ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κανένας εφησυχασμός απέναντι στην Τουρκία

Τις τελευταίες εβδομάδες η ηγεσία της Τουρκίας έχει επαναφέρει με τρόπο ανοιχτά επιθετικό μια σειρά από απαράδεκτες, ανιστόρητες αλλά και άκρως επικίνδυνες θεωρίες, που έχουν στόχο να υπονομεύσουν τη θέση της Ελλάδας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο

Κανένας εφησυχασμός απέναντι στην Τουρκία

Τις τελευταίες εβδομάδες η ηγεσία της Τουρκίας έχει επαναφέρει με τρόπο ανοιχτά επιθετικό μια σειρά από απαράδεκτες, ανιστόρητες αλλά και άκρως επικίνδυνες θεωρίες, που έχουν στόχο να υπονομεύσουν τη θέση της Ελλάδας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Οι δημόσιες αντιδράσεις και δηλώσεις από πλευράς της κυβέρνησης είναι μεν αναμενόμενες, αλλά συχνά υπεραπλουστευτικές, ως εκ τούτου παραπλανητικές για την πραγματικότητα που αντιμετωπίζουμε αυτή την περίοδο.

Η κατάσταση είναι αρκετά περίπλοκη. Οι αναλύσεις που γίνονται δεν θα πρέπει να τείνουν προς τον εφησυχασμό. Θα πρέπει να αποφεύγεται, εν ολίγοις, το επιχείρημα ότι όλα όσα κάνει ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είναι αμιγώς για εσωτερικούς λόγους. Προφανώς οι επερχόμενες εκλογές απασχολούν τον πρόεδρο της Τουρκίας, ωστόσο η βασική στόχευσή του είναι στρατηγική.

Μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία είναι απολύτως σαφές ότι ο ρόλος της Τουρκίας έχει αναβαθμιστεί. Ο ρόλος της Τουρκίας θεωρείται κομβικός για την απεξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο και είναι σταθερά μέσα σε κάθε συζήτηση για τις εναλλακτικές οδούς.

Σημαντικοί ∆υτικοί παίκτες αντιμετωπίζουν τον Ερντογάν ως απαραίτητο και για τη διαχείριση της Μόσχας, με την οποία η Aγκυρα διατηρεί τακτική ίσων αποστάσεων.

Ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, αντίθετα προς ό,τι εθεωρείτο πιθανό, πως δηλαδή ο πόλεμος στην Ουκρανία θα θέσει τα ελληνοτουρκικά στον πάγο, ο Ερντογάν προχώρησε σε τρεις παράλληλες κινήσεις:

Πρώτον, επανήλθε στην πολιτική έντασης έναντι της Ελλάδας.

∆εύτερον, θέτει επιτακτικά θέµα ανάγκης εξοπλισµών από τη ∆ύση (π.χ. τα F-16).

Τρίτον, µπλοκάρει την είσοδο της Φινλανδίας και της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ.

Στη διάρκεια των τελευταίων τριών μηνών και το άνοιγμα όλων αυτών των θεμάτων από την Aγκυρα έχουν συσσωρευτεί σειρά ενδείξεων που θα πρέπει να μας ανησυχούν.

Πρώτη ένδειξη: όλοι οι σύμμαχοι και εταίροι της Ελλάδας έχουν κάνει δηλώσεις με τις οποίες αναγνωρίζουν το δίκαιο της χώρας μας. Αλλά –πέρα από κάποιες γενικότητες– κανένας δεν έχει ταχθεί ουσιαστικά υπέρ της λήψης μέτρων κατά της Τουρκίας, εφόσον συνεχίσει τις προκλήσεις στο Αιγαίο.

Aπαιτείται μια εθνικού χαρακτήρα συνεννόηση, ώστε τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και άμυνας να αντιμετωπίζονται με τη μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση.

Δεύτερη ένδειξη: η στήριξη του γ.γ. του ΝΑΤΟ στην Τουρκία. Η αντίδρασή του δίνει σήμα ότι η διεθνής κοινότητα πρέπει να αναγνωρίσει τις ανησυχίες της Τουρκίας.

Τρίτη ένδειξη: η πλήρης ανοχή της Δύσης στην επιτήδεια στάση που ακολουθεί η Aγκυρα στηρίζοντας το Κίεβο, ενώ διατηρεί άριστες σχέσεις με τη Μόσχα.

Τέταρτη ένδειξη: ο σχεδιασμός για νέα εισβολή στη βόρεια Συρία, επί της ουσίας δεν συναντά αντιδράσεις. Οι ΗΠΑ αντιδρούν «χλιαρά», ενώ η ρωσική αντίδραση είναι μάλλον θεωρητική και ρητορική, παρά πραγματική.

Πέμπτη ένδειξη: όλοι προσπαθούν να κρατούν την Τουρκία στο τραπέζι. Οι Ιταλοί επιθυμούν να συνεργαστούν μαζί της με σκοπό τον συντονισμό στη Λιβύη. Στην περίφημη πενταμερή, βασικός συνομιλητής ήταν η Τουρκία, ενώ η Ελλάδα ήταν απούσα, παρά το γεγονός ότι στο τραπέζι τέθηκαν και ζητήματα που την αφορούν άμεσα. Αν μη τι άλλο, είναι τουλάχιστον παράδοξο ότι η Αθήνα στην κυριολεξία «κυνηγάει» τους υπόλοιπους συμμετέχοντες στην πενταμερή για να πληροφορηθεί σχετικά με ζητήματα που την αφορούν άμεσα.

Με όλα αυτά τα δεδομένα και τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στη Μαδρίτη σε λίγες ημέρες, η Ελλάδα πρέπει να είναι προετοιμασμένη για πιθανό νέο γύρο κινήσεων από πλευράς Τουρκίας, ειδικά αν εκεί δεν ικανοποιηθούν οι συνδεδεμένες με την υποψηφιότητα Σουηδίας και Φινλανδίας, απαιτήσεις της. Παρότι οι πιθανότητες για ένα θερμό επεισόδιο δεν είναι ισχυρές, πρέπει να γίνει μια σειρά κινήσεων που θα διασφαλίζει την απόλυτη στήριξη από τους συμμάχους μας.

Παραδείγματα για την πολιτική βούληση που πρέπει να δείχνει μια κυβέρνηση έναντι συμμάχων, εταίρων, αλλά και επιτήδειων υπάρχουν. Η Συμφωνία των Πρεσπών ήταν ένα τέτοιο παράδειγμα, καθώς δίνει πλεονεκτήματα τα οποία δεν έχουμε ακόμα κατορθώσει να αξιοποιήσουμε και είναι απολύτως ορατά και απτά, όπως, για παράδειγμα, η επιτήρηση του εναέριου χώρου της Βόρειας Μακεδονίας (NATO Air Policing). Συμφωνίες όπως αυτή έχουν επιτρέψει στην Ελλάδα να γίνεται αντιληπτή ως σοβαρός παίκτης στο διεθνές προσκήνιο.

Υπάρχουν ωστόσο και παραδείγματα προς αποφυγήν. Κορυφαίο παράδειγμα προς αποφυγήν είναι η στάση που ακολούθησε η κυβέρνηση, ενισχύοντας την Ουκρανία ακόμα και με βαριά όπλα, κάποια από τα οποία προφανώς και θα λείψουν από το οπλοστάσιο των Ενόπλων Δυνάμεων. Ωστόσο, πέρα από το επιχειρησιακό σκέλος, το βασικό λάθος της κυβέρνησης εντοπίζεται στο γεγονός ότι με αυτό τον τρόπο ουσιαστικά έβγαλε οικειοθελώς την Ελλάδα από την κατηγορία εκείνη των χωρών της Δύσης που θα μπορούσαν να διαδραματίσουν ρόλο διαμεσολαβητικό για τη λήξη του πολέμου ή και την άμβλυνση των συνεπειών του.

Η διπλωματία, βέβαια, δεν φτάνει. Η ενίσχυση της αποτροπής θα πρέπει, επίσης, να αποκτήσει πιο συνολικά χαρακτηριστικά. Οι προμήθειες σύγχρονων οπλικών συστημάτων είναι απαραίτητες, αλλά απαιτείται και ενίσχυση των υφισταμένων. Οι Ενοπλες Δυνάμεις είναι και ικανές και ισχυρές. Απαιτούνται, ωστόσο, κάποιες κινήσεις. Κατ’ αρχάς να αυξηθεί ο λειτουργικός προϋπολογισμός τους, ιδιαίτερα σε αυτή την περίοδο οικονομικής αστάθειας και αυξημένων τιμών καυσίμων – και όχι μόνο. Να εξασφαλιστεί η απρόσκοπτη ροή ανταλλακτικών και το προσωπικό να υποστηριχθεί με όποιο τρόπο χρειάζεται. Για όλα τα οπλικά συστήματα πρέπει να υπογραφούν νέες συμφωνίες εν συνεχεία υποστήριξης (Follow On Support), ώστε τα συστήματα να παραμείνουν αξιόπιστα και λειτουργικά.

Κυρίως, όµως, απαιτείται µια εθνικού χαρακτήρα συνεννόηση, ώστε τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και άμυνας να αντιμετωπίζονται με τη μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση. Πρέπει να δημιουργηθεί μια αντίληψη ότι όποια κυβέρνηση και να προκύψει μετά τις επόμενες εκλογές, να γνωρίζει πως δεν μπορεί κανείς να υπαναχωρήσει πίσω από θέσεις που έχουν συμφωνηθεί και έχουν υποστηριχθεί κατά τρόπο συνεκτικό και κοινό από όλους. Αυτή τη στιγµή οι πολίτες µπορεί να είναι σιωπηλοί, καθώς παρακολουθούν τις πολύ σοβαρές εξελίξεις στα ελληνοτουρκικά µε ανησυχία. Μπορεί να σιωπούν, αλλά δεν συναινούν και πρέπει να θεωρείται απολύτως βέβαιο πως θα κρίνουν πολύ αυστηρά οποιαδήποτε έλλειψη σοβαρότητας στους χειρισµούς. Και, βεβαίως, δεν θα πρέπει να λησµονούµε ότι η κρίση στα ελληνοτουρκικά δεν συµβαίνει σε κενό, αλλά ενώ η ελληνική κοινωνία αντιµετωπίζει σοβαρότατες δυσκολίες από τη ραγδαία επιδείνωση των οικονομικών δεικτών. Και σε αυτόν τον τομέα οι πολίτες αντιλαμβάνονται και τη μειωμένη αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων οι οποίες θα έπρεπε να βοηθούν στην άμβλυνση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν και όχι, όπως συμβαίνει έως τώρα, στην ουσιαστική παραπομπή τους σε μέλλοντα χρόνο. Η χώρα θα υπάρχει και μετά τις εκλογές, όποτε και αν αυτές γίνουν.

* Ο κ. Αποστολάκης είναι ναύαρχος ε.α., επίτιμος αρχηγός ΓΕΕΘΑ και πρώην υπουργός Εθνικής Aμυνας.