ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Ιστορίες τρόμου με τέρατα αληθινά…

istories-tromoy-me-terata-alithina-amp-8230-2088833

Για κάποιον που επί χρόνια δήλωνε ότι δεν αγαπά το ποδόσφαιρο, ο Σαντιάγο Ρονκαλιόλο έκανε μια παράδοξη επιλογή: η πλοκή του τελευταίου του μυθιστορήματος, με τίτλο «Η εσχάτη των ποινών», εκτυλίσσεται παράλληλα με το Μουντιάλ του 1978. Και ενώ όλα τα μάτια είναι στραμμένα στην Αργεντινή, ή έστω στην κοντινότερη οθόνη τηλεόρασης, ένας νεαρός και κάπως αφελής βοηθός αρχειοφύλακα του Δικαστικού Μεγάρου της Λίμα εξιχνιάζει μια υπόθεση που περιλαμβάνει μυστικές αστυνομικές επιχειρήσεις, απαγωγές και δολοφονίες. Το ζήτημα με τον Φέλιξ Τσακαλτάνα, γνωστό στο αναγνωστικό κοινό από το μυθιστόρημά του «Kόκκινος Απρίλης» (Καστανιώτης), είναι πως δεν έχει ιδέα από ποδόσφαιρο. Οσο για τον Περουβιανό δημιουργό του, παραδέχεται πως τα τελευταία χρόνια έχει εμπλουτίσει τις γνώσεις του. Μάλιστα, έχει αρχίσει να βλέπει το όλο θέμα με συμπάθεια, αν όχι με συγκρατημένο ενθουσιασμό.

«Τώρα πια μου αρέσει το ποδόσφαιρο. Ξέρετε γιατί; Γιατί έχω ένα γιο επτά χρόνων», εξηγεί χαμογελώντας. «Δεν ήθελα το παιδί μου να είναι αυτός ο “παράξενος τύπος” στο σχολείο, οπότε άρχισα να μαθαίνω όλο και περισσότερα για το άθλημα. Εξάλλου, δεν μπορείς να ζεις στη Βαρκελώνη και να μισείς το ποδόσφαιρο. Είναι πρακτικά αδύνατον να το αποφύγεις, είναι σαν να αποφεύγεις να κάνεις φίλους». Ως εκκολαπτόμενος φίλαθλος, γοητεύτηκε αφενός από την ιδέα του ποδοσφαίρου ως μια μεγάλη σκηνή, όπου διαδραματίζεται ένα υπερθέαμα με εκατομμύρια θεατές και ταυτόχρονα διακυβεύονται βαθύτερα ζητήματα, όπως η εθνική ταυτότητα. «Ηθελα να μιλήσω γι’ αυτά στο βιβλίο μου, αλλά και για το πώς μια κυβέρνηση μπορεί να χρησιμοποιεί το ποδόσφαιρο για να χτίσει την εικόνα της χώρας».

Η ενασχόλησή του με το ποδόσφαιρο του επέτρεψε να αντιληφθεί, για πρώτη φορά, γιατί είναι ένα άθλημα πιο αγαπητό στους άντρες. «Είναι επειδή δεν μιλάμε τόσο!», υποστηρίζει. «Τελευταία, οι φίλοι μου άρχισαν να παίρνουν διαζύγιο, ο ένας μετά τον άλλο. Οποτε χώριζε μία φίλη μου, ερχόταν να με δει και άρχιζε να μου μιλάει για τη σχέση της, ανακαλώντας απίστευτες λεπτομέρειες. Οταν χώριζε ένας φίλος, ερχόταν σπίτι μου, άνοιγε μια μπίρα και βλέπαμε μπάλα».

Φυσικά, η «Εσχάτη των ποινών» δεν είναι ένα μυθιστόρημα για το ποδόσφαιρο, αφού καταπιάνεται με πιο «σκοτεινά» ζητήματα, όπως η συνεργασία του Περού με το δικτατορικό καθεστώς της Αργεντινής τη δεκαετία του ’70 για τον εντοπισμό και τη σύλληψη Αργεντίνων αντιφρονούντων εντός περουβιανού εδάφους. «Συνήθως σκεφτόμαστε τον φασισμό ως ένα φαινόμενο που περιορίστηκε στη Γερμανία και την Ιταλία», αναφέρει ο συγγραφέας. «Στην πραγματικότητα, ξεκίνησε, τουλάχιστον με στρατιωτικούς όρους, από την Ισπανία, και οι τελευταίοι του επίγονοι ήταν οι δικτάτορες της Λατινικής Αμερικής τη δεκαετία του ’70». Η ιστορία του βιβλίου «τυγχάνει να είναι και η ιστορία των γονιών μου, πολιτικών που πιθανότατα θα είχαν δολοφονηθεί εάν ζούσαν στην Αργεντινή ή τη Χιλή, όπως συνέβη σε αρκετούς φίλους τους», συνεχίζει.

