ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

«Ο εθνικισμός αμφισβητεί τη δημοκρατία»

nobel1

«Στη ζωή μου υπήρξε ένας σημαντικός σταθμός», μας λέει η Γερμανίδα συγγραφέας και κάτοχος του βραβείου Νομπέλ Λογοτεχνίας του 2009 Χέρτα Μίλερ. «Οταν το πρώτο μου βιβλίο με τίτλο “Niederungen” το οποίο για περισσότερα από τέσσερα χρόνια ήταν αδύνατον να εκδοθεί στη Ρουμανία, κυκλοφόρησε στο Βερολίνο και βραβεύτηκα γι’ αυτό, η δημοσιότητα και το βραβείο προστάτευσαν εμένα και τους φίλους μου από μια ζωή όπου οι συλλήψεις, οι ανακρίσεις, οι κατ’ οίκον έρευνες ήταν στην ημερήσια διάταξη». Μιλώντας στην «Κ» λίγες μέρες πριν από την πρώτη της επίσκεψη στην Ελλάδα, η Χέρτα Μίλερ εκφράζει την ανησυχία της για την άνοδο του εθνικισμού στην Ευρώπη και μιλά για την ιδιαίτερη, ποιητική, γραφή της.

– Η πορεία της οικογένειάς σας μέσα στον Α΄ και Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με ποιους τρόπους επηρέασε τη ζωή σας και την απόφασή σας να γράψετε;

– Ο πατέρας μου μπήκε οικειοθελώς στα Ες Ες όταν ήταν 17 ετών. Πάντα τον κατηγορούσα γι’ αυτό. Κι όταν έγινα 17 ετών, σκεφτόμουν ότι ζω σε μια άλλη δικτατορία (σ.σ. Τσαουσέσκου) και ότι δεν πρέπει να συμβιβαστώ μαζί της. Ηταν ένα είδος συνέπειας αυτό. Και αφορούσε και την καθημερινότητα και τη γραφή.

– Στα βιβλία σας περιγράφετε στιγμές από την καθημερινότητα σε μια χώρα που ζει υπό δικτατορικό καθεστώς, με στοιχεία από τη ζωή σας στη Ρουμανία. Αυτός ο «τρόπος ζωής» πώς επηρέασε το λογοτεχνικό σας ύφος και τη γραφή σας;

– Ισως η ζωή αυτή να επηρέασε το ύφος μου. Με ποιον τρόπο όμως, αυτό δεν το ξέρω. Μπορώ να γράφω ,άλλωστε, μόνο όπως γράφω. Η φόρμα, τα μικρά αφηγήματα στο βιβλίο «Niederungen», που τα έγραφα στο γραφείο ενός μηχανουργικού εργοστασίου, μπορεί να αποδοθεί εκεί. Αρχισα, βλέπετε, να γράφω κατά τη διάρκεια της δουλειάς. Δεν υπήρχε χρόνος για μεγάλες ανάσες, με μεγάλες αφηγηματικές πλοκές. Και τα έτοιμα κείμενα δεν μπορούσα να τα αφήνω στο σπίτι μου, πάνω στο γραφείο, για να τα διορθώσω αργότερα. Συχνά έκρυβα τα κείμενα σε σπίτια συναδέλφων, στα σπίτια μακρινών γνωστών μου, τους οποίους δεν μπορούσαν να συνδέσουν αμέσως μαζί μου.

– Στα ποιητικά κολάζ που συνθέτετε, διαλέγετε λέξεις και φράσεις από περιοδικά και εφημερίδες σε μια εικαστική διαδικασία. Τι είναι αυτό που σας αρέσει στα κολάζ; Ποια είναι η σχέση σας με τη γλώσσα και τις λέξεις;

– Το γεγονός ότι τα κείμενα –πώς να το πω– έχουν ήχο, επειδή τα διαφορετικά χρώματα των λέξεων έχουν άλλη χροιά και τα διαφορετικά μεγέθη τούς προσδίδουν διαφορετική φωνή. Κάθε κολάζ σκηνοθετεί ένα μικρό θεατρικό. Κι έπειτα είναι πάλι η μικρή φόρμα. Δουλεύω βέβαια για πάρα πολύ καιρό με κάθε κολάζ. Οχι για χρόνια βέβαια, όπως συμβαίνει με τα μυθιστορήματα. Κι επειδή οι λέξεις προέρχονται από κάθε λογής περιοδικά, έρχονται σ’ εμένα απέξω και πρέπει να αγγίζω τις λέξεις μία μία. Αυτή είναι η πιο έντονη επαφή με τη γλώσσα. Η δουλειά αυτή με τα κολάζ έχει άμεση σχέση με τις αισθήσεις. Και μοιάζει σε πολλά στοιχεία με την πραγματική ζωή: η τυχαιότητα που κάνει τις λέξεις να συναντηθούν· περισσότερες λέξεις από το μέγεθος της κάρτας του κολάζ δεν μπορούν να μπουν· ό,τι έχει κολληθεί είναι αδύνατο να το αλλάξεις. Κάποιες λέξεις τις έχω χρόνια τώρα και φαίνεται στο χαρτί τους ότι έχουν παλιώσει. Και, όταν είμαι έξω, ξέρω ότι όλες μου οι λέξεις με περιμένουν στο σπίτι.
Ολη αυτή η ιστορία με τα κολάζ ίσως να σχετίζεται με την εποχή που ζούσα στη Ρουμανία. Το γεγονός ότι υπάρχουν αμέτρητα πολύχρωμα περιοδικά, τόσο καλό χαρτί, τόσα πολλά κείμενα που ο κόσμος τούς ρίχνει μια φευγαλέα ματιά και μετά τα πετάει – όλα αυτά δεν τα γνώριζα στη Ρουμανία. Υπήρχαν μόνο γκρίζες κρατικές εφημερίδες που βρωμούσαν γράσο, τίποτε άλλο. Και μόνο να τις ξεφύλλιζες, τα δάχτυλά σου γίνονταν μαύρα.

