Χένρι Κίσινγκερ: Πώς επιχείρησε να παρακάμψει το εμπάργκο στην Τουρκία

Χένρι Κίσινγκερ: Πώς επιχείρησε να παρακάμψει το εμπάργκο στην Τουρκία

Υπήρξε «κόκκινο πανί» για τους Ελληνες και την ομογένεια, καθώς σε αυτόν αποδόθηκε σε σημαντικό βαθμό η ευθύνη για τη στάση που τήρησαν οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ έναντι της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο.

7' 50" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Ο Χένρι Κίσινγκερ υπήρξε «κόκκινο πανί» για τους Ελληνες και την ομογένεια, καθώς σε αυτόν αποδόθηκε σε σημαντικό βαθμό η ευθύνη για τη στάση που τήρησαν οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ έναντι της τουρκικής εισβολής. Οι αποκαλύψεις στο βιβλίο του Αλέξη Παπαχελά «Ενα σκοτεινό δωμάτιο 1967-1974» αναδεικνύουν τον ρόλο τού τότε Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών, τόσο με το σχέδιό του να πείσει τη χούντα να μην αντιδράσει στην εισβολή, διοχετεύοντας την πληροφορία ότι οι Τούρκοι στρατιώτες είχαν λάβει εντολή να μην πυροβολούν, όσο και με την αναφορά του πριν από τον δεύτερο γύρο της εισβολής ότι «δεν υπάρχει κάποιος αμερικανικός λόγος για τον οποίο οι Τούρκοι δεν πρέπει να έχουν το ένα τρίτο της Κύπρου».

Η στάση των ΗΠΑ έναντι της εισβολής προκάλεσε ισχυρό κύμα αντιαμερικανισμού, που εκδηλώθηκε έντονα και πέραν του Ατλαντικού από την ομογένεια. Στις 18 Αυγούστου του 1974 περισσότεροι από 30.000 ομογενείς διαδήλωσαν κοντά στον Λευκό Οίκο φωνάζοντας «Δολοφόνε Κίσινγκερ». Ο πανίσχυρος Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών θεωρούσε ότι η επιρροή του ελληνοαμερικανικού λόμπι έθετε εμπόδια στην προώθηση της πολιτικής που επιθυμούσε. Η επιβολή από το Αμερικανικό Κογκρέσο εμπάργκο στην παροχή εξοπλισμών στην Τουρκία ήταν για τον ίδιο και αποτέλεσμα της πίεσης που ασκήθηκε από την ομογένεια.

Ο πανίσχυρος Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών θεωρούσε ότι η επιρροή του ελληνοαμερικανικού λόμπι έθετε εμπόδια στην προώθηση της πολιτικής που επιθυμούσε.

Ενα χρόνο μετά την εισβολή, στις 30 Ιουλίου 1975, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, μαζί με τον υπουργό Εξωτερικών Δημήτρη Μπίτσιο και τον διευθυντή του γραφείου του, Πέτρο Μολυβιάτη, συναντήθηκε με τον Αμερικανό πρόεδρο Φορντ και τον Χένρι Κίσινγκερ στο Ελσίνκι. Ο Πέτρος Μολυβιάτης θυμάται τον Κίσινγκερ να διαμαρτύρεται στον Καραμανλή για τις αντιδράσεις της ομογένειας προς το πρόσωπό του. «Ο Καραμανλής, γυρίζοντας την πλάτη προς τον Κίσινγκερ και μιλώντας προς τον Φορντ, αλλά απαντώντας στις διαμαρτυρίες που μόλις είχαν διατυπωθεί από τον Αμερικανό ΥΠΕΞ, είπε: “They are American citizens, they can do whatever they want” (Είναι Αμερικανοί πολίτες, μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν)».

