ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Οι αναλογίες του 1938 με το σήμερα

shutterstock_251929921

Το 1938 ίσως να ήταν μία ακόμη χρονιά. Eνα απλό τετραψήφιο νούμερο, μία απροσδιόριστη στιγμή, ένας κόκκος άμμου στην ατέρμονη παραλία της αιωνιότητας. Και μάλλον έτσι την αντιμετώπιζαν πολλοί από τους συγκαιρινούς της. Ωστόσο, το 1938, αναδρομικά, υπήρξε πολλά περισσότερα. Το μαρτυρούν τα γεγονότα: Συμφωνία του Μονάχου, παράδοση της Σουδητίας, πτώση της κυβέρνησης Λέον Μπλουμ και κλείσιμο της αριστερής παρένθεσης του Λαϊκού Μετώπου στη Γαλλία, διάσκεψη για το προσφυγικό στο Εβιάν, προσάρτηση της Αυστρίας από τη Γερμανία, εκκίνηση του ολοκαυτώματος με την Kristallnacht. Στο «Υποτροπή, 1938», ένα συναρπαστικό και γραμμένο με μεγάλη επιδεξιότητα βιβλίο, το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πόλις, ο Μικαέλ Φεσέλ, ένας από τους σπουδαιότερους Γάλλους φιλοσόφους σήμερα, επιλέγει –με τη βοήθεια της τύχης– να καταδυθεί στις γαλλικές εφημερίδες της εποχής και να αποδυθεί σε μία διεξοδική μελέτη της αρθρογραφίας τους.

Διεισδύοντας στο «σύμπαν» των ιδεών και των αφηγημάτων του 1938, ο Φεσέλ ανακαλύπτει μία σειρά από ανησυχητικές αναλογίες με το σήμερα. Υπό όρους, η περίοδος που εγκαινιάστηκε τότε δεν έχει παρέλθει. Η αντίδραση προς τις κεντρικές αξιώσεις του Διαφωτισμού παραμένει. Εξ ου και η χρήση του όρου υποτροπή. Η υποτροπή μιας ασθένειας «επηρεάζει το σώμα σε δύο διαφορετικές περιόδους της ζωής του οργανισμού, αλλά η προέλευση του κακού είναι ίδια». Οφείλουμε συνεπώς να ανησυχούμε. Γνωρίζουμε πλέον σε τι συνίσταται το κακό. Ας είμαστε προσεκτικοί. Οχι για το μέλλον, όσο για τις συνθήκες του παρόντος που το προετοιμάζουν ή προοικονομούν. Καθηγητής φιλοσοφίας στην Ecole Polytechnique, ο Μικαέλ Φεσέλ (γενν. 1974) είναι σύμβουλος έκδοσης του περιοδικού «Esprit», συνεπιμελητής της σειράς «l’Ordre philosophique» των εκδόσεων Seuil και τακτικός σχολιαστής στην εφημερίδα «Liberation». Στην Ελλάδα κυκλοφορεί ένα ακόμη σημαντικό του έργο: «Ο Καιρός της Παρηγοριάς». Είχαμε τη χαρά να μιλήσουμε μαζί του για το πρόσφατα εκδοθέν βιβλίο του και τους πολλαπλά ευάλωτους καιρούς μας.


Ο Μικαέλ Φεσέλ, ένας από τους σπουδαιότερους Γάλλους φιλοσόφους σήμερα, ερεύνησε σχολαστικά τις γαλλικές εφημερίδες της εποχής και μελέτησε διεξοδικά την αρθρογραφία τους. 