– Αισθάνεστε περισσότερο Γερμανίδα ή Ρουμάνα; Τι σημαίνει για εσάς αυτό που λέμε «πατρίδα»;

– Ζω τώρα στη Γερμανία. Αν δεν υπήρχε, όμως, η δικτατορία στη Ρουμανία, ίσως να ζούσα ακόμα εκεί κι εγώ και πολλοί άλλοι. Δεν είναι τόσο απλό να εγκαταλείπεις τη χώρα σου με μια βαλίτσα, για να ξεκινήσεις μια άλλη ζωή σε καινούργιο περιβάλλον. Για μένα τα πράγματα ήταν εύκολα. Πήρα λογοτεχνικά βραβεία και μιλούσα τη γλώσσα του νέου μου περιβάλλοντος. Ο Ιρανός συγγραφέας Σαΐντ, που αναγκάστηκε να αυτοεξοριστεί δύο φορές, μία φορά λόγω του Σάχη και μία φορά λόγω της δικτατορίας των μουλάδων, λέει ότι πατρίδα είναι ο χρόνος που έχει χάσει κανείς.

«Τα σύνορα πρέπει να είναι ανοικτά»

– Ανησυχείτε για το ανοδικό ρεύμα υπερσυντηρητικών και εθνικιστικών κινημάτων που έχουν εμφανιστεί στην Ευρώπη, όπως στην Πολωνία και την Ουγγαρία;

– Φυσικά και ανησυχώ για τον εθνικισμό στην Ουγγαρία, στην Πολωνία, στη Ρουμανία ή την Ιταλία, θα μπορούσα μάλιστα να απαριθμήσω πολλές άλλες χώρες ακόμη. Και αυτό δεν έχει καμία σχέση με τη βιογραφία μου. Ο νέος εθνικισμός είναι μια υποτροπή σε μια σκοτεινή παλιά εποχή, επειδή η χάραξη συνόρων δεν τελειώνει στα σύνορα των κρατών, αλλά στο μυαλό του κόσμου. Κάθε εθνικισμός παρουσιάζει πάντα ανοδικές τάσεις, γίνεται παράλογος και αδυσώπητος. Η λογική παύει να λειτουργεί και την πολιτική πράξη ορίζουν έπειτα τα συναισθήματα. Είναι αυτό που λένε στην Κίνα: Πλήγωσαν τα συναισθήματα του κινεζικού λαού. Κάθε εθνικισμός παράγει εχθρούς πέρα από τα σύνορα, εντός και εκτός, και καταστρέφει τη συνεργασία των ευρωπαϊκών κρατών που αναπτύχθηκε μετά το 1945.
Δυστυχώς, εμπλέκονται έντονα και οι ορθόδοξες εκκλησίες. Με την υποστήριξη της Ρωσίας που χρηματοδότησε, για παράδειγμα, την ανέγερση ενός τερατώδους μητροπολιτικού ναού στη Σερβία. Ο εθνικισμός θέτει παντού υπό αμφισβήτηση τη δημοκρατία. Ο πραγματικός πιστός, έλεγε ένας σημαντικός Ρώσος παπάς, δεν ενδιαφέρεται για τη δημοκρατία και εμπιστεύεται μόνο τη θεία εξουσία. Ελπίζω ότι οι άνθρωποι στην Ευρώπη καταλαβαίνουν πόσο σημαντική είναι η ελευθερία. Η ελευθερία να ταξιδεύεις, να σκέφτεσαι και να ζεις όπως θέλεις. Και για τον λόγο αυτό τα σύνορα πρέπει να είναι ανοιχτά. Ειδικά στο μυαλό των ανθρώπων.

​​Προβολή ντοκιμαντέρ και συζήτηση με τη Χέρτα Μίλερ, 21-22 Μαρτίου, Ινστιτούτο Γκαίτε. Ολα τα βιβλία της συγγραφέως κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καστανιώτη.