ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ασκήσεις ισορροπίας από την Αθήνα ανάμεσα σε Αγκυρα και Δύση

askiseis-isorropias-apo-tin-athina-anamesa-se-agkyra-kai-dysi-2145813

Η διελκυστίνδα των τελευταίων 20 ημερών ανάμεσα στην Αγκυρα και τη Δύση βρίσκει την Αθήνα εξ ορισμού τοποθετημένη στην πιο άβολη θέση. Η Ελλάδα καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην εκ των ων ουκ άνευ λειτουργία της μέσα στο αξιακό πλαίσιο των ευρωατλαντικών θεσμών και στην ανάγκη για διατήρηση σχέσεων καλής γειτονίας και συνεργασίας με την Τουρκία, τον πιο σημαντικό και, παράλληλα, ασταθή γείτονά της.

Το πρώτο και φλέγον –για την Αθήνα– ζήτημα που εξαρτάται σχεδόν απολύτως από το μέλλον των σχέσεων ανάμεσα στην Aγκυρα και τη Δύση (συγκεκριμένα την Ε.Ε.) είναι το προσφυγικό. Πιθανή αποτυχία της υφιστάμενης συμφωνίας ή κατάρρευσή της τον επόμενο Οκτώβριο, σε περίπτωση μη απελευθέρωσης της βίζας για Τούρκους πολίτες που θέλουν να ταξιδέψουν σε χώρες της Ε.Ε., είναι ένα απευκταίο, σχεδόν εφιαλτικό, σενάριο για την Αθήνα.

Το δεύτερο ζήτημα αφορά τις εξελίξεις στην ευρύτερη Ανατολική Μεσόγειο, τόσο ως προς το Κυπριακό όσο και για το μέτωπο που αφορά την παρέμβαση στη Συρία, τη Λιβύη και τη γενική μετατροπή της περιοχής σε εστία εξελίξεων. Ως προς το Κυπριακό, αναμένεται να φανεί αν η εκπεφρασμένη βούληση των ΗΠΑ να έχουν ταχέως μια πολιτική λύση στο χρονίζον αυτό ζήτημα, ως υπόδειγμα θετικής εξέλιξης στην ευρύτερη (γεμάτη προβλήματα) περιοχή, μπορεί να υλοποιηθεί. Ηδη, με αφορμή την προκήρυξη οικοπέδων της ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας και το ενδιαφέρον που επέδειξαν μεγάλες ενεργειακές εταιρείες να διεξαγάγουν έρευνες εκεί, η Τουρκία κινήθηκε στην πάγια άποψή της ότι η Λευκωσία «αυθαιρετεί» επί τουρκικής θαλάσσιας ζώνης. Ενα άλλο στοιχείο που αφορά την ευρύτερη περιοχή είναι η στρατιωτική δράση της Δύσης με βασικό στόχο το ISIS στη Λιβύη και τη Συρία.

Εως αυτή τη στιγμή, με δεδομένη την εγγύτητα της Τουρκίας στο μέτωπο της Συρίας και την προηγούμενη πρόθεσή της να είναι ενεργή στην παρέμβαση που εξελίσσεται στη Λιβύη, η Ελλάδα είχε μάλλον συμπληρωματικό ρόλο να παίξει. Η εκ βάθρων αναδιοργάνωση του τουρκικού στρατού αφήνει de facto κενά και προκαλεί ερωτήματα στις υφιστάμενες δομές συνεργασίας (ΝΑΤΟ). Είναι ενδεικτικό ότι οι στρατιωτικοί σύνδεσμοι της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ είναι βουβοί στις Βρυξέλλες και αλλού. Επί τούτου η Ελλάδα μικρό ρόλο μπορεί να διαδραματίσει, ωστόσο η αναταραχή στην Τουρκία επαναφέρει κάτι που ούτως  ή  άλλως  είχε  τεθεί στην Αθήνα με διάφορους τρόπους: Την αναβάθμιση της ναυτικής παρουσίας της στη Μεσόγειο.

Ως προς τη ναυτική βάση της Σούδας, αυτή εξ ορισμού αναβαθμίζεται αν και δεν έχει ακόμη χρησιμοποιηθεί για επιχειρήσεις (λ.χ. εναντίον των τζιχαντιστών της Σύρτης στη Λιβύη). Εμπειροι παρατηρητές στην Αθήνα παρατηρούν ότι η διάλυση των στρατιωτικών δομών στην Τουρκία είναι πραγματικά ριζοσπαστική κίνηση, καθώς οδηγεί στην αποσύνθεση μιας κάστας η οποία ήταν μια ουσιώδης, παράλληλη (και κατά κανόνα ανώτερη) εξουσία με την πολιτική. Και τονίζουν ότι είναι μια ευκαιρία να φανεί αν τα προβλήματα στο Αιγαίο ήταν πράγματι εξωτερίκευση της εσωτερικής διαπάλης ανάμεσα στον Ερντογάν και τον στρατό ή αν θα συνεχιστούν στο ίδιο μοτίβο.

Σε αυτούς τους προβληματισμούς πρέπει, βεβαίως, να προστεθεί και η υπόθεση των οκτώ στρατιωτικών που έχουν ζητήσει άσυλο στην Ελλάδα και βρίσκονται αντιμέτωποι με μια μάλλον αργόσυρτη διαδικασία η οποία δεν αναμένεται να τελειώσει σύντομα. Και αυτή η διαδικασία είναι μια άσκηση λεπτής ισορροπίας για την Αθήνα, ανάμεσα στην υποχρέωσή της να είναι ένα ευρωπαϊκό κράτος δικαίου και στον ρεαλισμό που απαιτεί η διαχείριση μιας υπόθεσης η οποία αφορά πρόσωπα τα οποία διώκονται στη χώρα τους για απόπειρα κατάλυσης της δημοκρατίας και ανατροπής της εκλεγμένης κυβέρνησης.

Με αρκετή ψυχραιμία και από τις δύο πλευρές, δεν έλαβε μεγάλες διαστάσεις η επίθεση των μελών του «Ρουβίκωνα» στο κτίριο της τουρκικής πρεσβείας. Ωστόσο, λειτούργησε στην Αθήνα σαν συναγερμός, καθώς ανέδειξε τα κενά ασφαλείας που υπάρχουν έξω από ένα κτίριο το οποίο, όπως φάνηκε, αποτελεί πιθανό στόχο. Στην Αθήνα παρατηρείται, επίσης, ότι η Αγκυρα για πρώτη φορά τα τελευταία 20 χρόνια έχει συγκρουστεί με παραδοσιακούς συμμάχους της στα Βαλκάνια με αφορμή την παρουσία του κινήματος Γκιουλέν σε αρκετές χώρες. Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Αλβανία, η πολιτική ελίτ της οποίας αντιμετωπίζει με έντονο σκεπτικισμό και ενόχληση την απαίτηση του Ταγίπ Ερντογάν για κλείσιμο όλων των σχολών του κινήματος Γκιουλέν στη χώρα.