– Για ποιο λόγο να εντρυφήσει κανείς στον Τύπο του 1938;
– Στην πλειονότητά τους, τα βιβλία ιστορίας για την περίοδο του 1930 αφήνουν ένα κενό ανάμεσα στην εκλογική νίκη του Λαϊκού Μετώπου, το 1936, και την πανωλεθρία του 1940. Φρονώ ότι αυτό έχει συμβάλει στο να ενισχυθεί ο μύθος, σύμφωνα με τον οποίο η κοινωνική πολιτική του Μπλουμ ή οι καταλήψεις των εργοστασίων τον Ιούνιο του 1936 συνιστούν τους κύριους υπεύθυνους για την ήττα από τους Γερμανούς. Μελετώντας τον ημερήσιο και εβδομαδιαίο Τύπο του 1938, γνώρισα μία εντελώς διαφορετική ιστορία. Το 1938 σηματοδοτεί το τέλος της πολιτικής του Λαϊκού Μετώπου εξαιτίας της αποστασίας του Ριζοσπαστικού Κόμματος. Το τελευταίο επέλεξε την ανατροπή, αποφασίζοντας να κυβερνήσει σε συμμαχία με τη Δεξιά. Αν και ήξερα από πριν τη μόνιμη επωδό χιλιάδων διοικητών της εποχής: «Καλύτερα Χίτλερ παρά Λαϊκό Μέτωπο», η διαδρομή μου στον Τύπο της εποχής μού επέτρεψε να την αντιληφθώ και να την κατανοήσω καλύτερα.

– Τι σας προκάλεσε περισσότερο εντύπωση σε όσα ανακαλύψατε;
– Η διάχυτη μορφή ηθικής και δημοκρατικής ηττοπάθειας πριν από την πανωλεθρία. Αυτό μου προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση. Η άμυνα της Γαλλίας απέναντι στις φασιστικές δυνάμεις προϋπέθετε μία αφοσίωση ή προσκόλληση στη δημοκρατία, την οποία όμως δεν βρήκα στον προπολεμικό Τύπο. Με άλλα λόγια, η ήττα της δημοκρατίας είχε ξεκινήσει να διαγράφεται από νωρίς.

– Απουσιάζουν το αναγκαίο δημοκρατικό «συναίσθημα» και το αναγκαίο δημοκρατικό ηθικό; 
– Ναι, αναμφίβολα. Αποδίδω ιδιαίτερη έμφαση στις αποτυχίες και στην αδυναμία του «συναισθήματος» του 1938. Στηρίζομαι ειδικότερα στα λογοτεχνικά κείμενα του Μπερνανός ή του Σαρτρ που έκαναν εκείνη τη χρονιά την εμφάνισή τους. Πρόκειται για κείμενα που περιγράφουν γλαφυρά την ψυχολογική εγκατάλειψη του ατόμου και την παράδοσή του σε λύσεις και προτάσεις αυταρχικές. Η γέννηση μιας φασιστικής προσωπικότητας στο «Η παιδική ηλικία ενός Αρχηγού» του Σαρτρ ή η «Οργή των Ηλιθίων» για την οποία κάνει λόγο ο Μπερνανός με βάση την αντίδραση ενός μεγάλου μέρους των αστών στην κατάληψη των εργοστασίων του 1936 από τους εργάτες σχετίζονται άμεσα με αυτή την παράδοση. Είναι η διαμόρφωση μιας αυταρχικής προσωπικότητας στην καρδιά των ατόμων που προκαλεί φόβο. Οταν η κρίση καθίσταται μία μορφή διακυβέρνησης και ο φόβος το μόνον κίνητρο για δράση.

