Αρθρο του Α. Μανιτάκη στην «Κ»: Από τη συνταγματικότητα στην ποιότητα των σπουδών
ΑΠΟΨΗ

Αρθρο του Α. Μανιτάκη στην «Κ»: Από τη συνταγματικότητα στην ποιότητα των σπουδών

Η θέση υπό διαβούλευση του νομοσχεδίου για την εγκατάσταση παραρτημάτων μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών, αλλοδαπών πανεπιστημίων ξεκαθαρίζει, κάπως, το θολό, μέχρι πρότινος, τοπίο της συζήτησης, τόσο ως προς τη συνταγματικότητα του εγχειρήματος, όσο κυρίως ως προς τις επιπτώσεις που θα έχει η εγκαθίδρυσή τους στη λειτουργία των πανεπιστημίων μας

3' 24" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Η θέση υπό διαβούλευση του νομοσχεδίου για την εγκατάσταση παραρτημάτων μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών, αλλοδαπών πανεπιστημίων ξεκαθαρίζει, κάπως, το θολό, μέχρι πρότινος, τοπίο της συζήτησης, τόσο ως προς τη συνταγματικότητα του εγχειρήματος, όσο κυρίως ως προς τις επιπτώσεις που θα έχει η εγκαθίδρυσή τους στη λειτουργία των πανεπιστημίων μας.

Αυτό το τελευταίο είναι το πιο κρίσιμο ζήτημα: θα λειτουργήσει θετικά ή αρνητικά το εγχείρημα; Θα ταρακουνήσει τα νερά και θα αναγκάσει πολιτεία και διδάσκοντες να δώσουν απόλυτη προτεραιότητα και μεγαλύτερο βάρος στην αναβάθμιση της ποιότητας των σπουδών και στην ουσιαστική βελτίωση της μαθησιακής και ερευνητικής διαδικασίας ή το αντίθετο;

Ως προς το πρώτο, είναι σαφές ότι η νομοθετική πρωτοβουλία, εφόσον περιορίζεται στην πρόβλεψη εγκατάστασης παραρτημάτων, μόνον, αλλοδαπών πανεπιστημίων, και μάλιστα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, δεν ανοίγει την πόρτα στην ίδρυση νέων ιδιωτικών πανεπιστημίων στην ελληνική επικράτεια. Διότι άλλο ίδρυση και άλλο εγκατάσταση παραρτήματος. Δεν θίγεται, δηλαδή, με τη νομοθετική ρύθμιση η ισχύς του άρθρου 16 παρ. 8 Συντάγματος, που απαγορεύει, ρητά, τη «σύσταση ανωτάτων σχολών από ιδιώτες». Το γράμμα του άρθρου μένει ανέπαφο και η απαγόρευση της ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων εξακολουθεί να ισχύει, ατόφια. Τα επιχειρήματα, επομένως, περί αντισυνταγματικότητας του νόμου μένουν χωρίς αντικείμενο, είναι κούφια.

Ακόμη και αν υποστηρίξει κάποιος ότι η απαγόρευση ίδρυσης ιδιωτικών σχολών περιλαμβάνει και την εγκατάσταση παραρτημάτων, θα πρέπει και αυτό θεωρητικά να το αποκλείσουμε, διότι σύμφωνα με τους κανόνες της νομικής ερμηνείας δεν επιτρέπεται να ερμηνεύουμε διασταλτικά, δηλαδή να επεκτείνουμε το εύρος μιας απαγόρευσης που αφορά την άσκηση μιας ελευθερίας, όπως είναι η ακαδημαϊκή ελευθερία.

Αφήνουμε κατά μέρος, χάριν συντομίας, τα άλλα ερμηνευτικά ζητήματα που ανακύπτουν από το γεγονός ότι η επίδικη συνταγματική απαγόρευση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ευρωπαϊκού δικαίου, διότι διασταυρώνεται με την άσκηση θεμελιωδών οικονομικών ελευθεριών της Ε.Ε., όπως είναι η ελευθερία εγκατάστασης προσώπων, φυσικών ή νομικών και επιχειρήσεων, ή η ελευθερία παροχής υπηρεσιών, μεταξύ των οποίων και οι εκπαιδευτικές.

