ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Συγκλονιστική η αλλαγή στις σχέσεις ΗΠΑ – Ελλάδας»

Ο Αλαν Μακόβσκι, ένας από τους πιο έμπειρους παλιούς αναλυτές του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για την Τουρκία και τη Μέση Ανατολή, μιλάει στην «Κ»

sygklonistiki-i-allagi-stis-scheseis-ipa-amp-8211-elladas-561595030

Η μετακίνηση των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων μέσω της Αλεξανδρούπολης μειώνει σημαντικά τον χρόνο μεταφοράς τους στη Μαύρη Θάλασσα και στην Ανατολική Ευρώπη, αλλά και αποτελεί για τις ΗΠΑ μια κίνηση προφύλαξης έναντι της Τουρκίας, σε περίπτωση που οι σχέσεις ανάμεσα στις δύο χώρες επιδεινωθούν περισσότερο, λέει στην «Κ» ο Αλαν Μακόβσκι, senior fellow στο Center for American Progress, αλλά και ένας από τους πιο έμπειρους παλιούς αναλυτές του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για την Τουρκία και τη Μέση Ανατολή.

Από το 2001 έως το 2013 ο κ. Μακόβσκι εργάστηκε για την Επιτροπή Διεθνών Σχέσεων στη Βουλή των Αντιπροσώπων, ενώ νωρίτερα (1994-2001) συνέγραψε ουκ ολίγες μελέτες για την περιοχή Μέσης Ανατολής και Τουρκίας για το Washington Institute for Near East Policy. Από το 1983 έως και το 1994 εργάστηκε για το Γραφείο Πληροφοριών και Ερευνας του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, όπου ασχολήθηκε με την ευρύτερη περιφέρεια της Τουρκίας, με ρόλο και άποψη για την κατάσταση.

Ο κ. Μακόβσκι περιγράφει όσα συμβαίνουν στη σχέση ασφαλείας Ελλάδας και ΗΠΑ ως «συγκλονιστικά», ιδιαίτερα μετά την τροποποίηση των πρωτοκόλλων της Συμφωνίας Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας (MDCA) το 2019 και το 2021. Η εμπειρία του από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ τη δεκαετία του ’80 ήταν εκείνη που δημιούργησε αναμνήσεις από τις δυσκολίες στη σχέση με την Αθήνα και τις «Βάσεις του θανάτου» του Ανδρέα Παπανδρέου. Θυμάται τον πρέσβη των ΗΠΑ στην Ελλάδα εκείνη την εποχή, τον Μόντι Στερνς.

«Σε πολλές συσκέψεις στην Ουάσιγκτον εκείνη την περίοδο ο Στερνς έλεγε: “Ακούστε, κάντε υπομονή. Είναι κάτι που η Ελλάδα πρέπει να περάσει και θα το περάσουμε και εμείς. Πρόκειται για μια αντίδραση που θα διαρκέσει μια γενιά”», θυμάται ο κ. Μακόβσκι, συμπληρώνοντας ότι ο Αμερικανός διπλωμάτης δικαιώθηκε στον απόλυτο βαθμό. Τα υπόλοιπα στη βελτίωση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων, λέει, τα φροντίζει η πολύ στενή σχέση που έχει κάθε Αμερικανός με την αρχαία ελληνική ιστορία ήδη από τα πρώτα γυμνασιακά χρόνια. Αλλωστε, η συζήτησή μας ξεκίνησε με τις απορίες του για την Αρχαία Κόρινθο, την οποία επισκέφθηκε κατά την παραμονή του στην Ελλάδα, με βασικότερο το ερώτημα για ποιο λόγο προτίμησε την πλευρά της Σπάρτης και όχι της Αθήνας κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο.

Οι εναλλακτικές

Οι σύγχρονες σχέσεις Ελλάδας – ΗΠΑ απασχόλησαν πολύ περισσότερο τη συζήτηση. Η Αλεξανδρούπολη θεωρείται πολύ σημαντική από τον Αλαν Μακόβσκι. «Θα διευκολύνει την πρόσβασή μας στη Βουλγαρία, στη Ρουμανία, τα μέλη δηλαδή του ΝΑΤΟ στη Μαύρη Θάλασσα, και περαιτέρω στην Ανατολική Ευρώπη. Ενώ θα περιορίσει κατά πολλές ημέρες την αποστολή οπλικών συστημάτων και στρατευμάτων που θα περνούσαν μέσω των Στενών του Βοσπόρου», εξηγεί και σημειώνει ότι «ο Ερντογάν συχνά μιλάει για το υπό σχεδίαση Κανάλι της Κωνσταντινούπολης. Ετσι λοιπόν υπάρχει και το κανάλι της Αλεξανδρούπολης, που παρακάμπτει τα Στενά».

