BRAIN DRAIN

Πτυχιούχοι χωρίς δεξιότητες ή δουλειές

brd

Η Ελλάδα έχει πάνω από 150.000 νηπιαγωγούς, δασκάλους, φιλολόγους, μαθηματικούς, φυσικούς, χημικούς, γυμναστές, καθηγητές ξένων γλωσσών, θεολόγους, κοινωνιολόγους, που επί χρόνια περιμένουν μία θέση εργασίας στον ήλιο της εκπαίδευσης. Την ίδια στιγμή, οι περισσότεροι ψάχνουν για ιδιαίτερα μαθήματα των 10 ευρώ ή ετεροαπασχολούνται. Τους χρειάζεται η χώρα; Μάλλον όχι. Παρ’ όλα αυτά, ο κλάδος της εκπαίδευσης απορροφά τον μεγαλύτερο αριθμό αποφοίτων ανώτατης εκπαίδευσης, εξέλιξη που συνδέεται και με την παραπαιδεία και τον μεγάλο αριθμό φροντιστηρίων. Πρόκειται για μία από τις χαρακτηριστικότερες στρεβλώσεις της αγοράς εργασίας, η οποία σαφώς αποδίδεται στην έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού για τους τομείς ανάπτυξης της χώρας, πάνω στους οποίους θα εναρμονισθεί η τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Ειδικότερα, είναι δεδομένο ότι η απόκτηση πτυχίων και ακαδημαϊκών εφοδίων έχει θετική επίδραση στις προοπτικές απασχόλησης, καθώς π.χ., σε σύγκριση με τους αποφοίτους λυκείου, οι πτυχιούχοι πανεπιστημίων και ΤΕΙ έχουν υψηλότερες πιθανότητες να εργάζονται (κατά 65% και 41% αντίστοιχα). Η επίδραση, ειδικότερα, της ανώτατης εκπαίδευσης στην πρόσβαση στην απασχόληση ενισχύθηκε την περίοδο της πολυεπίπεδης κρίσης στην Ελλάδα. Με βάση τα ποσοστά ανεργίας, για εκείνους που ολοκλήρωσαν τις σπουδές τους μετά το 2011 το ποσοστό κυμαίνεται μεταξύ 40% και 50%. Στους αποφοίτους ανώτατης εκπαίδευσης, αν και χαμηλότερο, το ποσοστό ανεργίας διαμορφώθηκε στο 34% για τους πτυχιούχους πανεπιστημίων ή ΤΕΙ και στο 24% στα άτομα με μεταπτυχιακό ή διδακτορικό. Η εξέλιξη αυτή ερμηνεύει εν μέρει και την αναζήτηση ευκαιριών απασχόλησης των νέων επιστημόνων σε άλλες χώρες τα τελευταία χρόνια. Οι αρνητικές συνέπειες της κρίσης αποτυπώνονται και στις μισθολογικές απολαβές, καθώς οι περισσότεροι εργαζόμενοι με χαμηλό ή μεσαίο επίπεδο εκπαίδευσης λαμβάνουν μισθό κάτω από 800 ευρώ μηνιαίως.

Βεβαίως, εξαιτίας της διεύρυνσης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα, όλο και περισσότεροι έχουν τη δυνατότητα να αποκτήσουν ένα πανεπιστημιακό πτυχίο. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Παιδείας, το 2011 εισήχθησαν 74.440 φοιτητές σε πανεπιστήμια και ΤΕΙ, κατόπιν άρχισε η μείωση του αριθμού και το 2018 αποφασίστηκε εντυπωσιακή αύξηση (δόθηκαν 74.692 θέσεις από 70.726 το 2017). Επρόκειτο για τη μεγαλύτερη αύξηση εισακτέων τα τελευταία έτη – κατά 3.966 θέσεις.  Φέτος –με σαφή μικροκομματική στόχευση– η αύξηση συνεχίστηκε, στις 78.335 θέσεις.

Όμως, το πρόβλημα της απασχόλησης έχει κυρίως ποιοτικές διαστάσεις, που σχετίζονται όχι με το εάν ένας πτυχιούχος έχει δουλειά, αλλά με το τι δουλειά έχει και πόσο συναφής είναι με το εκπαιδευτικό του επίπεδο. Η Ελλάδα στον τομέα αυτόν εμφανίζεται ουραγός στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε τελευταία έρευνα του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών ερευνών (ΙΟΒΕ) με τίτλο «Εκπαίδευση και αγορά εργασίας στην Ελλάδα. Επιπτώσεις της κρίσης και προκλήσεις» το ποσοστό των ατόμων με χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης που δηλώνουν μεγάλη συνάφεια της εκπαίδευσης με την εργασία τους είναι υψηλότερο στην Εσθονία, στην Ουγγαρία, στην Αυστρία και στην Πορτογαλία, σε επίπεδο μάλιστα υπερδιπλάσιο σε σχέση με την Ελλάδα. Αντίστοιχα, μεγάλος βαθμός στη σχέση εκπαίδευσης και εκτέλεσης καθηκόντων στην εργασία για τα άτομα με μεσαίο επίπεδο εκπαίδευσης καταγράφεται στη Μάλτα, στη Φινλανδία, στην Αυστρία και στη Γερμανία, όταν η Ελλάδα κατατάσσεται στην 25η θέση. Το γεγονός αυτό ενδεχομένως σχετίζεται με τα υψηλότερα ποσοστά συμμετοχής στη δευτεροβάθμια τεχνική και επαγγελματική έναντι της γενικής εκπαίδευσης στις χώρες αυτές, έναντι της Ελλάδας. Αντίστοιχα, στην Εσθονία, στη Φινλανδία, στη Ρουμανία και στην Τσεχία παρατηρείται το υψηλότερο ποσοστό ερωτηθέντων με ανώτατη εκπαίδευση που απαντά ότι οι σπουδές τους έχουν σε μεγάλο βαθμό συνάφεια με την εργασία τους. Και στην περίπτωση αυτή η Ελλάδα κατατάσσεται χαμηλότερα, καθώς καταλαμβάνει την 18η θέση.

