ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο Αλή Πασάς μου θύμισε τον Τζόκερ του Μπάτμαν

O Κρις Τζέιμς μιλάει στην «Κ». «Ένιωθα σαν ερευνητής δημοσιογράφος που προσπαθούσε να βρει τα σημεία που συνθέτουν μια ιστορία», μας λέει από το σπίτι του στο Λος Αντζελες.

o-ali-pasas-moy-thymise-ton-tzoker-toy-mpatman-561347659

Για πολύ καιρό το γκαράζ του Κρις Τζέιμς έμοιαζε κάπως έτσι: στον τοίχο είχε κρεμάσει από αυτούς τους μεγάλους λευκούς πίνακες σημειώνοντας ενδιαφέρουσες ιδέες από την ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, όπως κάνει όταν δουλεύει σε μια ταινία.

Σε έναν χάρτη σημείωνε πόλεις και καρφίτσωνε τις φωτογραφίες των πρωταγωνιστών μαζί με τα, δύσκολα όπως λέει, ελληνικά τους ονόματα. «Ενιωθα σαν ερευνητής δημοσιογράφος που προσπαθούσε να βρει τα σημεία που συνθέτουν μια ιστορία», μας λέει από το σπίτι του στο Λος Αντζελες.

Ο Αμερικανός ηθοποιός και σκηνοθέτης γοητεύθηκε από την ιστορία του 1821. «Επαθα εμμονή», λέει, διαβάζοντας βιβλία γύρω από τα γεγονότα και τις μάχες που καθόρισαν την έκβαση της επανάστασης, έπειτα από την παρότρυνση του Ελληνοαμερικανού φίλου του, Νικ Λάμπρου. Στα μάτια του, οι αγωνιστές είχαν μια μυθιστορηματική, κινηματογραφική χροιά.

«Διάβαζα τις ιστορίες για τον Αλή Πασά και για το τι έκανε στους ανθρώπους. Ηταν απαίσιο και απάνθρωπο. Τα περισσότερα στοιχεία που έχω συμπεριλάβει στο κόμικ είναι πραγματικά. Υπήρχαν αρκετά που άφησα απέξω, κάποια πράγματα που έκανε ήταν παράλογα. Μου θύμισε τον χαρακτήρα του Τζόκερ από τον Μπάτμαν αλλά στην πραγματική ζωή», λέει. Και πράγματι, στο graphic novel «Τα παιδιά της Επανάστασης» (Children of Chaos) πρωταγωνιστές είναι ο Μάρκος Μπότσαρης και ο Αλή Πασάς, σε μια φανταστική ιστορία ενηλικίωσης που βασίζεται σε ιστορικά στοιχεία. Αφετηρία της είναι η κατάληψη του Σουλίου και ο μυθικός χορός του Ζαλόγγου και καταλήγει στην πολιορκία του Μεσολογγίου, περνώντας διά πυρός, σιδήρου, σεξ και αποκεφαλισμένων πτωμάτων. Η εικονογράφηση είναι του Αργεντίνου Αλε Αραγκόν, σε μια αισθητική που θυμίζει τους «300» του Φρανκ Μίλερ.

o-ali-pasas-moy-thymise-ton-tzoker-toy-mpatman0
Ο Αμερικανός ηθοποιός και σκηνοθέτης Κρις Τζέιμς γοητεύθηκε από την ιστορία του 1821. «Επαθα εμμονή», μας λέει.

Διαβάζοντας για τον πασά των Ιωαννίνων ο Τζέιμς άρχισε να καταλαβαίνει τις συνθήκες ζωής των Σουλιωτών. «Στην αρχή σκεφτόμουν τους Σουλιώτες σαν μονοδιάστατους χαρακτήρες που έκαναν επιθέσεις και μετά γυρνούσαν στα βουνά τους», σχολιάζει, «αλλά κάποια στιγμή τους είδα ως ανθρώπους και σκέφτηκα ότι αυτό δεν είναι ταινία, είναι πραγματική ζωή από την οποία απέχουμε μόνο μια στιγμή μέσα στη διάρκεια του χρόνου». Οι άνθρωποι αυτοί, λέει, θυσίασαν τη ζωή τους και την ύπαρξή τους για μια ιδέα που ήταν μεγαλύτερη από τους ίδιους.

«Η ζωή πρέπει να είναι πολύ άσχημη, στο επίπεδο της απόλυτης τυραννίας, για να μην έχεις τίποτα να χάσεις και για να αφήσεις στην άκρη τις διαφορές με τους γείτονες που συνήθως μισείς και να πολεμήσεις μια ισχυρότερη οντότητα. Για να πηδήξεις από τον γκρεμό του Ζαλόγγου τα πράγματα πρέπει να ήταν πολύ άσχημα. Ετσι άρχισα να καταλαβαίνω πώς θα πρέπει να ήταν η ζωή τότε για να κάνεις τέτοιες επιλογές», σημειώνει.

Στο κόμικ που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κάκτος, σε μετάφραση Αλέξη Καλοφωλιά, η ιστορία ξεκινάει 10 χρόνια πριν από την κήρυξη της Επανάστασης, με μια επιδρομή των Οθωμανών στο Σούλι.

Ο νεαρός Μάρκος μεγαλώνει στη θέα των μαχών και των νεκρών, χωρίς να μπορεί να συνηθίσει ούτε το ένα ούτε το άλλο. Αδέξιος, αδύναμος, άστοχος στο σημάδι, πιάνεται αιχμάλωτος από τον γιο του Αλή Πασά. Θα ανδρωθεί στο σεράι του πασά μέχρι να αποδράσει, κρυφά ερωτευμένος με την Ελένη, την κόρη του Ιμπραήμ Πασά και παρακολουθώντας τον βάναυσο και δολοπλόκο Αλή και τα ιστορικά πρόσωπα που περνάνε από εκεί, όπως τον Λόρδο Βύρωνα, τον Βαρώνο Χομπχάουζ, τον αρχαιολόγο Πίτερ Μπρόντστεντ. Προδοσίες, πλεκτάνες, εσωτερικές συγκρούσεις, ισχυροί πατέρες και αδύναμοι γιοι, ψυχολογικές μεταπτώσεις, είναι όλα στοιχεία της ιστορίας που οικοδομεί ο Κρις Τζέιμς για να δείξει τη δημιουργία ενός ήρωα και μιας επανάστασης. Αυτό που δεν βλέπει ο Μάρκος –και οι αναγνώστες– μέχρι το τέλος είναι πως όλα αυτά αποτελούν μέρος ενός αυτοκαταστροφικού (και κάπως σουρεαλιστικού) σχεδίου.

Πριν ασχοληθεί με το ’21, ο Κρις Τζέιμς δεν γνώριζε τίποτα για τη σύγχρονη ελληνική ιστορία. «Σαν παιδί μαθαίνεις για την ελληνική μυθολογία και όσο μεγαλώνεις σκέφτεσαι την Ελλάδα για το ούζο, τον γύρο, τη Μύκονο και τις κραιπάλες», λέει, όπως και οι περισσότεροι νομίζουν πως το Λος Αντζελες είναι μόνο το Χόλιγουντ και η Ντίσνεϊλαντ. Τώρα, μας λέει, ξέρει καλύτερα την Ελληνική Επανάσταση από ό,τι όλους τους αμερικανικούς πολέμους.

o-ali-pasas-moy-thymise-ton-tzoker-toy-mpatman2
Αφετηρία της ιστορίας είναι η κατάληψη του Σουλίου και ο μυθικός χορός του Ζαλόγγου. Η εικονογράφηση είναι του Αργεντίνου Αλε Αραγκόν, σε μια αισθητική που θυμίζει τους «300» του Φρανκ Μίλερ.

Κολοκοτρώνης όπως Σούπερμαν

Η έρευνά του για αυτή την ιστορική περίοδο της Ελλάδας τον έκανε να σκεφτεί για την κουλτούρα του πατριωτισμού που υπάρχει στην Αμερική. «Μεγαλώνοντας στις ΗΠΑ βλέπεις ότι υπάρχει σε μια μικρή μερίδα της χώρας μας ένας ψευδής πατριωτισμός. Δεν είναι πραγματικός, είναι εμπορικός, μοιάζει με διαφήμιση της Budweiser. Μεγαλώνουμε με μια νοοτροπία δικαιωμάτων που θεωρούμε πως ό,τι συμβαίνει στον κόσμο είναι τόσο μακριά από εμάς που δεν μας αγγίζει, σαν να γίνεται στο σινεμά», μας λέει. Το γεγονός ότι οι Ελληνες της εποχής που «σταμάτησαν να μισούν ο ένας τον άλλο τόσο ώστε να συνεργαστούν», είναι, θεωρεί, ένα μάθημα για όλους. 