«Η απόσταση δίνει περισσότερες ιστορίες να διηγηθείς»

Ουσιαστικά, ο Σαντιάγο Ρονκαλιόλο έχει περάσει τα πιο δημιουργικά του χρόνια στην Ισπανία, όπου εγκαταστάθηκε πριν από 15 χρόνια, σε ηλικία 25 ετών. Πολλά έχουν αλλάξει από τότε που έφτασε στην Ιβηρική Χερσόνησο, άσημος και όχι απόλυτα βέβαιος για το τι σκόπευε να κάνει. «Πρόσφατα βρέθηκα στην Κροατία, όπου διάβασα αποσπάσματα από διηγήματά μου, και ένα από αυτά μιλούσε για τη ζωή μου ως μετανάστη, που μόλις είχε φτάσει στην Ισπανία. Καθώς το διάβαζα μπροστά σε όλους, ένιωσα ότι έχω μεγαλώσει, έχει περάσει τόσος καιρός, αυτή ήταν μια άλλη ζωή», εξομολογείται. Και όμως εξακολουθεί να μην αισθάνεται απόλυτα ενταγμένος στη νέα του πατρίδα.

«Δεν νιώθω ότι ανήκω ούτε στην Ισπανία ούτε στο Περού. Αισθάνομαι σαν τουρίστας παντού. Οταν επιστρέφω στο Περού, μιλάω σαν ηλικιωμένος, χρησιμοποιώ εκφράσεις που έχουν πια ξεχαστεί. Και συγχρόνως δεν πιστεύω ότι θα γίνω ποτέ εντελώς Ισπανός· βλέπω τα πράγματα κάπως διαφορετικά από τους γύρω μου. Τα βιβλία μου μιλούν συχνά για φαντάσματα, νεκρούς ή εξωπραγματικούς ανθρώπους… και μετατρέπομαι και ο ίδιος σε φάντασμα, σε κάποιον που δεν υπάρχει αλλά κατά καιρούς αποκτά υπόσταση». Πολύτιμη ιδιότητα για ένα συγγραφέα –«όταν βλέπεις τα πράγματα από κάποια απόσταση, μέσα από διαφορετικές οπτικές γωνίες, έχεις περισσότερες ιστορίες να διηγηθείς»–, παρότι ενίοτε τον δυσκολεύει στην προσωπική του ζωή.

Σε γενικές γραμμές, πάντως, δεν υποφέρει από μοναξιά. Ισως επειδή έχει δημιουργήσει μια «υπέροχη οικογένεια» ή επειδή καταφέρνει να συνδυάζει τη μοναχική ζωή του λογοτέχνη με την εξωστρέφεια, που προϋποθέτει η δημοσιογραφία. Σταθερός συνεργάτης της El Pais και εφημερίδων της Λατινικής Αμερικής, αφοσιώνεται στη δημοσιογραφική έρευνα με το ίδιο πάθος που αφοσιώνεται στα μυθιστορήματά του, ενώ η μονογραφία του για την οργάνωση «Φωτεινό Μονοπάτι» και τον Αμπιμαέλ Γκουσμάν, με τίτλο «Η τέταρτη ρομφαία», απέσπασε εξαιρετικές κριτικές. «Οταν ασχολούμαι με τη δημοσιογραφία, συνειδητοποιώ ότι το κοινό περιμένει από μένα, ως συγγραφέα, να γράφω κυρίως σχόλια. Ομως εγώ προτιμώ το ρεπορτάζ. Το ρεπορτάζ δεν σχετίζεται με προσωπικές απόψεις, απαιτεί να ακούς και να αφηγείσαι ιστορίες μέσα από τα μάτια άλλων ανθρώπων, ή ακόμα και μιας άλλης κουλτούρας». Ενας συγγραφέας «αναπόφευκτα μένει στο σπίτι του, καταλήγει να ασχολείται συνέχεια με τον εαυτό του. Το ρεπορτάζ με αναγκάζει να βγω έξω, είναι σαν μια πνοή φρέσκου αέρα. Και φυσικά μου προσφέρει στοιχεία, που αργότερα μπορώ να αξιοποιήσω στη μυθοπλασία».

Γιος σοσιαλιστή και εγγονός αναρχικού, ο συγγραφέας παραδέχεται ότι ανήκει σε μια γενιά που δυσκολεύεται να οραματιστεί ουτοπίες. «Είμαστε μια γενιά υλιστών. Ενηλικιωθήκαμε σε έναν κόσμο, που υποτίθεται ότι είχε λύσει όλα του τα πολιτικά προβλήματα. Υστερα καταλάβαμε πως δεν ήταν τόσο εύκολο. Αυτό μας έκανε πιο ταπεινούς, αλλά και πιο αποτελεσματικούς», επισημαίνει. «Οι συγγραφείς της γενιάς του Μάρκες και του Λιόσα ένιωθαν άνετα να γράφουν για την εξουσία, για δικτάτορες, για σημαντικές προσωπικότητες. Σήμερα εστιάζουμε περισσότερο στους “μικρούς” ανθρώπους, στους ασήμαντους που συνθλίβονται κάτω από το βάρος της Ιστορίας».

