ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Πολλαπλές οι προκλήσεις στα εθνικά θέματα

rama

Διπλωματικά επεισόδια, σκληρά διαβήματα, υπόγειες διεθνείς προεκτάσεις και ραγδαία επιδείνωση των διμερών σχέσεων συνθέτουν την εικόνα μιας κλιμακούμενης κρίσης στις ελληνοαλβανικές σχέσεις. Αποκορύφωμα των εξελίξεων αυτών ήταν το λεκτικό επεισόδιο μεταξύ των πρωθυπουργών Τσίπρα και Ράμα, που μεγάλωσε το ρήγμα στις διμερείς σχέσεις. Την ίδια στιγμή φθάνουν στην Αθήνα μηνύματα ότι σύντομα θα εκδηλωθεί νέα πρωτοβουλία για την ονομασία της ΠΓΔΜ και είναι αμφίβολο κατά πόσον η ελληνική κυβέρνηση είναι σε θέση να ανταποκριθεί σε πολλαπλές προκλήσεις.

Το κλίμα στο Μέγαρο Μαξίμου την Τρίτη 22 Νοεμβρίου πριν το μεσημέρι ήταν εκρηκτικό. Μόλις είχε ολοκληρωθεί η τηλεφωνική επικοινωνία του πρωθυπουργού της Αλβανίας με τον Ελληνα ομόλογό του, κατά την οποία σύμφωνα με έγκυρες πηγές ο Εντι Ράμα ζήτησε με επιθετικό τρόπο εξηγήσεις από τον Αλέξη Τσίπρα για την κράτηση, στις 14 Νοεμβρίου, δύο υπαλλήλων του αλβανικού ΥΠΕΞ και την κατάσχεση βιβλίων με προπαγανδιστικό περιεχόμενο που προσπάθησαν να περάσουν από την Κακαβιά. Η αντίδραση του κ. Τσίπρα ήταν οξύτατη.

Το γραφείο του πρωθυπουργού δεν αιφνιδιάστηκε από το ζήτημα που έθιξε ο κ. Ράμα, καθώς, σύμφωνα με έγκυρες πηγές, είχε προηγηθεί επιθετικό διάβημα προς το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών για το ίδιο θέμα. Αυτό που προκάλεσε την ένταση και τη σκληρή απάντηση του κ. Τσίπρα ήταν ο αλαζονικός και επιθετικός τόνος του Αλβανού πρωθυπουργού. Ο κ. Τσίπρας είπε στον κ. Ράμα, σύμφωνα με έγκυρες πηγές, ότι είναι αδιανόητο διπλωματικοί υπάλληλοι, που προφανώς είχαν πολιτική εντολή, να υπονομεύουν τις σχέσεις των δύο χωρών διακινώντας βιβλία με αποδέκτες μαθητές, με στόχο τον προσηλυτισμό τους στις μεγαλοϊδεατικές απόψεις.

Της τηλεφωνικής επικοινωνίας είχε προηγηθεί έντονο διπλωματικό παρασκήνιο στις Βρυξέλλες πριν από την ανακοίνωση της ετήσιας έκθεσης της Επιτροπής για την Αλβανία, με την οποία για πρώτη φορά εισηγείται την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων, με τη χώρα μας να υφίσταται μια σοβαρή διπλωματική ήττα. Αξιόπιστες πηγές επισημαίνουν ότι η Ελλάδα βρέθηκε σχεδόν μόνη της πριν από τη δημοσιοποίηση της έκθεσης, καθώς η Ιταλία και η Αυστρία, για δικούς τους λόγους, «κυριολεκτικά αλώνιζαν» και κατάφεραν να περάσουν ευνοϊκές για την Αλβανία διατυπώσεις και να μην περάσουν θέματα σχετικά με την ελληνική μειονότητα.

Εκ των πραγμάτων η ελληνική κυβέρνηση σχεδιάζει την αντίδρασή της αν δεν θέλει να υποστεί μια μεγαλύτερη πολιτική ήττα, γιατί αν συναινέσει στην έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων θα αλλάξουν εις βάρος της χώρας μας οι ισορροπίες γενικότερα στην περιοχή, θα ενισχύσει και τον αλβανικό αλυτρωτισμό αλλά και τον εθνικισμό των Σκοπίων, ενώ θα έχει και εσωτερικό πρόβλημα. Η κυβέρνηση έχει αφήσει να εννοηθεί ότι μπορεί να θέσει βέτο σε ενδεχόμενη απόφαση για έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων, ωστόσο υπάρχουν και αρνητικές απόψεις στο διπλωματικό σώμα και μένει να αποδειχθεί στην πράξη με ποιο σχέδιο θα αντιμετωπίσει το θέμα αυτό η Αθήνα.

Υπό αυτό το πρίσμα και για να ενισχύσει τις συμμαχίες της στην περιοχή, ο πρωθυπουργός προγραμματίζει επίσκεψη στο Βελιγράδι στις αρχές του 2017, δεδομένου ότι και η Σερβία αντιμετωπίζει προβλήματα με τον αλβανικό εθνικισμό. Η ελληνική κυβέρνηση, σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, πρέπει να «κόψει» τη συζήτηση για την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων Ε.Ε. – Αλβανίας, ώστε να μην προωθηθεί το θέμα αυτό ανοικτό στη Σύνοδο Κορυφής στις 15-16 Δεκεμβρίου. Για να αποφευχθεί το βέτο και μια νέα κρίση, μια ενδιάμεση λύση θα είναι: ή να καταθέσει η Αθήνα έναν οδικό χάρτη με προβλέψεις του κοινοτικού κεκτημένου που θα υποχρεούται να εφαρμόσει η Αλβανία πριν αρχίσει διαπραγματεύσεις, ή να αναβληθεί η συζήτηση.