ΘΕΑΤΡΟ

Η ραγισμένη καρδιά μιας ντίβας

Η Μαρίνα Αμπράμοβιτς μιλάει στην «Κ» για την όπερα «Οι επτά θάνατοι της Μαρίας Κάλλας» λίγο πριν τη δούμε στην Αθήνα

Η ραγισμένη καρδιά μιας ντίβας

«Είμαι μια φλόγα που τρεμοσβήνει πάνω σ’ ένα μακρύ κερί, εκτεθειμένο στον αέρα και στη βροχή, στην υγεία και στην αρρώστια, στον έρωτα και στον θάνατο. Η φλόγα μπορεί να με ζεστάνει ή να με κάψει… αλλά όταν σβήσει δεν ξανανάβει…». 

Μαρίνα Αμπράμοβιτς ως Μαρία Κάλλας

«Είμαι ευτυχισμένη!» δήλωσε η Μαρίνα Αμπράμοβιτς μέσω Skype, από το ειδυλλιακό σπίτι της στο Weston Well, μια ήσυχη, εξοχική περιοχή στα βόρεια του νομού της Νέας Υόρκης, μετά την πρεμιέρα της όπεράς της «Οι επτά θάνατοι της Μαρίας Κάλλας» στο Μόναχο. Αυτή την εβδομάδα, θα τη δούμε και στην Αθήνα. 

Συμπαραγωγή της δικής μας Λυρικής Σκηνής, της Εθνικής Οπερας του Παρισιού, της Κρατικής Οπερας της Βαυαρίας, του Βερολίνου και της Σκάλας του Μιλάνου, η όπερα –συνδυασμός performance art και βίντεο, για το οποίο έγραψε η ίδια το άκρως πρωτότυπο κείμενο– αποτελεί έναν συγκλονιστικό φόρο τιμής και αγάπης για τη Μαρία Κάλλας, της οποίας η παρουσία «με στοίχειωνε τα τελευταία εξήντα χρόνια».

Το πάθος της για την Κάλλας άρχισε όταν πρωτοάκουσε τη φωνή της στο ραδιόφωνο της γιαγιάς της στη Σερβία, όταν ήταν 14 ετών. «Δεν θυμάμαι τι ακριβώς έκανα εκείνη τη στιγμή. Αλλά θυμάμαι ότι ξαφνικά ήχησε αυτή η φωνή, και καθηλώθηκα. Σηκώθηκα στη μέση της κουζίνας και άρχισα να κλαίω. Το τραγούδι της ήταν τόσο έντονα συναισθηματικά φορτισμένο, που μου προκάλεσε αυτή την ακραία συναισθηματική έκρηξη. Οταν τελείωσε θέλησα να μάθω σε ποιον ανήκε αυτή η φωνή. Ποια είναι αυτή που τραγουδάει με τόσο παθιασμένη ένταση; Το ραδιόφωνο ανακοίνωσε ότι ήταν η Μαρία Κάλλας. Τότε θέλησα να μάθω τα πάντα για εκείνη. Είχα δύσκολη παιδική ηλικία. Η μητέρα μου ήταν πολύ πιεστικά φιλόδοξη, σαν τη δική της, επιμένοντας πάντα να κάνω ό,τι ήθελε. Ηδη υπήρχαν πολλά κοινά σημεία…

«Το μεγαλύτερο κοινό σημείο είναι ότι η Κάλλας πέθανε από ραγισμένη καρδιά. Κι εγώ βίωσα αυτή την εμπειρία, που σχεδόν μου κόστισε και εμένα τη ζωή. Αυτό που με έσωσε ήταν η δουλειά μου. Ομως την Κάλλας δεν την έσωσε η δουλειά της. Προσπάθησε να επανεκκινήσει την καριέρα της όταν την εγκατέλειψε ο Ωνάσης, αλλά ήταν πολύ αργά. Η φωνή της είχε καταστραφεί. “Οι επτά θάνατοι της Μαρίας Κάλλας” είναι το πιο φεμινιστικό έργο που έχω κάνει στη ζωή μου: γυναίκες που πεθαίνουν από ραγισμένη καρδιά. Τρομερή αρρώστια για εμάς τις γυναίκες, η ραγισμένη καρδιά…».

Οπως δήλωσε πριν από την πρεμιέρα του έργου στο Μόναχο, «η ραγισμένη καρδιά πρέπει να ιαθεί. Και αυτό χρειάζεται χρόνο. Αλλά αν μπορέσεις να μεταχειριστείς τη ραγισμένη σου καρδιά δημιουργικά, αν κατορθώσεις να περάσεις μέσα από όλα αυτές τις βαριές εμπειρίες και καταστάσεις, όλον αυτό τον πόνο, που ενδέχεται να είναι οξύς, τότε θα φτάσεις στην άλλη άκρη γιατρεμένος. Η ίαση είναι κάτι πολύ σημαντικό για μένα. Και ελπίζω οι άνθρωποι που πάσχουν από ραγισμένη καρδιά να δουν τα συναισθήματά τους να αντικατοπτρίζονται στο έργο και να ιαθούν».

Η ραγισμένη καρδιά μιας ντίβας-1
Στο βίντεο του θανάτου της Δυσδαιμόνας, ο Γουίλεμ Νταφόε περιτυλίγει σιγά σιγά την Αμπράμοβιτς μ’ έναν ζωντανό βόα, καταλήγοντας στον λαιμό της. «Η ιδέα είναι ο Ωνάσης, που σκοτώνει τη φωνή της, πνίγοντάς τη σιγά σιγά».

 

«Καινούργιο είδος»

Το πάθος της Αμπράμοβιτς για την Κάλλας την έκανε να γίνει φαν της όπερας και να πηγαίνει συχνά σε παραστάσεις; «Οχι! Γιατί τις περισσότερες φορές η όπερα είναι πολύ βαρετή! Ετσι, θέλησα να δημιουργήσω ένα καινούργιο είδος όπερας, κάτι εντελώς διαφορετικό, ιδίως για τη νέα γενιά που η πλειονότητά της δεν πηγαίνει στην όπερα καθόλου! Σκαρφίστηκα λοιπόν μια προσέγγιση που θα τους βοηθήσει, ίσως, να ανακαλύψουν την όπερα!

Και αυτό που μ’ ενθουσίασε στο Μόναχο ήταν ότι το θέατρο ήταν γεμάτο νέους! Συνήθως η όπερα κρατεί 4-5 ώρες, ενώ ο χρόνος που μπορείς να συγκρατήσεις την προσοχή των νέων είναι πολύ μικρός. Η όπερα είναι μία από τις αρχαιότερες μορφές τέχνης. Εφευρέθηκε σε εποχή που δεν υπήρχαν σινεμά, τηλεόραση, βίντεο ή βιντεοπαιχνίδια. Τότε οι άνθρωποι ευχαρίστως κάθονταν να παρακολουθήσουν παραστάσεις που κρατούσαν από 3 έως 5 ώρες – ακριβώς όπως στην Ιαπωνία, όπου μερικά έργα διαρκούν 8-9 ώρες. Η αίσθηση του χρόνου, όσον αφορά όλες τις τέχνες, ήταν εντελώς διαφορετική.

Σκεφτόμουν λοιπόν πώς να συντομεύσω την όλη εμπειρία για την εποχή μας –και θυμηθείτε ότι το θέμα μου, η στιγμή του θανάτου, είναι πολύ σύντομο, ακαριαίο– αλλά να κρατήσω την ιδέα του θανάτου από έρωτα. Ετσι κατέληξα σε μια υπερ-σύντομη όπερα, που διαρκεί μιάμιση ώρα. Συνήθως στις όπερες πρέπει να περιμένεις ώσπου να φτάσεις στις ωραιότερες άριες. Η δική μου όπερα, όμως, είναι σαν ένα κουτί με σοκολάτες, με όλες τις γεύσεις σ’ ένα κουτί! Και η κάθε ηρωίδα πεθαίνει από έρωτα με εντελώς διαφορετικό τρόπο: από αρρώστια (η Βιολέτα στην “Τραβιάτα”), πηδώντας από ύψος (“Tόσκα”), στραγγαλισμό (Δυσδαιμόνα στον “Οθέλλο”), μαχαίρωμα (“Κάρμεν”), χαρακίρι (“Μπάτερφλαϊ”), τρέλα (“Λουτσία”), πυρά (“Nόρμα”)».

