ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΑ

Μορατόριουμ με αστερίσκους

Μορατόριουμ με αστερίσκους

Με τον 61ο γύρο των διερευνητικών επαφών να έχει πλέον πραγματοποιηθεί, τα ελληνοτουρκικά εισέρχονται ξανά στις πραγματικές διαστάσεις τους. Η δραματοποίηση των προηγούμενων εβδομάδων ευλόγως δημιούργησε ένα επικοινωνιακό περιβάλλον υπερβολικών προσδοκιών για μια διαδικασία που ήταν μάλλον τυπική. Αν και ο υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου αρνήθηκε τον ορισμό των συνομιλιών ως «διερευνητικών», αλλά τις περιέγραψε ως «συμβουλευτικές», είναι απολύτως σαφές ότι η Αγκυρα διανύει μια περίοδο που επιθυμεί να εμφανίζεται ως πρόθυμη για συνομιλίες. Μέσω διαρροών από την πρώτη στιγμή η Αγκυρα έθεσε τις δικές της προτεραιότητες (αποστρατιωτικοποίηση, 10 ναυτικά μίλια εθνικός εναέριος χώρος, «γκρίζες ζώνες»). Η Αθήνα επέλεξε μια πιο συγκρατημένη στάση ως προς τη δημοσιότητα, αν και είναι απολύτως σαφές ότι η ελληνική αποστολή προφανώς δεν είχε καμία εντολή να συζητήσει τέτοια ζητήματα. Σκοπός ήταν η επανέναρξη των επαφών και η διερεύνηση περί του αν υπάρχει έδαφος για τον επόμενο, 62ο γύρο, που πρέπει να πραγματοποιηθεί στην Αθήνα.

Σχετικά βέβαιη είναι μόνο η ημερομηνία πραγματοποίησης της άτυπης πενταμερούς διάσκεψης για το Κυπριακό υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, το πρώτο δεκαήμερο του Μαρτίου. Εκτιμάται ότι ο 62ος γύρος των διερευνητικών επαφών θα πραγματοποιηθεί είτε λίγο πριν είτε λίγο μετά από τη συγκεκριμένη διάσκεψη. Εκεί θα γίνει και το τετ α τετ του υπουργού Εξωτερικών Νίκου Δένδια με τον ομόλογό του Μεβλούτ Τσαβούσογλου. Οι επόμενες εβδομάδες θα κρίνουν και αν είναι ώριμες οι συνθήκες για μια συνάντηση ανάμεσα στον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη και στον πρόεδρο της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Για την Αθήνα οι επόμενοι μήνες είναι ποικιλοτρόπως κρίσιμοι. Από τη μια πλευρά πρέπει να διασφαλίσει ότι οι δίαυλοι επικοινωνίας δεν θα παραμείνουν απλώς ανοιχτοί, αλλά θα διευρυνθούν. Από την άλλη, όμως, δεν επιθυμεί η Ελλάδα να αποτελέσει τον «χρήσιμο ηλίθιο» στην προσπάθεια της Αγκυρας να φιλοτεχνήσει ένα προφίλ μιας χώρας πρόθυμης για διαπραγματεύσεις, σε μια περίοδο κατά την οποία αρκετοί, κυρίως στην Ουάσιγκτον, θέλουν να ζητήσουν από τον κ. Ερντογάν να επιλέξει πλευρά ταχέως, ιδιαίτερα με αιχμή το ζήτημα των ρωσικών αντιαεροπορικών πυραυλικών συστημάτων S-400. 

Και αν στην Ουάσιγκτον τα πράγματα για την Ελλάδα είναι σχετικά καθαρά, καθώς η νέα ηγεσία του Στέιτ Ντιπάρτμεντ έχει εξαιρετικά ευκρινή εικόνα για όλα όσα συμβαίνουν στην Ανατολική Μεσόγειο, δεν μπορεί κάποιος να ισχυριστεί το ίδιο και για την Ευρώπη. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είναι προγραμματισμένο για τον ερχόμενο Μάρτιο (ανήμερα, μάλιστα, της εθνικής εορτής της 25ης Μαρτίου) και αυτή τη στιγμή υπάρχει μικρή προθυμία από τους περισσότερους εταίρους να συζητήσουν σοβαρά για σχέδιο κυρώσεων κατά της Τουρκίας, ιδιαιτέρως καθώς έως τότε υπολογίζεται ότι θα έχουν ήδη πραγματοποιηθεί αρκετές επαφές ανάμεσα στην Αθήνα και στην Αγκυρα.

Πάντως, σύμφωνα με καλά πληροφορημένες πηγές, η ομάδα του ύπατου εκπροσώπου Ζοζέπ Μπορέλ ετοιμάζει ένα προσχέδιο ήπιων κυρώσεων (σε καμία περίπτωση ανάλογων με εκείνες που έχουν επιβληθεί στην τουρκική αμυντική βιομηχανία από τις ΗΠΑ), το οποίο έχει και τη σιωπηλή έγκριση του Βερολίνου.