Δεν μπορούμε να μην τονίσουμε, τέλος, ότι, όπως νομολόγησε το Συμβούλιο της Επικρατείας στην υπόθεση του «βασικού μετόχου», οφείλουμε να ερμηνεύουμε το Σύνταγμα σε αρμονία με το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Eνωσης. Λαμβάνοντας εδώ υπόψη μας ότι αυτό που διακυβεύεται είναι η ακαδημαϊκή ελευθερία και ότι η ελευθερία αυτή κατοχυρώνεται ρητά στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., και μάλιστα και με την επιχειρησιακή της μορφή.

Aλλο ίδρυση και άλλο εγκατάσταση παραρτήματος. Δεν θίγεται, δηλαδή, με τη νομοθετική ρύθμιση η ισχύς του άρθρου 16 παρ. 8 Συντάγματος, που απαγορεύει, ρητά, τη «σύσταση ανωτάτων σχολών από ιδιώτες».

Επειδή, μετά τα όσα προελέγχθηκαν και έχουν πολλές φορές αναλυθεί, θέμα αντισυνταγματικότητας του νόμου δεν τίθεται πλέον, το κρίσιμο, ουσιαστικό ζήτημα που ανακύπτει τώρα είναι να εξετάσουμε πώς μπορεί να βελτιωθεί συνολικά και έμπρακτα η ποιότητα της πανεπιστημιακής μας εκπαίδευσης.

Τα προβλήματα είναι πολλά, σοβαρά και χρόνια. Το βάρος της ευθύνης πέφτει κατά πρώτο λόγο στην Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης, που είναι επιφορτισμένη με αρμοδιότητες πιστοποίησης και αξιολόγησης προγραμμάτων σπουδών, κριτηρίων ίδρυσης και αξιολόγησης υποδομών ακαδημαϊκών μονάδων, εργαστηρίων κλπ., εφαρμόζοντας διεθνή standards και οδηγίες του Ευρωπαϊκού Δικτύου Αρχών Διασφάλισης Ποιότητας και του Ευρωπαϊκού Μητρώου Αρχών Διασφάλισης Ποιότητας.

Τα κριτήρια πιστοποίησης και αξιολόγησης, που εφαρμόζονται ήδη στα ελληνικά πανεπιστήμια και σε όλες τις χώρες της Ευρώπης και των ΗΠΑ, οφείλει η ΕΘΑΑΕ να φροντίσει να τα εφαρμόσει, σήμερα, και στα μη κρατικά παραρτήματα με περισσή επιστημονική σχολαστικότητα και αυστηρότητα.

Το πρόβλημα είναι ότι ορισμένα από αυτά είναι ανεφάρμοστα στα ελληνικά πανεπιστήμια, όπως είναι ο έλεγχος, μεταξύ άλλων, του ανώτατου ορίου των φοιτητών ανά τμήμα και μάθημα (σύμφωνα με διεθνή ευρωπαϊκά standards –που εφαρμόζονται και στην Κύπρο– ο αριθμός των διδασκομένων ανά τμήμα είναι κατά μέσον όρο 30-35 φοιτητές), η ύπαρξη δύο μόνον εξεταστικών περιόδων, η υποχρεωτική παρακολούθηση, η υποχρεωτική αναπλήρωση μαθημάτων που χάθηκαν, η ενδιάμεση εξέταση κλπ.

Oσο ανεφάρμοστα και αν είναι, όμως, είναι τώρα η ευκαιρία με αφορμή τον νόμο να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε (νομοθέτης, ΕΘΑΑΕ και πρυτανικές αρχές, καθηγητές) πώς θα πάψει, κάποτε, το πανεπιστήμιο να είναι ένα διαρκές εξεταστικό κέντρο και να λειτουργεί ως μαζικό πανεπιστήμιο, με τρομακτική υποστελέχωση και ανεπίτρεπτα μεγάλη αναλογία φοιτητών προς καθηγητές.

Ο κ. Αντώνης Μανιτάκης είναι ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ, επικεφαλής της επιστημονικής επιτροπής της Νομικής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή