ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οι περιορισμοί της ιδιοκτησίας

Οι περιορισμοί της ιδιοκτησίας

Η πρόταση της ομάδας των «6», επιτέλους, εναρμονίζει την προστασία της ιδιοκτησίας με τους ευρωπαϊκούς κανόνες και την «ελληνική» νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τους οποίους μια μακρά παράδοση κρατισμού επιμένει να αγνοεί μέχρι σήμερα στην ελληνική έννομη τάξη. Χαρακτηριστική, ως προς τη συμμόρφωση προς το ευρωπαϊκό κεκτημένο, είναι η ρητή κατοχύρωση στην πρόταση των «6» των περιουσιακών δικαιωμάτων.

Επιπροσθέτως, η συνταγματική διάταξη για την αναγκαστική απαλλοτρίωση απλοποιείται, εξορθολογίζεται και συντομεύεται, σύμφωνα με τη μέχρι σήμερα σχετική (ελληνική) νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Οι σχετικές συνταγματικές διατάξεις (17 παρ. 2-5) συγχωνεύονται σε μία νέα διάταξη, την ακόλουθη: «Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί την ιδιοκτησία ή άλλα περιουσιακά δικαιώματά του χωρίς να συντρέχει δημόσια ωφέλεια και χωρίς προηγουμένως να έχει καταβληθεί σε αυτόν αποζημίωση, δικαστικά προσδιορισμένη, που να ανταποκρίνεται στην αξία τους κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης. Η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως, αν η αποζημίωση δεν καταβληθεί εντός τριών ετών από την επιβολή της. Δεν οφείλεται αποζημίωση για περιορισμούς της ιδιοκτησίας που επιβάλλονται για χωροταξικούς, πολεοδομικούς ή περιβαλλοντικούς λόγους, εκτός αν με αυτούς απαγορεύεται η ανοικοδόμηση ή κατ’ άλλον τρόπο δυσχεραίνεται ουσιωδώς η άσκηση των δικαιωμάτων του παρόντος άρθρου. Η αποζημίωση δεν υπόκειται σε κανέναν φόρο, κράτηση ή τέλος».

Τέλος, η πρόταση των «6» επιδιώκει να εμπεδώσει συνθήκες φορολογικής σταθερότητας, τουλάχιστον όσον αφορά τα βάρη της ακίνητης περιουσίας. Στο ισχύον άρθρο 17 του Συντάγματος προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος: «Με τυπικό νόμο που ψηφίζεται το αργότερο έως την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους ορίζεται το ανώτατο επιτρεπτό ύψος των φόρων και τελών επί της ακίνητης περιουσίας μόνο ως ποσοστό της δυνητικής προσόδου από εκμετάλλευσή της κατά το επόμενο έτος. Ειδικά για ακίνητο που χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία, η μέγιστη ποσοστιαία ετήσια μεταβολή των φόρων και τελών που ίσχυαν κατά την ημερομηνία απόκτησής του, δεν μπορεί να υπερβαίνει την ποσοστιαία μεταβολή του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του προηγούμενου οικονομικού έτους, έστω και εάν ο εν λόγω δείκτης οδηγεί σε μείωση των φόρων και τελών. Σε περίπτωση αύξησης του Δείκτη Τιμών του Καταναλωτή η αύξηση φόρων και τελών δεν μπορεί να υπερβαίνει το 2%».