Το έργο αρχίζει με μια πολύ ατμοσφαιρική εισαγωγή του Σέρβου συνθέτη Μάρκο Νικοντίγεβιτς, κατά τη διάρκεια της οποίας βλέπουμε την Αμπράμοβιτς ως Κάλλας να πεθαίνει στο κρεβάτι της στο διαμέρισμά της στο Παρίσι. 

Στη συνέχεια, στο α΄ μέρος, η Αμπράμοβιτς ζωντανεύει τις έξι οπερατικές ηρωίδες σε μια σειρά από καθηλωτικά βίντεο, ενώ συγχρόνως έξι σοπράνο τραγουδούν ζωντανά στη σκηνή την άρια που αντιστοιχεί στο κάθε βίντεο. «Ολες είναι ντυμένες καμαριέρες και όλες εκπροσωπούν την Μπρούνα, την αφοσιωμένη καμαριέρα της Κάλλας, η οποία την ακολούθησε όλη της τη ζωή, στα χρόνια της δόξας και στα χρόνια του πόνου. Ετσι επινόησα επτά “Μπρούνες”, που σμίγουν όλες στο β΄ μέρος όταν αδειάζουν το παρισινό διαμέρισμα της Κάλλας μετά τον θάνατό της, τον οποίο αναπαριστώ η ίδια. Και είμαι ευτυχής που ο Ρικάρντο Τίσι δέχτηκε να σχεδιάσει τις εντελώς unglamorous στολές τους. Ηταν σημαντικό για μένα».

Οι ιδέες για τις σκηνές θανάτου στα βίντεο, ιδίως της Τόσκας, της Δυσδαιμόνας, της Κάρμεν και της Νόρμας είναι ασύλληπτα ευφάνταστες και συναρπαστικές, ενώ οι θάνατοι της Βιολέτας και της Λουτσία είναι πιο κοντά στο αναμενόμενο. 

Στο βίντεο της Τόσκας βλέπουμε την Αμπράμοβιτς να πέφτει, όχι από το Castel Sant’ Angelo στη Ρώμη, αλλά από έναν ουρανοξύστη στο Λος Αντζελες, στη μέση μιας κατάμεστης οδού, περιγράφοντας ανατριχιαστικά την αίσθηση… «Το να πηδάς δεν είναι επικίνδυνο. Ούτε το να πέφτεις είναι επικίνδυνο… Το αίμα σού πλημμυρίζει τις φλέβες… Αιωρείσαι κρεμασμένη στον χώρο… Εχεις χρόνο να αισθάνεσαι, χρόνο να αγαπάς για πάντα, απλά πετάς, πετάς, πετάς… Οχι, δεν είναι επικίνδυνο να πέφτεις. Ο κίνδυνος αρχίζει όταν προσγειώνεσαι». 

Η έμπνευση γι’ αυτή την εικόνα ήταν μια είδηση στο Google, για μια νέα γυναίκα που αυτοκτόνησε πέφτοντας από το Empire State Building την ημέρα των αρραβώνων της και προσγειώθηκε πάνω σ’ ένα αυτοκίνητο με το σώμα της άθικτο. «Αλλά όταν ήρθαν οι Αρχές να παραλάβουν το πτώμα, αυτό διαλύθηκε σε χίλια κομμάτια. Συγκράτησα αυτή την εικόνα. Και στο βίντεο, που γυρίστηκε στο Λος Αντζελες, εγώ η ίδια είμαι η φιγούρα που βλέπετε να πέφτει! Και χρειάστηκε να το κάνω αρκετές φορές».

Στο βίντεο του θανάτου της Δυσδαιμόνας από στραγγαλισμό, έχουμε την εικόνα ενός άνδρα (του Γουίλεμ Νταφόε, που είναι παρών σε όλη την όπερα και συμβολίζει τον Ωνάση), να περιτυλίγει σιγά σιγά, γύρω γύρω την Αμπράμοβιτς μ’ έναν ζωντανό βόα, καταλήγοντας στον λαιμό της. «Η ιδέα είναι ο Ωνάσης, που σκοτώνει τη φωνή της, πνίγοντάς τη σιγά σιγά». Στην Κάρμεν, ντυμένη με στολή ματαντόρ, η Αμπράμοβιτς παίρνει ένα σχοινί, σύμβολο της δύναμής της, τυλίγει με αυτό τον Δον Χοσέ και τον κάνει να γυρνάει γύρω γύρω της. Μετά παίρνει ένα μαχαίρι για να κόψει το σχοινί, «γιατί αυτό θέλει να κάνει η Κάρμεν. Να κόψει κάθε σχέση μαζί του. Αλλά, όπως ξέρουμε, αυτός αρνείται να δεχτεί την απόφασή της, αρπάζει το μαχαίρι και τη σκοτώνει».