Αμυντικές συμφωνίες

Στις αρχές του 1975 είχε ενεργοποιηθεί η διαδικασία για αναθεώρηση των ελληνοαμερικανικών αμυντικών συμφωνιών, υπό το πρίσμα των νέων δεδομένων στις διμερείς σχέσεις. Ο Δημήτρης Μπίτσιος, στο βιβλίο του «Πέρα από τα σύνορα 1974-1977», υπογραμμίζει σχετικά ότι «οι ελληνο-αμερικανικές σχέσεις είχαν περάσει από τη δοκιμασία της ανοχής που η Ουάσιγκτον είχε επιδείξει έναντι της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο. Συνεπώς, ο Καραμανλής χαράσσοντας τους σκοπούς των διαπραγματεύσεων καθόρισε ότι από τις στρατιωτικές διευκολύνσεις των Αμερικανών θα διετηρούντο μόνον εκείνες που συνέβαλλαν στις αμυντικές ανάγκες της Ελλάδος». Ακολούθησαν σκληρές διαπραγματεύσεις ανάμεσα σε Αθήνα και Ουάσιγκτον για το πλαίσιο της νέας συμφωνίας. Και ενώ στις αρχές του 1976 η διαδικασία εισήλθε στο στάδιο τελικής επισκόπησης των συμφωνηθέντων, αποκαλύφθηκε ότι παράλληλα εξελίσσονταν διαπραγματεύσεις ανάμεσα στις ΗΠΑ και στην Τουρκία για νέα αμυντική συμφωνία, που συνοδευόταν από υποχρέωση των ΗΠΑ να καταβάλουν στην Τουρκία ένα δισεκατομμύριο δολάρια σε βάθος τετραετίας. Ο Δημήτρης Μπίτσιος περιγράφει αυτή την αμερικανοτουρκική αμυντική συμφωνία και την πρόβλεψη για την οικονομική βοήθεια ως τον τρόπο που βρήκε ο Χένρι Κίσινγκερ για να παρακάμψει το εμπάργκο στην προμήθεια όπλων προς την Τουρκία, που είχε επιβάλει το αμερικανικό Κογκρέσο επειδή οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις είχαν χρησιμοποιήσει κατά την εισβολή παράνομα αμερικανικό οπλισμό που τους είχε δοθεί για τους σκοπούς του ΝΑΤΟ.

Η ελληνική κυβέρνηση αντέδρασε με διακοπή των διαπραγματεύσεων με τις ΗΠΑ. «Ηταν εντελώς ανοίκεια η τακτική της αμερικανικής διπλωματίας να διαπραγματεύεται παράλληλα με την Ελλάδα και την Τουρκία νέες αμυντικές Συμφωνίες και να τις χειρίζεται με άλλα μέτρα και άλλα σταθμά», περιγράφει ο Δημήτρης Μπίτσιος.

Η ανάκληση της ελληνικής αντιπροσωπείας και η επίδοση στον Κίσινγκερ επιστολής του Μπίτσιου, στην οποία γινόταν σαφές ότι «η ελληνική ανεκτικότητα απέναντι στην πολιτική του είχε φθάσει στα όριά της», έφερε αποτελέσματα, καθώς «ο Κίσσινγκερ αντελήφθη ότι είχε έρθει η ώρα των καθαρών λογαριασμών». Σε συνάντηση με τον τότε πρέσβη της Ελλάδας στην Ουάσιγκτον, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών έκανε μια σημαντική δήλωση προκειμένου να κατευνάσει τις ανησυχίες της Αθήνας: «Αν εννοείτε τη χρήση στρατιωτικής δυνάμεως, θ’ αντιταχθούμε και θα σας υποστηρίξομε», αναφέρει στο βιβλίο του ο Δημήτρης Μπίτσιος. Η Αθήνα, έχοντας αναπροσαρμόσει τη στρατηγική της στα νέα δεδομένα, έθεσε δύο στόχους: να εξασφαλισθούν γραπτές διαβεβαιώσεις ότι οι ΗΠΑ θα παρεμπόδιζαν επιθετική δράση της Τουρκίας στο Αιγαίο και, παράλληλα, να εξασφαλιστεί βοήθεια 700 εκατ. δολαρίων ως αντιστάθμισμα της βοήθειας που προέβλεπε η συμφωνία με την Τουρκία, προκειμένου να διατηρηθεί η ισορροπία δυνάμεων στο Αιγαίο. Στις 15 Απριλίου του 1976 υπεγράφη στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ το κείμενο που καθόριζε το πλαίσιο της αμυντικής συνεργασίας Ελλάδας – ΗΠΑ για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, με μια σειρά από πρόνοιες για τη λειτουργία των αμερικανικών βάσεων και την πρόβλεψη για παροχή στρατιωτικής βοήθειας 700 εκατ. δολαρίων σε διάστημα τεσσάρων ετών.