«Είναι άραγε η μάχη απέναντι στην πανδημία ένας νέος πατριωτισμός;», ρωτάμε. «Σίγουρα ο κορωνοϊός μας έδωσε μια βάση για να ενωθούμε», σημειώνει ο Τζέιμς, ο οποίος από την αρχή της πανδημίας συμμετέχει ενεργά στον εθελοντικό οργανισμό CORE του ηθοποιού Σον Πεν στήνοντας κέντρα ελέγχου COVID-19 και εμβολιαστικούς σταθμούς στην Καλιφόρνια. «Τη στιγμή που ξέσπασε η πανδημία οι ηγέτες μας θα έπρεπε να συνεργαστούν και να δημιουργήσουν μια διεθνή συμμαχία. Συμβαίνει σε επιστημονικό επίπεδο αλλά μόνο εκεί. Ως ανθρωπότητα μεγαλώσαμε σε μια εποχή που οτιδήποτε μας ξεβολεύει ήταν απαράδεκτο. Ολοι όσοι είχαν την εμπειρία μιας παγκόσμιας σύρραξης είτε δεν ζούσαν πια ή είναι προς το τέλος της ζωής τους και οι υπόλοιποι αναλωνόμασταν στο να κάνουμε επεμβάσεις ομορφιάς. Με αυτά τα προβλήματα ζούσαμε».

Γιατί όμως από όλους τους ήρωες της Ελληνικής Επανάστασης διάλεξε τον Μάρκο Μπότσαρη και όχι κάποιον ευρύτερα γνωστό, όπως τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη; «Αν κάνεις μια ιστορία για κάποιον όπως ο Κολοκοτρώνης, πρέπει να είναι μια ιστορία για εκείνον», σχολιάζει, «είναι σαν να λες την ιστορία του Σούπερμαν και αυτό ίσως με περιόριζε από το να μιλήσω για την επανάσταση γενικότερα». 

Η ζωή και η δράση του Μάρκου Μπότσαρη, λέει, δεν ήταν ευρύτερα γνωστή και έτσι είχε την ελευθερία να τον χρησιμοποιήσει ως σύμβολο. «Για παράδειγμα, είναι ο γιος του ηγέτη των Σουλιωτών. Αυτή η δυναμική από μόνη της βάζει μια πίεση πάνω του που δεν έχει επιλέξει. Οπότε γεννιέται σε μια κατάσταση που οι άλλοι έχουν προσδοκίες από εκείνον, όπως το να γίνει πολεμιστής, να είναι πετυχημένος ηγέτης, που ίσως να μην το θέλει», σημειώνει. 

Αυτά τα χαρακτηριστικά έδωσαν στον συγγραφέα την ελευθερία να δημιουργήσει με βάση την ιστορική μορφή του Μπότσαρη έναν πιο ανθρώπινο χαρακτήρα. «Το ενδιαφέρον με τον Μάρκο είναι ότι είχε πιο λόγιες δεξιότητες, ήταν έξυπνος, μετέφραζε λεξικά από γλώσσα σε γλώσσα, δεν ήταν μαχητής. Μπορούσα να ταυτιστώ μαζί του και να εξανθρωπίσω τον χαρακτήρα σκεπτόμενος τον εαυτό μου στις συνθήκες που έζησε. Μπορείς να δημιουργήσεις έναν κόσμο με παράλληλα ψυχολογικά επίπεδα μόνο αν καταλαβαίνεις αυτά τα επίπεδα ως έναν βαθμό. Ο Μάρκος δεν είναι ο τυπικός ήρωας, είναι ένας άνθρωπος μέσα σε μια τέτοια κατάσταση χάους. Δεν θέλει να εμπλακεί, αλλά δεν έχει επιλογή».