Ο κ. Μακόβσκι δεν θεωρεί ότι η Τουρκία θα κλείσει τα Στενά για τις ΗΠΑ. Ωστόσο εκτιμά ότι η χρήση της Αλεξανδρούπολης περιλαμβάνεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο προφύλαξης και εξεύρεσης εναλλακτικών σε περίπτωση που η Τουρκία «κλείσει τα Στενά» ή διώξει τις αμερικανικές δυνάμεις από άλλες τοποθεσίες. «Νομίζω ότι οι ΗΠΑ πρέπει να διασφαλιστούν ενόψει της ημέρας που πιθανώς δεν θα έχουμε πλέον πρόσβαση στο Ιντσιρλίκ αλλά και σε άλλες τοποθεσίες στην Τουρκία», αναφέρει ο κ. Μακόβσκι και συμπληρώνει ότι «θα ήταν διπλωματική και στρατηγική αμέλεια να μην προφυλάξουν τις θέσεις τους οι ΗΠΑ».

Το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης θα διευκολύνει την πρόσβασή μας στη Βουλγαρία, στη Ρουμανία, τα μέλη δηλαδή του ΝΑΤΟ στη Μαύρη Θάλασσα, και περαιτέρω στην Ανατολική Ευρώπη.

Κατά τον έμπειρο αναλυτή στην Ουάσιγκτον, βασική ελπίδα είναι ότι τα πράγματα μπορεί να βελτιωθούν στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις μετά το 2023, μετά δηλαδή μια πιθανή ήττα του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

«Δεν νομίζω ότι κανείς περιμένει ότι ο Ερντογάν απλώς θα χάσει τις εκλογές», λέει και σημειώνει ότι πολλοί πιστεύουν πως «ο Ερντογάν ίσως χρησιμοποιήσει έκτακτα μέσα προκειμένου να κερδίσει τις εκλογές, να μείνει στην εξουσία». Σε περίπτωση αλλαγής φρουράς στην Αγκυρα δεν περιμένει ότι θα υπάρχουν αλλαγές στα θέματα ενδιαφέροντος της Ελλάδας. «Δεν θα αλλάξουν όλα, σίγουρα όχι στα ελληνοτουρκικά. Ισως θα μοιάζουν περισσότερο ίδια παρά διαφορετικά τα ελληνοτουρκικά», εκτιμά.

Σε περίπτωση, όμως, που το βασικό κόμμα της αντιπολίτευσης, το CHP, κερδίσει τις εκλογές, εκ των πραγμάτων αναμένονται αλλαγές, καθώς είναι κοσμικό. «Και αυτό σημαίνει ότι είναι δομικά συνδεδεμένο με τη Δύση, ενώ ο Ερντογάν απλώς δεν είναι», λέει ο κ. Μακόβσκι. «Ο Ερντογάν έχει περισσότερες επιλογές θα έλεγα, ή τουλάχιστον έτσι νομίζει. Δεν νομίζω ότι αυτές οι άλλες επιλογές είναι καλές για τον λαό του, ιδίως αν σκεφτεί κάποιος πόσο σημαντικές είναι οι σχέσεις με τη Δύση για την τουρκική οικονομία», προσθέτει.

Εκ των πραγμάτων ήλθε στη συζήτηση μια σχέση που απασχολεί και τις ΗΠΑ αλλά και την Ελλάδα, αυτή του Ισραήλ και της Τουρκίας. «Δεν θεωρώ ότι το ρήγμα μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας είναι κατ’ ανάγκη μόνιμο, αλλά πιστεύω ότι η πιθανότητα αναβίωσης της προηγούμενης σχέσης ανάμεσα στις δύο χώρες, εκείνης δηλαδή που άνθησε στη δεκαετία του ’90, είναι ουσιαστικά μηδενική», σημειώνει ο κ. Μακόβσκι. Θεωρεί ότι «θα περάσει καιρός προτού οι λογικοί διαμορφωτές πολιτικής του Ισραήλ μπορέσουν να εμπιστευθούν ξανά την Τουρκία».