Είχε προηγηθεί επιστολή του Χένρι Κίσινγκερ προς τον Δημήτρη Μπίτσιο, στην οποία ο Αμερικανός υπουργός εγγράφως ικανοποιούσε τη διεκδίκηση της Αθήνας και δήλωνε σχετικά με τη στάση των ΗΠΑ έναντι διενέξεων στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αντιτάσσοντο ενεργά και απροσχημάτιστα στην επιδίωξη από την μία ή την άλλη πλευρά στρατιωτικής επιλύσεως και θα καταβάλουν μείζονα προσπάθεια για να παρεμποδίσουν τέτοια εξέλιξη των πραγμάτων».

Ο ρόλος του πριν και κατά τη διάρκεια της εισβολής στην Κύπρο

Ο υπεύθυνος του Γραφείου Κύπρου στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Τομ Μπόγιατ, είχε προσπαθήσει να προειδοποιήσει τον υπουργό Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ για τις διαφαινόμενες εξελίξεις στην Κύπρο που κατέληξαν στο πραξικόπημα κατά του Μακαρίου, όμως όχι μόνο δεν εισακούσθηκε, αλλά τελικά πλήρωσε τη γνώση, εμπειρία και ορθή εκτίμηση των δεδομένων με την απομάκρυνση από το αξίωμά του.

Στη συνέχεια, αρμόδια επιτροπή του Κογκρέσου τον κάλεσε να καταθέσει, αλλά τη σχετική διαδικασία παρεμπόδισε ο Κίσινγκερ. Αυτό που εξόργισε τον «μάγο» της διπλωματίας ήταν η επιστολή διαφωνίας –dissent memorandum– που συνέταξε και απέστειλε ο Μπόγιατ και η οποία αποτελούσε μια εμπεριστατωμένη κριτική της πολιτικής των ΗΠΑ στο θέμα, αρχής γενομένης από τα τέλη του 1973.

Χένρι Κίσινγκερ: Πώς επιχείρησε να παρακάμψει το εμπάργκο στην Τουρκία-1
Χένρι Κίσινγκερ και Αρχιεπίσκοπος Μακάριος στη Λευκωσία τον Μάιο του 1974. 

Ο Μπόγιατ μιλούσε για τεράστια αποτυχία σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής αλλά και συλλογής και αξιοποίησης πληροφοριών, με την έννοια ότι η CIA από τη μια δεν είχε κάνει σωστή αποτίμηση της κατάστασης και από την άλλη στελέχη της βρίσκονταν υπερβολικά κοντά στον Ιωαννίδη.

Αλλά και μετά το πραξικόπημα η στάση του Κίσινγκερ επηρέασε τις εξελίξεις. Ο Μπόγιατ, ένας εξαιρετικός διπλωμάτης που έχαιρε εκτίμησης στη διπλωματική κοινότητα και διετέλεσε πρόεδρος της Ενωσης Αμερικανών Διπλωματών, τονίζει ότι ήταν λάθος –και απόρροια της προσέγγισης του Κίσινγκερ– να μη στηρίξουν οι ΗΠΑ τον Μακάριο. Αυτό συνέβη γιατί ο επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ όχι μόνο δεν συμπαθούσε τον πρόεδρο της Κύπρου και την ανεξάρτητη πολιτική του, αλλά πίστευε και ότι οι κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Τουρκίας μπορούσαν, παρά τη συγκρουσιακή σχέση τους, να διαχειριστούν την κατάσταση στην Κύπρο μόνες τους, χωρίς «εξωτερικές» παρεμβάσεις, ακολουθώντας το παράδειγμα των ΗΠΑ και της Σοβιετικής Ενωσης. Αυτό, ανέφερε ο Μπόγιατ, ήταν μάλλον παρανοϊκό για όποιον γνώριζε την περιοχή και τις δύο χώρες.