Την ίδια στιγμή, οι Έλληνες «φορτώνονται» με πτυχία, αλλά δεν αποκτούν τις απαραίτητες δεξιότητες για να ανταποκριθούν στις ανάγκες μιας θέσης στην αγορά εργασίας. Η Ελλάδα είναι ουραγός στην Ευρώπη σε σχέση με την ανάπτυξη των κατάλληλων δεξιοτήτων στον πληθυσμό της χώρας. Μάλιστα, η πληθώρα των πτυχιούχων δημιουργεί στρεβλώσεις, καθώς οι νέοι δεν καταφέρνουν να βρουν δουλειά ανάλογη των ακαδημαϊκών τους προσόντων. Το πρόβλημα είναι σύνθετο και αφορά όλες τις χώρες του ευρωπαϊκού νότου, όπως καταδεικνύει έρευνα του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (CEDEFOP). Η Ελλάδα μεταξύ των 28 χωρών της ΕΕ είναι στην 23η θέση (με βαθμό 41, με άριστα το 100) στο κατά πόσο το εκπαιδευτικό της σύστημα βοηθά τους μαθητές, τους φοιτητές, τους καταρτιζόμενους να αναπτύξουν τις απαραίτητες δεξιότητες. Επίσης η χώρα μας κατατάχθηκε στην 24η θέση –με βαθμό 43 στα 100–στην ενεργοποίηση των δεξιοτήτων, δηλαδή στην εξεύρεση δουλειάς. Ωστόσο, η πανωλεθρία της χώρας μας –κατατάχθηκε στην τελευταία θέση με βαθμό μόλις 9 στα 100, δηλαδή με… μονάδα στην κλίμακα του 10– σημειώνεται στο πεδίο της αντιστοίχισης των δεξιοτήτων των πτυχιούχων με την αγορά εργασίας, δη
λαδή στο κατά πόσο οι πτυχιούχοι βρίσκουν δουλειά κατάλληλη των ακαδημαϊκών εφοδίων τους. Συγκεκριμένα, οι Έλληνες είτε είναι υπερ-προσοντούχοι, αλλά για να επιβιώσουν αναγκάζονται να δεχθούν δουλειές κατώτερες των ακαδημαϊκών πτυχίων τους, είτε δεν έχουν τις δεξιότητες που χρειάζονται οι επιχειρήσεις, παρόλο που έχουν σπουδάσει.

Από την άλλη, ο ΟΟΣΑ στην έκθεσή του «Education policy in Greece – A Preliminary Assessment» για την ελληνική τριτοβάθμια εκπαίδευση αναφέρει ότι τα 2/3 των θέσεων εργασίας που θα δημιουργηθούν στα 27 μέλη της ΕΕ μέχρι το 2020 θα σχετίζονται με τεχνικά επαγγέλματα, τα οποία «βγαίνουν» από την επαγγελματική εκπαίδευση και θα απαιτούν μεσαίου επιπέδου δεξιότητες, επαγγελματικού (και όχι ακαδημαϊκού) προσανατολισμού.

Τα διετή προγράμματα

Η Ελλάδα είναι χώρα υπερπαραγωγής πτυχιούχων πανεπιστημίου, πολλοί εκ των οποίων σε θέσεις θεολογίας, ανθρωπολογίας, φιλοσοφίας, κοινωνιολογίας, όπου η αναμονή για διορισμό στη δημόσια εκπαίδευση προσεγγίζει τη δεκαπενταετία. Στην Ελλάδα, πλέον, ακόμη και οι απόφοιτοι των Επαγγελματικών Λυκείων (ΕΠΑΛ) ωθούνται στα πανεπιστήμια. Ακόμη και τα νέα σχέδια του υπουργού Παιδείας Κώστα Γαβρόγλου για δημιουργία διετών προγραμμάτων σπουδών στα πανεπιστήμια επικρίνονται ότι θολώνουν περισσότερο το τοπίο της επαγγελματικής εκπαίδευσης. Χαρακτηριστικό είναι ότι στα διετή προγράμματα μπορούν να διδάξουν και πανεπιστημιακοί, και υποστηρίζεται σκωπτικά ότι «καθηγητές με κοστούμι θα λύνουν μηχανές αυτοκινήτου»…

Μείζον ερώτημα είναι εάν τα αντικείμενα που θα διδάξουν τα διετή προγράμματα θα σχετίζονται με τις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας ή απλώς θα οργανωθούν για να χρησιμοποιηθούν τα ευρωπαϊκά κονδύλια (όπως συνέβη πολλές φορές κατά το παρελθόν). Τα διετή προγράμματα υλοποιούνται με απόφαση του υπουργού Παιδείας, ύστερα από πρόταση της Συγκλήτου του οικείου ΑΕΙ, γνώμη του Εθνικού Συμβουλίου Εκπαίδευσης και Ανάπτυξης Ανθρωπίνου Δυναμικού και της Εθνικής Επιτροπής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης. Ποιος ο ρόλος των επιχειρηματικών φορέων; Ελήφθη υπόψη η άποψή τους; Καταρτίστηκε στρατηγική από το Εθνικό Συμβούλιο Εκπαίδευσης και Ανάπτυξης Ανθρωπίνου Δυναμικού και την Εθνική Επιτροπή Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης; Η απάντηση είναι αρνητική…