Τ. ΓΙΑΝΝΙΤΣΗΣ ΣΤΗΝ «Κ»

Κοστίζει η απραξία στο ασφαλιστικό

Η μεταρρύθμιση δεν έγινε όταν έπρεπε και τώρα έχει εξελιχθεί σε γόρδιο δεσμό, λέει ο πρώην υπουργός Τ. Γιαννίτσης

Κοστίζει η απραξία στο ασφαλιστικό

Το ασφαλιστικό αναγκάζει την οικονομία να πάει… σαν το σαλιγκάρι, επισημαίνει ο ομότιμος καθηγητής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου και πρώην υπουργός Τάσος Γιαννίτσης, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου για τις κρίσιμες διασυνδέσεις μεταξύ ασφαλιστικού, ανάπτυξης και μακροοικονομικών.

Μάλιστα, με αφορμή την πρόσφατη υγειονομική κρίση εκτιμά ότι ο κορωνοϊός εκτόξευσε την κρατική δαπάνη για συντάξεις από 10,5% του ΑΕΠ το 2019 σε 13,5% το 2020.

Μιλώντας στην «Κ», ο έμπειρος οικονομολόγος σημειώνει πως λύσεις που οδηγούν είτε στη Σκύλλα είτε στη Χάρυβδη παύουν να αποτελούν «λύσεις» κι εκτιμά πως η προτίμησή μας ως κοινωνίας βρίσκεται προς την πλευρά της απραξίας… Σχολιάζοντας την επικείμενη ασφαλιστική μεταρρύθμιση, ο κ. Γιαννίτσης δεν ανησυχεί για το λεγόμενο «κόστος μετάβασης», επισημαίνει όμως τον κίνδυνο από τυχόν σοβαρές διεθνείς χρηματοοικονομικές κρίσεις ή απρόβλεπτους παράγοντες, ξεκαθαρίζοντας βέβαια ότι κάτι τέτοιο θα έπληττε και το ισχύον ασφαλιστικό σύστημα. Διαβλέποντας πίσω και πέρα από το ασφαλιστικό, σημειώνει την ύπαρξη ενός ευρύτερου πλέγματος μακροοικονομικών, κοινωνικών και αναπτυξιακών απειλών και πιέσεων για την εγχώρια οικονομία και συνιστά «κοινωνική συνεκτικότητα, διορατικότητα, πολιτική ικανότητα επιλογής, αλλά κι ένα βαθμό συλλογικής αυτογνωσίας».
 
– Πώς επηρεάζει η πρόσφατη υγειονομική κρίση το ασφαλιστικό σύστημα, το οποίο έπειτα από μία 10ετία μεταρρυθμίσεων φαίνεται πως ξαναβρίσκεται στο σημείο μηδέν; 

– Η πιο εμφανής επίπτωση είναι ότι διογκώνει περαιτέρω το ασφαλιστικό και το δημοσιονομικό έλλειμμα. Η κρατική δαπάνη για συντάξεις αυξήθηκε από περίπου 10,5% του ΑΕΠ το 2019 στο 13,5% το 2020, που είναι το υψηλότερο από οποτεδήποτε στο παρελθόν. Προβληματικά θα είναι τα μεγέθη και για το 2021. Αυτά σημαίνουν υπερχρέωση, φόρους, υψηλή εθνική κατανάλωση και άρα χαμηλή αποταμίευση και επενδύσεις και χαμηλότερες δαπάνες για υγεία, εκπαίδευση ή αμυντικά. Η ανάπτυξη της χώρας επηρεάζεται ευθέως και αρνητικά.

– Στο πρόσφατο βιβλίο σας «Ασφαλιστικό, Ανάπτυξη, Μακροοικονομία. Οι κρίσιμες διασυνδέσεις» καταγράφετε με σαφήνεια τις αναπτυξιακές και μακροοικονομικές επιπτώσεις του ασφαλιστικού…

– Πράγματι, κατέγραψα αυτήν την αλληλοσύνδεση, όπως και τη διαπίστωση ότι το ασφαλιστικό παίζει κρίσιμο ρόλο για το ότι η οικονομία μας προχωράει –αν δεν κάνει κύκλους– σαν το σαλιγκάρι. Χωρίς να το καταλάβουμε, έχουμε παγιδευτεί σε μια διαδικασία που σε μεγάλο βαθμό επηρεάζει οριζόντια και αφανώς ένα ευρύτατο φάσμα οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων.

– Υπάρχει περιθώριο για νέες παραμετρικές παρεμβάσεις σε όρια ηλικίας, ύψος εισφορών ή ύψος συντάξεων;

– Τα περιθώρια είναι συνάρτηση των αντιλήψεων, της εμπιστοσύνης που έχει η κοινωνία στο πολιτικό σύστημα για το αύριο, της διαφθοράς, της πολιτικής άγνοιας – της κοινωνικής εμπιστοσύνης γενικότερα. Ομως, ας δούμε τις σημερινές συνθήκες. Το 2001, οι προτάσεις μεταρρύθμισης έγιναν σε μια οικονομία που είχε μπροστά της μία δεκαετία υψηλής ανάπτυξης, αμοιβών και απασχόλησης, ενώ οι συντάξεις ήσαν στο 90%-110% των μισθών, έναντι 55% σήμερα. Σήμερα, έχουμε επιστρέψει στο ΑΕΠ του 2002, με πολύ υψηλότερη ανεργία, προβληματικά δημοσιονομικά, κλεισίματα παραγωγικών μονάδων, περικοπές συντάξεων σε ατομικό επίπεδο, επενδύσεων που είναι οι μισές της εποχής εκείνης, αμφίβολων αναπτυξιακών προοπτικών και μιας απίστευτα κλονισμένης εμπιστοσύνης στις προοπτικές του ασφαλιστικού. Πόσο εύκολα μπορεί κανείς να κάνει προτάσεις μεταρρύθμισης, όταν αφέθηκε να δημιουργηθεί ένας τέτοιος γόρδιος δεσμός; Κι αν υπάρχουν περιθώρια, έχουν σημαντικά αρνητικές επιπτώσεις για τις συντάξεις απ’ ό,τι το 2001, ενώ ακόμα πιο αρνητικές είναι οι επιπτώσεις της απραξίας. Ξέρετε, στην πολιτική, δυστυχώς, κάποιες φορές μεγάλα λάθη –και οι επιπτώσεις τους– είναι μη αναστρέψιμα. Τότε, λύσεις που οδηγούν είτε στη Σκύλλα είτε στη Χάρυβδη παύουν να αποτελούν «λύσεις».
 
– Είναι το πολιτικό κόστος αυτό που καθορίζει εν πολλοίς και τις όποιες «μεταρρυθμιστικές» παρεμβάσεις;

– Πρακτικά, το ερώτημα που σε καμιά στιγμή των τελευταίων είκοσι ετών δεν βάλαμε αποτελεί και δίλημμα: πώς συγκρίνονται οι αρνητικές επιπτώσεις μιας παρέμβασης στο ασφαλιστικό, με ορίζοντα π.χ. την επόμενη δεκαετία, με τις αρνητικές επιπτώσεις της απραξίας, με επικέντρωση στους νέους, στους ανέργους, στους φτωχούς, που επίσης πληρώνουν φόρους και εισφορές. Ολοι εστιάζουν στο τι κόστος έχει μια ασφαλιστική μεταρρύθμιση. Εύκολο να μετρηθεί. Τι κόστος όμως προκύπτει όταν η οικονομία μας μένει καθηλωμένη σε χαμηλή ανάπτυξη; Ρυθμοί μεγέθυνσης 3% θα είχαν σε μία δεκαετία μια αθροιστική αύξηση του ΑΕΠ κατά 65,5 δισ. ευρώ. Με ρυθμούς αύξησης μόνο 1%, το αποτέλεσμα θα ήταν μια αύξηση 22 δισ. ευρώ. Μια διαφορά 4,4 δισ. ευρώ τον χρόνο θα είχε τεράστια σημασία για τους μισθούς, τις συντάξεις, τα εισοδήματα, την απασχόληση, το χρέος, τον κρατικό προϋπολογισμό. Θα είχε όμως και μεγάλο κόστος τον χρόνο που θα γινόταν. Η προτίμησή μας, ως κοινωνίας, προφανώς βρίσκεται στην πλευρά της απραξίας. Τι συμπέρασμα να συναγάγει κανείς για τα περιθώρια που ρωτήσατε;
 
– Μπορεί η μετάβαση από το διανεμητικό στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα στις επικουρικές συντάξεις να αποτελέσει το μέσο ώστε να περάσουμε από μια κατάσταση κατά την οποία η ανάπτυξη χρηματοδοτεί το ασφαλιστικό σύστημα της χώρας σε μια κατάσταση κατά την οποία το ασφαλιστικό θα χρηματοδοτεί την ανάπτυξη;

– Η δαπάνη για τις επικουρικές είναι 3,4 δισ. ευρώ ή 10% περίπου της συνολικής συνταξιοδοτικής δαπάνης. Με τη μείωση της απασχόλησης, λόγω γήρανσης, αυτή θα μειώνεται. Η κεφαλαιοποίηση στις επικουρικές σχετίζεται με λόγους διαγενεακής δικαιοσύνης, εμπιστοσύνης των ασφαλισμένων στην κοινωνική ασφάλιση και περιορισμού καταχρηστικών και πελατειακών κρατικών παρεμβάσεων. Η επίδρασή της στη χρηματοδότηση της ανάπτυξης θα άρχιζε να γίνεται αισθητή μετά την πρώτη δεκαετία.
 
– Πολλοί είναι αυτοί που υποστηρίζουν ότι το «κόστος μετάβασης» είναι απαγορευτικό ως προς την επίτευξη του στόχου…

– Αν υποθέσουμε ότι τα 3,4 δισ. ευρώ των επικουρικών συντάξεων αντιπροσωπεύουν τις εισφορές των εργαζομένων μιας 35ετίας, σημαίνει ένα ετήσιο κόστος μετάβασης περίπου 100.000 ευρώ. Το κόστος αυτό, τουλάχιστον για την πρώτη δεκαετία, είναι πολύ μικρό. Πιο σημαντικός είναι ο κίνδυνος από τυχόν σοβαρές διεθνείς χρηματοοικονομικές κρίσεις ή απρόβλεπτους παράγοντες, αλλά τέτοιες εξελίξεις θα επηρέαζαν αρνητικά και το σημερινό ασφαλιστικό σύστημα.
 
– Είναι το ασφαλιστικό ο μόνος και κύριος παράγων που κρατάει τη χώρα σε χαμηλές αναπτυξιακές και μακροοικονομικές επιδόσεις ή μήπως προκύπτουν συνεχώς νέοι κίνδυνοι που προστίθενται σε αυτούς που παραμένουν «ταμπού» και δεν αγγίζονται, με αποτέλεσμα η κατάσταση να επιδεινώνεται;

– Αυτό, σήμερα, είναι η «μητέρα των ερωτημάτων». Κοιτάξτε, κ. Σαλούρου, βρισκόμαστε πλέον σε μια περίοδο που, σε αντίθεση με το παρελθόν, δεν χαρακτηρίζεται από μακρές περιόδους ομαλής, γραμμικής εξέλιξης, αλλά από περιοδικές διακυμάνσεις και εμφάνιση νέων απειλών, με αποτέλεσμα σοβαρές πιέσεις στο εισόδημα, στην απασχόληση, στην υγεία, στη σταθερότητα του βιοτικού επιπέδου σημαντικών κοινωνικών στρωμάτων. Ολοι αυτοί οι παράγοντες συγκροτούν ένα «μέγα πλέγμα» συλλογικών, μακροοικονομικών, κοινωνικών και αναπτυξιακών απειλών και πιέσεων, με περισσότερες και λιγότερες πιθανότητες και αβεβαιότητες ο καθένας.
 
– Ποιοι είναι αυτοί οι κίνδυνοι; 

– Στους κινδύνους αυτούς, μαζί με το ασφαλιστικό, εντάσσονται οι κίνδυνοι από την κλιματική αλλαγή, τα ενεργειακά, τις κρίσεις του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, το χρέος, την ανεργία, τα μεταναστευτικά ρεύματα, τη γήρανση, τις γεωπολιτικές εντάσεις στην ευρύτερη περιοχή μας ή τις πανδημίες. Αυτή είναι η μεγάλη εικόνα. Πρακτικά, είναι πολύ διαφορετικό να πορεύεται η χώρα με έναν κίνδυνο, π.χ. το ασφαλιστικό, από το να βρίσκεται ταυτόχρονα ή και διαδοχικά αντιμέτωπη με ένα μεγαλύτερο σύνολο ετερόκλητων κινδύνων. Η σώρευση επιπτώσεων σημαίνει πολλαπλασιασμό, όχι άθροισή τους.
 
– Πώς όμως μπορούν να αντιμετωπιστούν; Και, κυρίως, είναι η ελληνική κοινωνία έτοιμη να αποδεχθεί τις λύσεις; 

– Αν δεν θέλουμε αλλαγές στο ασφαλιστικό, το μέλλον είναι δύσβατο. Εναλλακτικά, θα έπρεπε να κάνουμε άλματα στην αναπτυξιακή μας πολιτική, π.χ. στην πολιτική εκπαίδευσης, στην παραγωγικότητα του κράτους, στη βιομηχανική και ενεργειακή πολιτική, σε θεσμικές αλλαγές. Να πετύχουμε μια αλλαγή τροχιάς. Αν δεν έχουμε την ικανότητα να ενεργήσουμε στο πρώτο, πιθανότατα δεν έχουμε και για το δεύτερο. Σε κάθε περίπτωση, η αντιμετώπιση οποιουδήποτε σοβαρού ζητήματος, όπως το ασφαλιστικό, σε συνδυασμό με το πλέγμα απειλών στο οποίο αναφέρθηκα, προϋποθέτει κοινωνική συνεκτικότητα, διορατικότητα, πολιτική ικανότητα επιλογής, ένα βαθμό συλλογικής αυτογνωσίας. Στην κοινωνία μας, αντίθετα, με την πάροδο του χρόνου, πολλαπλασιάζονται οι διαιρέσεις, οι παραλογισμοί ή τα αλλόκοτα. Αποτέλεσμα είναι ο εγκλωβισμός μας σε μια μεγάλη παγίδα εμμονών και παθητικότητας και η χρεοκοπία σε πολλά μέτωπα, στο ένα μετά το άλλο – ή και σε περισσότερα μαζί: το ιδεολογικό, το πρακτικό, το αναπτυξιακό, το κοινωνικό, το πολιτικό. Είμαστε ένας από τους πολύ λίγους λαούς με παρελθόν που πάει πάνω από τέσσερις χιλιάδες χρόνια πίσω, θέλουμε να τιμάμε τα 200 χρόνια της πρόσφατης ιστορίας μας, δείχνοντας, όμως, ότι έχουμε ξεχάσει πολλά από όσα συνέβησαν.