– Τι εννοείτε όταν υποστηρίζετε ότι η αδυναμία της δημοκρατίας ως καθεστώτος αφορά μόνον τις αποδυναμωμένες δημοκρατίες;
– Αυτό που προσπαθώ να δείξω στο βιβλίο είναι ότι το καθεστώς του Βισί δεν συνιστά μία ρήξη. Δεν είναι, δηλαδή, κάτι που τίποτα δεν μπορούσε να προδιαγράψει. Η άποψη ότι περνούμε από τη μέρα στη νύχτα, από μία δημοκρατία εξασθενημένη σε ένα σύστημα ολοκληρωτικό δεν αντέχει για πολύ στο φως της έρευνας του Τύπου της εποχής. Στον Τύπο του 1938 ανακάλυψα συνθήματα σχετικά με το πνεύμα της θυσίας σε αντίθεση με το πνεύμα της ηδονής και της απόλαυσης. Συνθήματα που δεν αφορούν μόνον τους ακροδεξιούς κύκλους. Συνθήματα που θα αξιοποιήσει και ο Πετέν το 1940. Θα το πω και πάλι: δεν θέλω να υποτιμήσω τη σημασία της στρατιωτικής ήττας. Αυτό που επιδιώκω να δείξω είναι ότι η εγκατάλειψη των δημοκρατικών αξιών, προταγμάτων και συμπεριφορών προηγήθηκε της πανωλεθρίας. Προηγήθηκε και στη συνέχεια ενίσχυσε εισέτι τον αντίκτυπό της.

– Υπήρχε, υπό αυτή την έννοια, ένα είδος κόπωσης με τη δημοκρατία;
– Αναμφίλεκτα. Η Γαλλία του 1938, και φοβάμαι και η Γαλλία του σήμερα, χαρακτηρίζεται από μία ευρύτατη δημοκρατική κόπωση. Κόπωση που προλειαίνει ενδεχομένως το έδαφος για πολλές περιπέτειες. Δεν είμαι σε θέση φυσικά να κρίνω το εύρος ή την ένταση της δημοκρατικής αυτής κόπωσης στα στρώματα του πληθυσμού. Αυτό συνιστά το έργο ενός ιστορικού ή κοινωνιολόγου. Δική μου επιδίωξη υπήρξε το να αποκαταστήσω τη μορφολογία μιας κυρίαρχης γλώσσας. Να κατανοήσω τη συλλογιστική της. Να περιγράψω τις συνήθειες της σκέψης που βρίσκονται στις κυρίαρχες, επίσημες ή δημοσιογραφικές, ομιλίες και λόγους της εποχής. Είναι δύσκολο να πιστεύεις ότι όλοι αυτοί οι λόγοι δεν είχαν απήχηση ή δεν άσκησαν επιρροή σε ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Αν και υπήρξαν αντιστάσεις στον αυταρχισμό, όπως η γενική απεργία στις 30 Νοεμβρίου 1938. Σημείο όπου ίσως και να εντοπίζεται το είδος της μαχητικότητας ή για την ακρίβεια τα ψήγματα της μαχητικότητας που θα γεννήσουν την Αντίσταση μερικά χρόνια έπειτα.

Η διάκριση Αριστεράς – Δεξιάς, ο λαϊκισμός και η πανδημία


Το «Υποτροπή 1938» κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πόλις.

– Αναφέρετε συχνά πως η επιθυμία να υπερβούμε τη διάσταση Αριστεράς – Δεξιάς ή να αποκρύψουμε τις μεταξύ τους διαφορές κρύβει έναν μεγάλο κίνδυνο. Γιατί;
– Η διάσταση Αριστεράς – Δεξιάς γεννιέται με τη Γαλλική Επανάσταση. Αποτελεί, έως και σήμερα, το πλέον ακριβές και ορθό μέσο αποτύπωσης των όρων της πολιτικής διαμάχης. Προφανώς οι έννοιες Αριστερά και Δεξιά δεν είναι προσδιορισμένες μια για πάντα. Ούτε πρέπει να θεωρηθούν μονοσήμαντες. Υπάρχει μια Δεξιά φιλελεύθερη, μια Δεξιά συντηρητική, μια Δεξιά απολυταρχική. Οπως υπάρχει και μια Αριστερά ελευθεριακή, μια Αριστερά κρατικιστική, μια Αριστερά σοσιαλδημοκρατική. Εν τούτοις, η βασική διάκριση μεταξύ της επιβεβαίωσης της τάξης και της ατομικής ελευθερίας από τη μία πλευρά και της ισότητας στη συλλογική πρόοδο από την άλλη παραμένει ως αντίθεση. Ενώ, ταυτόχρονα, διαθέτει αξία καθώς επιτρέπει στη δημοκρατική διαμάχη να εκφράζεται χωρίς να εκφυλίζεται ή να κλιμακώνεται νομοτελειακά σε βία.

