ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Ο μικρός Σπύρος, ο καλόκαρδος τραμβαγέρης και η αλησμόνητη διαδρομή μιας Κυριακής

Κύριε διευθυντά 
Mέσα της δεκαετίας του ’60 ο πατέρας μου με πήγαινε κάθε Κυριακή σχεδόν σ’ έναν συγγενή μας που έμενε τότε οικογενειακώς στα Ταμπούρια. Η διαδρομή ήταν η συνηθισμένη. Ηλεκτρικός από Καλλιθέα ή Πετράλωνα και τέρμα στο λιμάνι του Πειραιά. Μετά ξεκίναγε το όνειρο. Βιαστικός τού ξέφευγα να βγω πρώτος έξω από τον μεγάλο σταθμό να αντικρίσω στην πλατεία Λουδοβίκου το αγαπημένο μου τρενάκι, το τραμ του Περάματος. Περίμενε παθητικά τους τελευταίους επιβάτες πριν ξεκινήσει για Κερατσίνι – Πέραμα. Φάνταζε στα παιδικά μου μάτια μαγικό. Μ’ εκείνα τα απότομα σκαλοπάτια στις πτυσσόμενες ξύλινες πόρτες και τον τραμβαγέρη να κοιτάζει στον μέσα καθρέφτη αν μπήκαν όλοι. Επειδή Κυριακές εκείνον τον καιρό, ίδια πάντα ώρα, λίγο πριν από το μεσημέρι, βάρδια είχε σχεδόν πάντα ο ίδιος, με είχε μάθει. «Ελα εδώ εσύ», μου φώναξε μια φορά που δεν είχε πολύ κόσμο. Αλλο που δεν ήθελα. Μέσα στην τρελή χαρά έσπευσα κοντά του. «Ξέρεις να οδηγείς τραμ;» με ρώτησε μ’ ένα φαρδύ πλατύ χαμόγελο. Δεν θα ’μουν έξι χρονών. Εμεινα άναυδος, αμίλητος από την ταραχή μου. «Πλησίασε, θα σε μάθω εγώ!» μου είπε. Απίθωσε τα χέρια μου πάνω στο μικρό βολάν με πάνω τους τα δικά του. Πρόσεξα ότι μια στιγμή γύρισε ένα μοχλό οριζόντια κι οι πόρτες έκλεισαν αυτόματα. Το τρενάκι ξεκίνησε προς ακτή Κονδύλη και μετά Θερμοπυλών προς τον Αγιο Διονύσιο. Ενιωσα βασιλιάς. Εκείνη η μοναδική ψευδαίσθηση ότι το οδηγούσα εγώ κι όχι εκείνος με είχε ανεβάσει στα ουράνια! Σε μια στάση πριν από τα Ταμπούρια μού είπε ευγενικά: «Ανοιξε εσύ τις πόρτες». Αλλο που δεν ήθελα. Γύρισα μεμιάς τον μοχλό όπως είχε κάνει εκείνος πριν από λίγο. Μετά τον ξαναγύρισα αντίθετα. Οι πόρτες έκλεισαν, το τρενάκι ξεκίνησε. Καθ’ οδόν και επειδή μου άρεσε η κίνηση του μοχλού πέρα δώθε, σε μια στιγμή αφηρημάδας του τραμβαγέρη κι ενώ το όχημα κινείτο, ξανάπιασα τον μοχλό και τον μετακίνησα πέρα δώθε. Οι πόρτες ανοιγόκλειναν σαν ακορντεόν στο κρεσέντο μιας αξέχαστης μελωδίας. «Ωχ, όχι! Οχι αυτό…» φώναξε έντρομος ο τραμβαγέρης. Για να συμπληρώσει με λαχτάρα κι αγωνία μεγάλη: «Θες να μας μαρτυρήσει κάποιος εδώ μέσα; Θα χάσω τη δουλειά μου!» Τον κοίταξα άναυδος ξανά. Εκείνη τη στιγμή ο πατέρας μου φώναξε: «Σπύρο, αρκετά οδήγησες… κατεβαίνουμε… μας περιμένουν για φαγητό». «Ανάθεμα στο φαγητό», μουρμούρισα. Τα παιδικά όνειρα τα βιώνεις καλύτερα με άδειο στομάχι. Δεν πρέπει να τελειώνουν ποτέ!