«Η ανισότητα γεννάει βία»

Η «Εσχάτη των ποινών» διαδραματίζεται σε μια περίοδο σχετικής ηρεμίας για το Περού, τουλάχιστον σε σχέση με τα βίαια χρόνια που έμελλε να ακολουθήσουν. «Είχαμε μια στρατιωτική δικατορία αριστεριστών. Επειδή ήταν πιο προοδευτικοί, δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν το παράδειγμα του Πινοσέτ». Αναγκασμένοι να συνεργαστούν με την Αργεντινή και τη Χιλή, προσπαθούσαν να διατηρήσουν μια πιο ανεκτική στάση στο εσωτερικό της χώρας. Φυσικά, όλα άλλαξαν με την άνοδο του «Φωτεινού Μονοπατιού» και το ξέσπασμα του εμφυλίου.

Σήμερα, το Περού διανύει και πάλι μια περίοδο σταθερότητας και, το κυριότερο, αισιοδοξίας, υποστηρίζει ο συγγραφέας. «Βλέπω τους Ευρωπαίους να διαμαρτύρονται για την ανισότητα, αλλά αυτό είναι σοσιαλισμός σε σύγκριση με την Αμερική, Νότια και Βόρεια. Και η ανισότητα γεννάει βία», αναφέρει. Εντούτοις, σε αντίθεση με τους Ευρωπαίους, που ανησυχούν για το τι επιφυλάσσει το μέλλον, «εμείς βιώσαμε την κόλαση και τώρα πιστεύουμε ότι τα πράγματα γίνονται καλύτερα. Εχουμε περισσότερη ανισότητα, περισσότερη βία, περισσότερη φτώχεια από την Ευρώπη, αλλά είμαστε αισιόδοξοι».

Με το επόμενο βιβλίο του, που πιθανότατα θα κυκλοφορήσει του χρόνου, ο Ρονκαλιόλιο ανατρέχει ξανά στα «δύσκολα χρόνια» του Περού, τη δεκαετία του ’90. Αρκετά αυτοβιογραφικό, παρακολουθεί τη ζωή μιας ομάδας εφήβων στην εμπόλεμη Λίμα, οι οποίοι, όπως όλοι οι έφηβοι, ανυπομονούν να κάνουν σεξ. «Γράφω ιστορίες τρόμου με τέρατα και φαντάσματα, μόνο που τα τέρατα δεν είναι υπερφυσικά. Ζουν στην ιστορία και στο μυαλό μας. Είναι οι φόβοι μας, μικροί ή μεγάλοι. Μεγάλωσα μέσα στον φόβο και είναι ένα αίσθημα που καταλαβαίνω καλά».

«Εδώ αισθάνομαι σαν στο σπίτι μου»

O Σαντιάγο Ρονκαλιόλο ήρθε στην Ελλάδα προσκεκλημένος του 7ου Φεστιβάλ Ιβηροαμερικανικής Λογοτεχνίας «Λογοτεχνία εν Αθήναις». Στη διάρκεια της επίσκεψής του συμμετείχε σε συζήτηση για τη σχέση μεταξύ ισπανικής γλώσσας, σκέψης και συγγραφής στο Ινστιτούτο Θερβάντες, στις 18 Ιουνίου. Επιπλέον, παρέστη στην παρουσίαση του νέου του μυθιστορήματος στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη.

Ο ίδιος εξομολογείται ότι επιστρέφει συχνά στη χώρα μας, γιατί, «ως Λατινοαμερικανός που ζει στην Ισπανία, αισθάνομαι σαν στο σπίτι μου σε τόπους σαν την Ελλάδα, που μου είναι πολύ οικεία. Και φαντάζομαι ότι γι’ αυτό έχουν επιτυχία τα βιβλία μου εδώ, έχουμε τόσο πολλά κοινά στοιχεία, η επικοινωνία είναι εύκολη». Μάλιστα, τα βιβλία του εκδίδονται στα ελληνικά σχεδόν ταυτόχρονα με την κυκλοφορία τους στην Ισπανία.
Το μυθιστόρημα «Η εσχάτη των ποινών» κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση του Κώστα Αθανασίου. Από τις εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορούν, επίσης, τα βιβλία του Ρονκαλιόλο «Ο Ουρουγουανός εραστής», «H τέταρτη ρομφαία», «Αναμνήσεις μιας κυρίας», «Ντροπή» και «Κόκκινος Απρίλης».