– Μήπως ο λαϊκισμός τρέφεται από αντίστοιχες προσπάθειες απαξίωσης της διάστασης Αριστεράς – Δεξιάς;
– Αυτό που αποκαλούμε λαϊκισμό, είτε για να τον υπερασπιστούμε, είτε για να του ασκήσουμε κριτική, έχει ως στόχο το να αντιπαραβάλλει με τρόπο αφαιρετικό τον λαό και τις ελίτ, οικονομικές ή πολιτικές. Οσο η έκκληση προς τον λαό είναι σύμφυτη με τη δημοκρατία, άλλο τόσο δεν θα πρέπει να αξιοποιείται για να προσδιορίζει περιοριστικά τον λαό. Αν και, εδώ αναδεικνύεται και επανεμφανίζεται η αντίθεση Αριστερά – Δεξιά, ανάλογα με το πώς ορίζεται τελικά ο λαός: κοινωνικά, πολιτικά ή εθνικά. To σωστό για μία δημοκρατία δεν είναι μόνον το να απονέμει και να προσφέρει την εξουσία στον λαό, αλλά και το να θέτει αδιάλειπτα το ερώτημα του ποιος είναι ο πολίτης και τι δικαιώματα και τι υποχρεώσεις έχει. Μου φαίνεται ότι ο λαϊκισμός προσπαθεί να πολιτικοποιήσει εκ νέου το κοινωνικό πεδίο, αποδεχόμενος παράλληλα την αποπολιτικοποίηση και την υπέρβαση της διάκρισης Αριστεράς – Δεξιάς προς όφελος μιας (ανυπόστατης) εικόνας ενός γαλήνιου και δίχως εσωτερικές εντάσεις και ειρηνικού λαού.

– Θεωρείτε ότι αυτή η κρίση θα οδηγήσει στην περαιτέρω αποδυνάμωση των σύγχρονων δημοκρατιών;
– Ο προβληματισμός μου στην «Υποτροπή» δεν ήταν η σύνθεση των δεικτών που θα μας επιτρέψουν να κατανοήσουμε αυτό που θα συνέβαινε το 1940. Ο προβληματισμός μου ήταν να εξετάσω αυτό που προδιαθέτει και οδηγεί ένα κράτος, μία κοινωνία και τον Τύπο σε αυταρχικές λύσεις. Ενα γεγονός τόσο τεράστιο όπως μία στρατιωτική ήττα ή μία πανδημία δεν προσγειώνονται ποτέ σε ένα ουδέτερο πλαίσιο. Οι αντιδράσεις μιας κοινωνίας σε αντίστοιχες κρίσεις, ο τρόπος που υιοθετεί για να τις αντιμετωπίσει, υπαγορεύονται σε μεγάλο βαθμό από κεκτημένες συνήθειες. Συνήθειες που έχουν διαμορφωθεί πριν από την εκδήλωση του φαινομένου. Αυτή είναι και η περίπτωση του 1940, όπου η τραυματική εμπειρία της πολεμικής ήττας προκύπτει σε μία στιγμή κατά την οποία, η εγκατάλειψη των αμυντικών μηχανισμών της δημοκρατίας έχει οδηγήσει στην εκτεταμένη εξασθένησή της. Φοβάμαι ότι το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση της πανδημίας.

