άγχος της δουλειάς και του ανταγωνισμού. Μιλήσαμε περισσότερο μεταξύ μας. Ομως, η πανδημία άφησε πίσω της νέα φτώχεια, ειδικά στον χώρο της τέχνης».

Ο ίδιος στο διάστημα του εγκλεισμού μας έδωσε τη νέα του δισκογραφική δουλειά με τίτλο «Συγγνώμη Πόλη μου» (Ogdoo Music Group). Εναν κύκλο τραγουδιών με πυρήνα τον Βόσπορο και την Κωνσταντινούπολη. «Ο στιχουργός και συγγραφέας Κώστας Μπαλαχούτης με παρακάλεσε να ακούσω ένα τραγούδι. Συναντηθήκαμε στην Πλάκα, όπου γνώρισα από κοντά τον συνθέτη, δάσκαλο και δεξιοτέχνη στο κανονάκι Μανώλη Καρπάθιο. Ζήτησα να ακούσω κι άλλα κομμάτια. Ωραίες μελωδίες, στίχος με λαϊκό αίσθημα, και μία συγγνώμη για μία αγαπημένη πόλη. Σαν μία ερωτική εξομολόγηση στην αγαπημένη μας. Εχουν αυτό τον βυζαντινο-κωνσταντινουπολίτικο τρόπο κι εγώ προσπάθησα να δώσω μια πιο σημερινή ερμηνεία, κι αυτό άρεσε στους δημιουργούς. Ο Καρπάθιος σπούδασε το κανονάκι στην Κωνσταντινούπολη, δίπλα στον Χαλίλ Καραντουμάν».

«Εψελνα έως τα 18»

Η ψαλτική είναι παλιά αγάπη του Μανώλη Μητσιά. «Εψελνα μέχρι τα 18 μου. Τα επιτραπέζια μακεδονίτικα είναι ύμνοι, με ύμνους μεγάλωσα». Πώς συνδυαζόταν η εκκλησία και η αγάπη στην Αριστερά; «Αυτό είναι ένα πράγμα που πονάει… Στην επαρχία, πάντως, δεν μας επηρέαζε. Εκείνα τα χρόνια, οι ψαλτάδες ήταν μέρος της διασκέδασής μας. Ακόμη και τώρα στη  Μακεδονία, έπειτα από ένα γλέντι, ακούς κι έναν ύμνο».

Γεννήθηκε στα Δουμπιά Χαλκιδικής πριν από 74 χρόνια. «Είχαμε λίγα, αλλά ήμασταν ευτυχισμένοι. Δούλευα στα καπνοχώραφα, η χειρότερη δουλειά, να σηκώνεσαι στο σκοτάδι για να μαζέψεις καπνά. Δεν αγάπησα ποτέ τη νύχτα, αλλά με κυνηγάει μια ζωή. Η μάνα μας είχε την καλύτερη φωνή στην οικογένεια. Το τραγούδι μας συντρόφευε στο χωράφι. Πώς θα πέρναγε η μέρα;». Ο Μανώλης δούλευε και στο καφενείο του πατέρα του και εκεί άκουγε τα δημοτικά της Χαλκιδικής από τις κομπανίες που έφταναν στο χωριό καθώς και τραγούδια του Καζαντζίδη και του Γαβαλά.

«Ο πατέρας ήταν ιδεολόγος αριστερός. Επί 13 χρόνια ήταν πρόεδρος του χωριού, δεν πήρε ποτέ δραχμή και τον κατάργησε η χούντα. Ο χωροφύλακας ήταν πάντα απέξω. Οταν ερχόταν στο χωριό, οι δεξιοί άνοιγαν τα παράθυρα για να τον φιλοξενήσουν και οι αριστεροί τα έκλειναν. Εικόνα Φαρ Ουέστ. Ο παππούς μου από την πλευρά της μάνας μου πέθανε με τον βαθμό του αντισυνταγματάρχη, ήταν με τον Βενιζέλο στην Τουρκία, κουβαλώντας 30 και πλέον τραύματα στο κορμί του. Στα χρόνια του Καραμανλή, η στρατιωτική αστυνομία ερχόταν τακτικά να τον ανακρίνει επειδή είχε γιο αριστερό. Τότε σιχάθηκα. Πολεμάς για το κράτος κι έπειτα το κράτος έρχεται και σε ανακρίνει».