Δύσκολο έργο

Για την Αθήνα τα πραγματικά προβλήματα στους πέντε-έξι μήνες που ακολουθούν και έχουν τον χαρακτήρα ενός άτυπου μορατόριουμ από πλευράς της Αγκυρας, εντοπίζονται στο δύσκολο έργο να πείσει τους ηγέτες μιας κουρασμένης από την πανδημία Ευρώπης ότι η στάση της Τουρκίας έναντι των διαπραγματεύσεων είναι στην πραγματικότητα παρελκυστική. Παρά τις εντατικές διπλωματικές προσπάθειες του καθ’ ύλην αρμόδιου κ. Δένδια όχι μόνο στο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων (ΣΕΥ) της περασμένης εβδομάδας αλλά και πριν από αυτό, ελάχιστοι φαίνεται να αντιλαμβάνονται πραγματικά ότι η Τουρκία ζητάει από την Ελλάδα να διαπραγματευτεί κυριαρχικά δικαιώματά της. Την ίδια στιγμή, βέβαια, η Αθήνα γνωστοποιεί στους εταίρους της ότι είναι έτοιμη για συνυποσχετικό και προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για τον καθορισμό θαλασσίων ζωνών. 

Ενδείξεις της τακτικής της Τουρκίας παρουσιάστηκαν και μέσα στην εβδομάδα που πέρασε, αρχικά με την επίμονη δημόσια προσπάθεια να προβληθεί η εικόνα μιας «τουρκικής» μειονότητας στη Θράκη, αλλά και με τις δηλώσεις του κ. Τσαβούσογλου στις Βρυξέλλες περί «ελληνικών προκλήσεων», τις οποίες κοινοποίησε, κατά τα λεγόμενά του, στους Ευρωπαίους. Πέρα από την τακτική της Αγκυρας, όμως, δεν μπορεί παρά να τονιστεί ότι η κατανόηση κάποιων τουρκικών επιχειρημάτων αποτελεί μια χρόνια αποτυχία της ελληνικής δημόσιας διπλωματίας, η οποία είτε είναι αποσπασματική είτε απλώς ανεπαρκής να αντιμετωπίσει έναν πολύ καλά οργανωμένο μηχανισμό διασποράς των θέσεων της Τουρκίας σε όλες τις σημαντικές πρωτεύουσες της Δύσης. Είναι εντυπωσιακή, αν μη τι άλλο, η σύγκλιση των απόψεων ακόμα και Τούρκων που διαφωνούν ριζικά κατά τα λοιπά με την κυβέρνηση Ερντογάν, στα ζητήματα που άπτονται των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Το χειρότερο σενάριο θα ήταν, βέβαια, η παρέλευση του άτυπου μορατόριουμ που έχει θέσει η Αγκυρα και η επιστροφή το καλοκαίρι είτε με ερευνητικό είτε, πολύ χειρότερα, με πλωτό γεωτρύπανο. Επίσης, ιδιαίτερη σημασία έχει και η κατάληξη της πενταμερούς άτυπης διάσκεψης για το Κυπριακό τον Μάρτιο, όπου αναμένεται να τεθεί για πρώτη φορά επισήμως στο τραπέζι η πρόταση για λύση που δεν θα κινείται αποκλειστικά στο πλαίσιο της διζωνικής – δικοινοτικής ομοσπονδίας.

Αμυντική θωράκιση

Ταυτόχρονα η Αθήνα, παρά το προφανώς δυσμενές δημοσιονομικό μέλλον που ακολουθεί λόγω της αβεβαιότητας που δημιουργεί η πανδημία, συνεχίζει ακάθεκτη στην προσπάθεια ενίσχυσης των δυνατοτήτων αποτροπής των Ενόπλων Δυνάμεων. Το πρόγραμμα των 18 Rafale μπήκε πλέον σε ράγες, η αναβάθμιση των F-16 θα προχωρήσει (με καθυστερήσεις ή χωρίς), ενώ το επόμενο χρονικό διάστημα θα πρέπει να ληφθούν αποφάσεις για το νέο εθνικό τυφέκιο και τη νέα φρεγάτα. Η «Κ» έχει αποκαλύψει προ πολλών μηνών ότι ενδιαφέρον για την πώληση τεσσάρων νέων φρεγατών, πέρα από τις ΗΠΑ και τη Γαλλία, εξέφρασαν το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ολλανδία, η Γερμανία και η Ισπανία. Η αρχική εισήγηση του Ανώτατου Ναυτικού Συμβουλίου προ δύο μηνών περί φρεγατών αμερικανικής σχεδίασης MMSC μπήκε στον «πάγο» λίγο μετά, κυρίως λόγω των επιλογών πλοίων ενδιάμεσης λύσης που πρότεινε η αμερικανική πλευρά. Κανένα από αυτά δεν ικανοποιούσε την ελληνική πλευρά, η οποία δεν επιθυμεί να επιβαρύνει τον ήδη γηράσκοντα Στόλο ούτε με φρεγάτες τεχνολογίας της δεκαετίας του ’70 και του ’80 ούτε με πλοία που θα ταίριαζαν περισσότερο στην Ακτοφυλακή και καθόλου στο Πολεμικό Ναυτικό. Βέβαια, ακολουθούν επαφές με όλους τους ενδιαφερομένους και αυτή τη στιγμή κανείς δεν μπορεί να προκαταβάλει το αποτέλεσμα των επαφών, δίχως να εισέρχεται κάποιος στη συζήτηση για την τύχη των ναυπηγείων, που αναμένεται να ολοκληρωθεί και αυτή στο τέλος του πρώτου εξαμήνου του 2021.