– Πού θεωρείτε ότι θα μας εκβάλει η πανδημία;
– Δεν γνωρίζουμε ακόμη το πού θα μας εκβάλει ή το πώς θα βγούμε από αυτή. Επειτα από αυτό που θα ονομάζαμε γενναιόδωρα μέτρα υποστήριξης, η γαλλική κυβέρνηση έχει εμφανώς επιλέξει λύσεις νομικές, αστυνομικές και κοινωνικές που καταστρατηγούν το κοινό δίκαιο. Τα υγειονομικά μέτρα έλαβαν αμέσως και για πολλοστή φορά τη μορφή μιας ακόμη κατάστασης ανάγκης. Κάποια από αυτά είναι όντως αναπόφευκτα. Καθώς στην πλειονότητά τους συνιστούν το αποτέλεσμα διοικητικών και πολιτικών επιλογών για τον περιορισμό του τομέα της κρατικής υγείας, οι οποίες υλοποιούνται δεκαετίες τώρα. Εντούτοις, μπορούμε ακόμη να αναρωτηθούμε για τα αποδεικτικά στοιχεία χάρη στα οποία έχουν επιβληθεί νέες εξαιρέσεις στον νόμο με τόσο προφανή τρόπο. Ιδιαίτερα επειδή απουσιάζουν οι εγγυήσεις ότι τα εν λόγω μέτρα δεν θα επιβιώσουν της επιδημίας.

– Ποιες θεωρείτε ότι είναι οι πιθανές επιπτώσεις της επιβαλλόμενης κοινωνικής αποστασιοποίησης;
– Το γεγονός έχει τεράστια σημασία και είναι δύσκολο να περιοριστούμε σε ορισμένες μόνον σκέψεις. Ιδιαίτερα όταν την ίδια ημέρα και την ίδια χρονική στιγμή οδηγούμαστε πολλές φορές ταυτόχρονα σε πλήθος πολλαπλών σκέψεων, οι οποίες ενίοτε είναι και αντίρροπες. Οπως όταν επικρατεί ο φόβος του να μολυνθούμε ή να μολύνουμε. Φόβος που μας οδηγεί στο να υιοθετήσουμε πρακτικές και συνήθειες περιοριστικές και θετικές προς τη χρήση κάθε μεθόδου προστασίας. Αλλά και όπως τις στιγμές όταν επικρατεί η επιθυμία για έξοδο και κατάργηση της κοινωνικής απόστασης. Στιγμές δηλαδή που οι σκέψεις μας, αν όχι και τα αντανακλαστικά μας, μας ωθούν στο να μισήσουμε τον περιορισμό μαζί με τα μέτρα ασφαλείας που τον περιβάλλουν.

– Αυτή η συνεχής ταλάντωση μεταξύ «ανοίγματος» και «μαζέματος» δεν είναι και το ειδοποιό γνώρισμα αυτής της πανδημίας;
– Οχι ακριβώς. Εκτιμώ ότι οφείλουμε να απομακρυνθούμε από αυτή την ταλάντωση για να καταλάβουμε το ειδικό χαρακτηριστικό που καθιστά την εν λόγω κρίση πανδημία. Αυτό είναι ότι εγγράφει το σενάριο μιας παγκοσμιοποιημένης καταστροφής στο ίδιο μας το σώμα. Προφανώς δεν δοκιμάζονται με τον ίδιο τρόπο το σώμα των νοσοκόμων και αυτό των υπολοίπων ή το σώμα των πλουσίων και αυτό των φτωχών ή, τέλος, το σώμα των νέων και το σώμα των ηλικιωμένων. Υπό αυτή την έννοια η λέξη κλειδί: περιορισμός (εντός της οικίας / των σπιτιών μας) ενέχει έναν χαρακτήρα απαισιόδοξο. Ο περιορισμός σχετίζεται με την επιθυμία –απόλυτα φυσική– να ζει κανείς στη στέγη προστασίας του σε περιόδους καταστροφής. Αλλά –και το θέτω ως ερώτημα– μήπως δεν στηρίζεται τελικά και στην ψευδαίσθηση, σύμφωνα με την οποία το μάζεμα στον εαυτό, η εσωστρεφής αναδίπλωση, είναι ο μόνος προμαχώνας απέναντι σε έναν κόσμο που έχει καταστεί εχθρικός;