Οι Κυριακές ήταν οι ωραιότερες ημέρες του επειδή έψελνε στην εκκλησία του χωριού. «Ημασταν 4 – 5 πολύ καλές φωνές στο χωριό. Δεν ονειρευόμουν να γίνω τραγουδιστής, απλώς μου άρεσε πολύ το τραγούδι και όταν έφυγα για σπουδές στη Θεσσαλονίκη ήθελα να τραγουδάω. Ετσι γράφτηκα σε μία χορωδία, τη Λέσχη Γραμμάτων και Τεχνών Βορείου Ελλάδος. Ηθελα να ακολουθήσω τη Στρατιωτική Ιατρική, έδωσα εξετάσεις στην Αθήνα, αλλά δεν είχε σταλεί ακόμη το πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων. Μόλις γύρισα στη Θεσσαλονίκη με κόψανε». Πήγε στη Σχολή Υπομηχανικών – Χημικών, αλλά το τραγούδι υπήρχε μέσα του, κι ας ντρεπόταν.

Το 1967 το όνομά του συνδέθηκε με την υπόθεση του Γιάννη Χαλκίδη, στελέχους του Πατριωτικού Αντιδικτατορικού Μετώπου, που δολοφονήθηκε από ασφαλίτες στη Θεσσαλονίκη. Φυλακίστηκε με άλλους φοιτητές στο Γεντί Κουλέ. «Στη δίκη όπου μας κατέβαζαν με τα Ρέο, επειδή δεν υπήρχε τόσο μεγάλη αίθουσα στο δικαστήριο για 41 κατηγορουμένους, έφτιαξαν μία στην Εκθεση Θεσσαλονίκης. Βγαίνοντας από τη φυλακή, έδινα το “παρών” μία φορά την εβδομάδα στο αστυνομικό τμήμα. Δεν είχα να φάω όταν ο μαέστρος της χορωδίας μου είπε: “Πάμε, βρε Μανώλη, να πούμε κανένα τραγούδι;”».

Αφετηρία το «Ναβαρίνο»

manolis-mitsias-stin-k-den-agapisa-pote-ti-nychta-alla-mia-zoi-me-kynigaei0
Ο Μανώλης Μητσιάς με τον μεγάλο Βασίλη Τσιτσάνη

Η ανάγκη νίκησε τη συστολή και έτσι ξεκίνησαν από ένα ζαχαροπλαστείο, το «Ναβαρίνο», όπου η προέκτασή του λειτουργούσε ως μπουάτ. Ακολούθησε η «107», «η καλύτερη μπουάτ που έγινε στη Θεσσαλονίκη, στην οποία έρχονταν πολλοί καλλιτέχνες του νέου κύματος από την Αθήνα». Εκεί τον είδε και ο Αλέκος Πατσιφάς. Αλλά ο Μητσιάς, ήθελε πάνω απ’ όλα την έγκριση του Μίκη Θεοδωράκη αν κάνει για το τραγούδι. Ετσι έφτασε στο Βραχάτι με την Ελένη Ροδά, τη Ρένα Κουμιώτη και τη Μαρία Δημητριάδη, να τους ακούσει ο Μίκης. Στην Αθήνα ανεβοκατέβαινε συχνά και άλλαζε δουλειές. Πότε στο βιβλιοπωλείο «Ικαρος» που τον έβαλε ο Πατσιφάς, πότε σε ένα σκυλάδικο της εποχής που τον σύστησε ο Δήμος Μούτσης. Επέστρεψε στις μπουάτ της Θεσσαλονίκης, όπου τον συνάντησε η Σωτηρία Μπέλλου και του είπε: «Πιτσιρίκο, εγώ θα σε πάρω στην Αθήνα».