Η Μπάτερφλαϊ σκοτώνεται με τη ραδιενέργεια από ατομική βόμβα, «που συμβολίζει την επίθεση της Αμερικής (του Πίνκερτον) στον κόσμο της Ιαπωνίας. Εδώ δεν ακολούθησα το λιμπρέτο του θανάτου από χαρακίρι. Αυτή είναι μια όπερα για την εποχή μας»!

Η Νόρμα, ο τελευταίος από τους οπερατικούς θανάτους, είναι ο πιο ανατριχιαστικός. «Περπατώντας προς τη φωτιά, βήμα βήμα, με το πετσί σου να τσιτώνεται, τα μάτια σου να λιώνουν, κι όμως συνεχίζεις να βαδίζεις…, το δέρμα σου γεμίζει φούσκες, αλλά συνεχίζεις να βαδίζεις…, με τη μυρωδιά καμένης σάρκας, με δέρμα που μαυρίζει, με τα μαλλιά σου να καίγονται… τυφλώνεσαι».

«Θα ζει για πάντα»

Στο τέλος του α΄ μέρους, μετά τους έξι οπερατικούς θανάτους, η Αμπράμοβιτς εμφανίζεται στη σκηνή ως Μαρία Κάλλας, ντυμένη με το ίδιο εντυπωσιακό χρυσό φόρεμα, ενώ συγχρόνως ακούγεται η φωνή της Κάλλας, για πρώτη και μοναδική φορά στο έργο, τραγουδώντας την Casta Diva. «Καταλαβαίνουμε ότι είναι νεκρή. Ομως η φωνή της δεν πεθαίνει. Ποτέ δεν θα πεθάνει. Θα ζει για πάντα».

Σε αυτή την όπερα, όπως και σε πολλά από τα έργα και τις εγκαταστάσεις της, η Αμπράμοβιτς υποχρεώνει τον εαυτό της να υπομείνει σωματικά απαιτητικές και επώδυνες εμπειρίες με φαινομενικά μαζοχιστική εμμονή. Γιατί το κάνει; Είναι όντως μαζοχίστρια ή προσπαθεί να κατανοήσει την ουσία του πόνου και τις επιπτώσεις του; «Στη ζωή υπάρχουν τρεις φόβοι: ο φόβος να πληγωθείς, ο φόβος του πόνου και ο φόβος του θανάτου. Εμφανίζομαι μπροστά στο κοινό σαν καθρέπτης. Αν μπορώ εγώ να ξεπεράσω αυτούς τους φόβους – τότε ίσως κι εσείς, το κοινό, μπορείτε επίσης να το κάνετε, να απαλλαγείτε από αυτούς».

Η ιδια το πέτυχε; «Πάντως, είμαι πιο ευτυχισμένη τώρα απ’ όσο ποτέ στη ζωή μου. Είμαι 74 ετών και ζω κάθε μέρα σαν να είναι η τελευταία. Απολαμβάνω κάθε στιγμή, κάθε πράγμα, όσο μικρό κι αν είναι. Πριν από λίγο καιρό ανεβάσαμε ένα σόου με τον Μπομπ Γουίλσον με τίτλο “Ο θάνατος της Μαρίνας Αμπράμοβιτς”. Μετά, ήρθαν “Οι επτά θάνατοι της Μαρίας Κάλλας”. Τώρα, όχι πια θανάτους, τέλος με τους θανάτους! Τώρα θα κάνω μόνο έργα για τη ζωή! Χαρούμενα πράγματα, απλές απολαύσεις, όπως το φύτεμα αχλαδόδεντρων και βυσσινόδεντρων στον κήπο μου με την ελπίδα να φτιάξω το βύσσινο γλυκό της γιαγιάς μου, που τόσο αγαπούσα, τα καλά αστεία, μια χαρούμενη ζωή».

Η ευχή όλων γι’ αυτήν τη μοναδική, ζεστή και συμπαθέστατη γυναίκα, μπορεί να είναι μόνο μία: Αμήν!