Αντιθέτως, πιστεύει ότι η σταθερότητα και η μονιμότητα που προσφέρει στο Ισραήλ η σχέση με τα «ελληνικά κράτη» (όπως περιγράφει την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία) είναι δύσκολο να αντικατασταθεί. Μια πτυχή που αναδεικνύει είναι η συνεργασία των δύο λόμπι, ελληνικού και εβραϊκού, στην Ουάσιγκτον. «Αυτά τα δύο ισχυρά, κυρίως εθνικά, λόμπι, που τείνουν να υποστηρίζουν το Ισραήλ, την Ελλάδα και την Κύπρο, συνεργάζονται με έναν τρόπο που δεν το έκαναν στο παρελθόν», επισημαίνει ο κ. Μακόβσκι.

Ζήτημα εμπιστοσύνης

Δεν παραλείπει, ωστόσο, να σημειώσει ότι σε γενικές γραμμές η Τουρκία μπορεί να έχει περισσότερα πλεονεκτήματα για το Ισραήλ, από πλευράς εκτάσεως, έως τον μουσουλμανικό πληθυσμό και τα σύνορα με το Ιράν. «Αλλά πρέπει να μπορείς να επαφίεσαι στον άλλον, να εμπιστεύεσαι. Η Τουρκία τα τίναξε όλα στον αέρα. Ισως τίποτα δεν διαρκεί για πάντα, αλλά θεωρώ ότι για δεκαετίες στο εξής το Ισραήλ δεν θα εγκατέλειπε τις σχέσεις με την ελληνική συμμαχία για χάρη της Τουρκίας», λέει.

Παρατηρεί, ωστόσο, με ενδιαφέρον την προσπάθεια του Ερντογάν να ξαναβάλει την Τουρκία στο περιφερειακό σύστημα. Αναφέρεται στην επικείμενη επίσκεψη του Μοχάμεντ μπιν Ζαγιέντ αλ Ναχιάν, πρίγκιπα διαδόχου των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (ΗΑΕ), στην Αγκυρα, στις πρόσφατες επαφές του υπουργού Εξωτερικών του Μπαχρέιν. «Τα ΗΑΕ, όπως και το Ισραήλ, είχαν πάντα καλές οικονομικές σχέσεις με την Τουρκία και εξακολουθούν να τις διατηρούν. Οπότε έχουν λόγους να μειώσουν τους τόνους. Η αλήθεια είναι όμως ότι δεν πρόκειται να εμπιστευθούν ξανά τον Ερντογάν», υποστηρίζει ο κ. Μακόβσκι. Μάλιστα αναφέρει ότι ο Ερντογάν μπορεί να προχωράει σε κάποιες χειρονομίες, ωστόσο «όλοι γνωρίζουν πλέον πολύ καλά πού ανήκει η καρδιά του. Η καρδιά του είναι να υποστηρίζει τη Χαμάς, τους Αδελφούς Μουσουλμάνους».

Μητσοτάκης και Τσίπρας

«Ενας από τους καλύτερους φίλους των ΗΠΑ στην Ευρώπη είναι ο κ. Μητσοτάκης », σημείωσε ο κ. Μακόβσκι, προσθέτοντας ωστόσο πως «δεν θα μπορούσε να κάνει όλα όσα κάνει αυτή τη στιγμή τόσο εύκολα, αν ο Τσίπρας δεν είχε θέσει τις βάσεις». Βέβαια, λέει ο κ. Μακόβσκι, τίποτε από όλα αυτά δεν θα ήταν δυνατό αν δεν υπήρχε «πραγματική μεταστροφή της συμπεριφοράς των πολιτών έναντι των ΗΠΑ». «Ο ΣΥΡΙΖΑ βοήθησε να ξεπεραστούν χρόνια προβλήματα και ο αντιαμερικανισμός», λέει στην «Κ» ο κ. Μακόβσκι, ο οποίος θεωρεί τον Αλέξη Τσίπρα σημαντικό παράγοντα στη βελτίωση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων. Οπως είπε, «ο ΣΥΡΙΖΑ έφερε όλο το πολιτικό σύστημα σε εκείνο το σημείο ώστε να γίνει αντιληπτό ότι πρέπει να υπάρξει στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ. Θεωρώ ότι έχουν απομείνει κάποιοι ακόμα αριστεριστές σε αυτή τη χώρα που δεν τους αρέσει το μονοπάτι που πήρε ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά νομίζω ότι μειώθηκαν σε μια πολύ μικρή μειονότητα».