Μαζί δούλεψαν και με τον Λαύκα τον ρεμπέτη. Ωσπου, τέλος του 1968 πια ο Δήμος Μούτσης έδωσε στον Μητσιά το τραγούδι «Στην Ελευσίνα μια φορά» που δισκογραφήθηκε με παραγωγό τον Τάκη Λαμπρόπουλο. Τότε άνοιξε για κείνον ο δρόμος των σημαντικών δημιουργών: Μίκης Θεοδωράκης, Μάνος Χατζιδάκις, Βασίλης Τσιτσάνης, Δήμος Μούτσης, Σταύρος Ξαρχάκος, Ακης Πάνου, Γιάννης Μαρκόπουλος, Γιάννης Σπανός, Χρήστος Νικολόπουλος, Χρήστος Λεοντής, Ηλίας Ανδριόπουλος, Θάνος Μικρούτσικος, Μάριος Τόκας, Σταμάτης Κραουνάκης. Αλλά και στιχουργών – ποιητών: Νίκος Γκάτσος, Νίκος Καρούζος, Μάνος Ελευθερίου, Λευτέρης Παπαδόπουλος, Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου,  Αλκης Αλκαίος, Λίνα Νικολακοπούλου κ.ά.

Τα πιο ωραία τραγούδια είναι τα κρυμμένα, που δεν φωτίστηκαν ποτέ

manolis-mitsias-stin-k-den-agapisa-pote-ti-nychta-alla-mia-zoi-me-kynigaei2
Με τον Γιάννη Ρίτσο και τον Μίκη Θεοδωράκη, τις εποχές που ερμήνευε την ποίηση του πρώτου και τα τραγούδια του δεύτερου.
 

Καλομαθημένος καθώς είναι σε ένα ξεχωριστό ρεπερτόριο, λέει ότι σήμερα το ελληνικό τραγούδι δεν είναι σε καλή πορεία. Λείπουν οι δημιουργοί εκείνου του μεγέθους, αλλά «και το αναγκαίο κακό», οι εταιρείες δίσκων. Επίσης λείπουν οι εμπνευσμένοι παραγωγοί όπως ο Λαμπρόπουλος, ο Πατσιφάς, ο Μακράκης. «Πολλά τραγούδια είναι κατασκευασμένα. Οι νέοι τραγουδούν καλά, αλλά πρέπει να νιώθεις τι τραγουδάς. Ακούω καλές φωνές, αλλά δεν ξέρουν να ματώνουν», μου είχε πει σε παλιότερη συνέντευξή μας. Επιμένει σ’ αυτό και σήμερα: «Υπάρχει μια γενική ρηχότητα, ακόμη και στα σίριαλ στην τηλεόραση. Δεν έχει έρθει ακόμη αυτό που θα φέρει, όπως τότε, τα πάνω-κάτω. Το ’60 η ελληνική επαρχία έμαθε την ποίηση από το τραγούδι, όχι από τους δασκάλους στα σχολεία».

Η τελευταία του εμφάνιση ήταν τον χειμώνα στο «Αλσος», καλεσμένος του Διονύση Σαββόπουλου. «Μου έδωσε την ευκαιρία να πω ό,τι θέλω και τον ευχαριστώ. Δεν μπορώ να ενσωματωθώ σε ένα πρόγραμμα για να λέω τα σουξέ μου. Τα πιο ωραία τραγούδια είναι τα κρυμμένα, που δεν φωτίστηκαν ποτέ». Υπάρχει βέβαια και η παράσταση «Ο Γκάτσος που αγάπησα», που συνεχίζει να παρουσιάζει κατά καιρούς με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη. Εφτασαν μάλιστα μέχρι το Χάρβαρντ.

Μία φορά στις 15 ημέρες πηγαίνει σε μία δασκάλα φωνητικής. «Αν δεν αθλείσαι, δεν διατηρείσαι στη φωνή. Πάντα σκέφτομαι τη στιγμή της αποχώρησης. Θέλω να φύγω όρθιος. Μόλις νιώσω το πρώτο στραβοπάτημα στη φωνή μου, θα εγκαταλείψω το τραγούδι. Μου το είπε και η γυναίκα μου, “μόλις το ακούσω θα σου πω σήκω φύγε”. Αυστηρή η Λίτσα» λέει και γελάει με την καρδιά του. «Αν δεν εγκαταλείψεις όταν δεν αποδίδεις, είσαι εγωιστής. Ολοι έχουμε ένα βιολογικό χρόνο».

Μου μιλάει για τον μοναχογιό του, τον Μίλτο, και καμαρώνει για την επαγγελματική του επιτυχία. Οδοντίατρος, λέει περήφανα. Και έπειτα βγάζει το κινητό για να μου δείξει δύο μπόμπιρες. «Ο πρώτος είναι Μανώλης! Είμαι τυχερός χαζοπαππούς».

Οι φίλοι
 

manolis-mitsias-stin-k-den-agapisa-pote-ti-nychta-alla-mia-zoi-me-kynigaei4
Με τον Νίκο Γκάτσο. «Ο Γκάτσος που αγάπησα» έφτασε έως το Χάρβαρντ.
 

Η καθημερινότητά του περιλαμβάνει την επικοινωνία με φίλους. «Με τη Χαρούλα Αλεξίου τηλεφωνιόμαστε συχνά, με τη Μαρία Φαραντούρη που είναι γειτόνισσα τα λέμε κάθε μέρα. Ονειρευόμαστε μια παράσταση με τίτλο “Αυτά που δεν είπαμε ποτέ”. Κάποιες φορές συζητάμε με τον Σταμάτη Κραουνάκη στο τηλέφωνο. Ομως, δεν περιστρέφονται όλα γύρω από το τραγούδι. Σταθερούς φίλους έχω εκτός τραγουδιού. Με τον Δημήτρη Νανόπουλο, ούτε για φυσική μιλάμε, ούτε για τα τραγούδια που είπα. Και με τον Στρατή Παττακό, δεν μιλάμε για τα χειρουργεία καρδιάς, ούτε για τη δισκογραφία».

Ο καλός τραγουδιστής, λέει κατηγορηματικά, δεν χρειάζεται μόνο καλή φωνή. «Το τραγούδι ξεκινάει από το μυαλό και την καρδιά και μετά φτάνει στον λάρυγγα. Θυμήσου με τι συναίσθημα τραγούδησαν ο Μάνος ή ο Μίκης. Ο τραγουδιστής είναι σαν τον ηθοποιό που παίζει ένα μονόπρακτο». Στο στούντιο όταν ηχογραφούσε με τους μεγάλους δημιουργούς, τους ζητούσε να τραγουδούν οι ίδιοι το τραγούδι τους, «για να δω πού “πονούσε” η φωνή. Ακου τον Θεοδωράκη στο “Την πόρτα ανοίγω το βράδυ” του Τάσου Λειβαδίτη. Κανείς μας δεν έφτασε την ερμηνεία του Μίκη. Στον στίχο “τη λάμπα κρατώ ψηλά/ να δούνε της γης οι θλιμμένοι/ να ’ρθουνε, να βρουν συντροφιά”, ο τρόπος που τονίζει το ψηλά, δίνει όλη την εικόνα».

manolis-mitsias-stin-k-den-agapisa-pote-ti-nychta-alla-mia-zoi-me-kynigaei6
Εχει ερμηνεύσει μερικά από τα σημαντικότερα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι: «Ο Γιάννης ο φονιάς», «Τσάμικος», «Η μικρή Ραλλού» κ.ά. 

«Ο Μάνος Χατζιδάκις», συνεχίζει τις αναμνήσεις, «μου ζητούσε “βάλε υγρασία στη φωνή” και εννοούσε την αμεσότητα. Ο Ακης Πάνου όταν ηχογραφούσαμε το “Φαρμάκι” μου είπε, στο τέλος του στίχου “Κι όταν πάψει ο πονεμένος να ελπίζει/ Για το σύμπαν χαλαλίζει μια βρισιά”, τη λέξη βρισιά, να την πω απαξιωτικά. Ηταν αυστηρός, λιγομίλητος, με δικούς του νόμους. Ο Μούτσης σου έλεγε ακριβώς πού θα πάρεις μία αναπνοή. Εχει σημασία η αναπνοή στο τραγούδι. Οσο για τον Γκάτσο, δεν συμβούλευε ποτέ. Τα είπε όλα με τον στίχο του “Μονάχος βρες την άκρη της κλωστής, κι αν είσαι τυχερός ξεκίνα πάλι”».