«Η πολιτική μας ήταν ασαφής και άρα όχι πειστική από τη στιγμή που σε πολιτικό επίπεδο η Ουάσιγκτον δεν είχε προβεί στις αναγκαίες κινήσεις που θα έστελναν το ηχηρό μήνυμα που έπρεπε να είχε σταλεί – καταγγελία της ανατροπής του Μακαρίου από την ελληνική χούντα και επιμονή υπέρ της επιστροφής του».

Ο υπεύθυνος του Γραφείου Κύπρου στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Τομ Μπόγιατ, σε επιστολή του –που αγνοήθηκε– προέτρεπε τον Κίσινγκερ να κινηθεί άμεσα για να αποτραπεί ο «Αττίλας 2».

Ο Μπόγιατ στην επιστολή δεν εξηγούσε μόνο τα λάθη που έκανε η αμερικανική διπλωματία, αλλά προέτρεπε τον Κίσινγκερ να προβεί άμεσα σε κινήσεις για να αποτραπεί ο «Αττίλας 2», τις οποίες ο Κίσινγκερ δεν έκανε ποτέ.

Οπλισμένος με εμπειρία και βαθιά γνώση της Κύπρου αλλά και της περιοχής, ο Μπόγιατ ετοίμασε εγκαίρως ενημερωτικά σημειώματα προς την πρεσβεία στην Αθήνα προτρέποντας τον τότε πρέσβη στην ελληνική πρωτεύουσα, Χένρι Τάσκα, να καταστήσει σαφές στον στρατηγό Ιωαννίδη ότι η Ουάσιγκτον ήταν αντίθετη με οποιαδήποτε κίνηση στην Κύπρο, καθώς αυτή θα προκαλούσε εισβολή της Τουρκίας στο νησί.

Τα σημειώματα άργησαν να αποσταλούν, ενώ το τηλεγράφημα που τελικά εστάλη περιείχε τρεις κύριες οδηγίες: 1) Δεν έχει σημασία ποιος είναι πρωθυπουργός ή υπουργός Εξωτερικών ή Αμυνας στην Ελλάδα, η κυβέρνηση της χώρας βρίσκεται υπό τον ουσιαστικό έλεγχο του στρατηγού Ιωαννίδη και υπό αυτό το πρίσμα εάν δεν μιλάμε σε αυτόν δεν περνάμε τις θέσεις μας στην ελληνική πλευρά, 2) εάν η Ελλάδα κινηθεί κατά του Μακαρίου και εγκαθιδρύσει στη Λευκωσία μια κυβέρνηση που θα τελεί υπό τις οδηγίες της Αθήνας, η Τουρκία θα εισβάλει, και 3) η εξέλιξη αυτή δεν υπηρετεί το συμφέρον καμίας πλευράς, και γι’ αυτό οι ΗΠΑ πρέπει να καταστήσουν απόλυτα σαφές στον Ιωαννίδη και τους συνεργάτες του ότι η Ουάσιγκτον είναι απόλυτα αντίθετη σε μια ελληνική παρέμβαση και ανατροπή του Μακαρίου.

Από τη στιγμή που οι ΗΠΑ δεν είχαν πάρει ισχυρή και ξεκάθαρη θέση, η διπλωματική αποστολή του υφυπουργού Εξωτερικών Τζο Σίσκο που ακολούθησε το πραξικόπημα με στόχο να αποτρέψει μια τουρκική εισβολή ήταν καταδικασμένη.

Οταν ο Σίσκο έφθασε στην Αγκυρα πήγε με άδεια χέρια. Δεν είχε μαζί του κάποια σοβαρή συμβιβαστική πρόταση, με αποτέλεσμα να γίνεται απλώς μια έκκληση προς τους Τούρκους να μην εισβάλουν, χωρίς όμως να τους δίνεται μια σοβαρή εναλλακτική.

Οσο για την επιλογή του Κίσινγκερ να μην πάει ο ίδιος στην Αγκυρα και την Αθήνα, ο Μπόγιατ εκτιμά ότι το έκανε γιατί θεώρησε ότι η αποστολή ήταν καταδικασμένη και η τουρκική εισβολή δεδομένη. «Εάν έκρινε ότι υπήρχαν πιθανότητες επιτυχίας θα είχε πάει ο ίδιος και αυτό πιστεύαμε όλοι όσοι είχαμε εμπλακεί στις εξελίξεις».

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή