ΚΟΙΝΩΝΙΑ

«Το Κράτος Δικαίου υπέστη ισχυρά πλήγματα»

to-kratos-dikaioy-ypesti-ischyra-pligmata

Στην Ολομέλεια της Βουλής βρίσκεται σε εξέλιξη η πρώτη ψηφοφορία για τις προ αναθεώρηση διατάξεις του Συντάγματος. Μία διαδικασία που σημαδεύθηκε από οξείες πολιτικές αντιπαραθέσεις και, κυρίως, τακτικισμούς που υπερέβησαν το επίδικο, δηλαδή το περιεχόμενο του καταστατικού χάρτη της χώρας, και επικεντρώθηκαν στη δυναμική των κομμάτων την επομένη των προσεχών εθνικών εκλογών.

Λίγες δεκάδες μέτρα μακριά, ο συνομιλητής μου, συνταγματολόγος Κωνσταντίνος Μποτόπουλος, σχολιάζει πως η συνταγματική αναθεώρηση είναι πολιτική διαδικασία και, άρα, πάντα δίδεται μια μάχη θέσεων αλλά και συσχετισμού δυνάμεων. «Αυτή τη φορά, όμως, έλαβαν χώρα μία σειρά από πρωτόγνωρες ενέργειες και πρωτοβουλίες, αντίθετες με τη λογική του Συντάγματος, με την ίδια τη διαδικασία αναθεώρησης και με τις ανάγκες του πολιτεύματος… αν δεν έχει υπονομευθεί πλήρως –αυτό θα το δούμε στην εξέλιξη της διαδικασίας–, σίγουρα το αναθεωρητικό διάβημα και εν γένει το Σύνταγμα ευτελίστηκαν σε μεγάλο βαθμό». Πτυχιούχος της Νομικής Σχολής Αθηνών και κάτοχος μεταπτυχιακού στο Δημόσιο Δίκαιο και Διδακτορικού στο Συνταγματικό Δίκαιο από το Πανεπιστήμιο Paris I-Sorbonne, ο Μποτόπουλος απαριθμεί τις κυβερνητικές επιλογές που, ουσιαστικά, υπονόμευσαν τη διαδικασία: «συγκρότηση μιας εντελώς άτυπης και χωρίς επιστημονικά εχέγγυα “επιτροπής διαβούλευσης" από το κυβερνών κόμμα, πρόσδοση ενός ιδεολογικού, κομματικού χαρακτήρα αφού έγινε λόγος για “προοδευτική αναθεώρηση” και για “ταξική μάχη”, κίνηση της αναθεωρητικής διαδικασίας πολύ αργά, στο τέλος της κοινοβουλευτικής θητείας και υπό ασφυκτικές προθεσμίες, έμφαση σε ένα θέμα – την ενδεχόμενη “δέσμευση” της δεύτερης Βουλής από τις “κατευθύνσεις” της πρώτης».

Ο Μποτόπουλος ήταν μεταξύ των συνταγματολόγων που προσκλήθηκαν από τον πρόεδρο της Ν.Δ. προκειμένου να συζητηθεί ακριβώς αυτό, ο βαθμός που η τρέχουσα Βουλή μπορεί να δεσμεύσει, όπως επιθυμεί ο ΣΥΡΙΖΑ, την επόμενη Βουλή για το περιεχόμενο της αναθεώρησης. «Η δεύτερη, μετά τις επερχόμενες εκλογές, Βουλή διαμορφώνει ελεύθερα το περιεχόμενο των διατάξεων που θα της “στείλει” η πρώτη, η σημερινή, Βουλή. Αυτό προκύπτει και από τη διατύπωση του άρθρου 110 του Συντάγματος και από το γεγονός ότι, εφόσον εκφραστεί ο λαός και προκύψει νέα Βουλή, αυτή δεν μπορεί καθ’οιονδήποτε τρόπο να δεσμεύεται από ήδη ειλημμένες αποφάσεις. Επιβεβαιώνεται, δε, και από την ώς τώρα απαρέγκλιτα τηρηθείσα πρακτική», απαντά. Προσθέτει, πάντως, πως «το σχήμα αυτό δεν σημαίνει ότι η δεύτερη Βουλή αγνοεί τις εργασίες της πρώτης αφού, πρώτον, δεν μπορεί να προσθέσει άλλες διατάξεις και, δεύτερον, λαμβάνει υπόψη της, αλλά όχι βεβαίως δεσμευτικά, ενδεχόμενες πιο λεπτομερείς ρυθμίσεις τής έχουν “σταλεί” από την πρώτη».

Μήπως, τελικά, η ίδια η διαδικασία συνιστά τροχοπέδη και θα έπρεπε πρώτη να αναθεωρηθεί; Ανάλογους προβληματισμούς διατυπώνουν, εξάλλου, αρκετοί συνταγματολόγοι. Ο ίδιος εκτιμά πως «παρά την πολυπλοκότητά της, η ρύθμιση του ελληνικού Συντάγματος για την αναθεώρηση έχει και ιστορικότητα (σ.σ. πρόβλεψη για εμπλοκή δύο διαδοχικών Βουλών υπήρχε από το Σύνταγμα του 1864) και πολιτική λογική, αφού η αναθεώρηση καθίσταται επίδικο ζήτημα κατά την έκφραση της λαϊκής ψήφου και άρα αποκτά μεγαλύτερη νομιμοποίηση». Παρ’ όλα αυτά, θεωρεί ότι δύο σημεία στην ισχύουσα διάταξη θα μπορούσαν να αλλάξουν: «Πρώτον, να καθοριστεί ρητώς ότι η πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών απαιτείται πάντα κατά τη δεύτερη Βουλή, ασχέτως των ψήφων που συγκέντρωσε στην πρώτη Βουλή, που θα πρέπει πάντως να είναι πάνω από 150. Δεύτερον, ότι η πενταετία που πρέπει να περάσει μεταξύ δύο αναθεωρήσεων ισχύει μόνο για τις διατάξεις που “άγγιξε” η προηγούμενη αναθεώρηση και όχι για ολόκληρο το αναθεωρητικό διάβημα».

Πέραν του θεωρητικού υποβάθρου, ο 56χρονος Κων. Μποτόπουλος έχει μακρά εμπειρία τόσο ως δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω όσο και ως, μεταξύ άλλων, πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (2011-2015), ειδικός σύμβουλος σε υπουργεία, ευρωβουλευτής (2007-2009 με το ΠΑΣΟΚ), ενώ και η πανεπιστημιακή του εξειδίκευση αφορά οικονομικά ζητήματα. Αυτή ακριβώς η τριβή του με την οικονομία, με παρακινεί να τον ρωτήσω για την πρόταση (Ν.Δ.) «συνταγματοποίησης» των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών. Ομολογεί ότι είναι ένα δύσκολο ζήτημα: «Από τη μια πλευρά, μία τέτοια διάταξη θα έδειχνε ότι η χώρα μας συμμορφώνεται ενεργά στις βασικές πολιτικές της Ενωσης και πήρε στο σοβαρά το μάθημα της κρίσης. Από την άλλη, θα εισχωρούσε στο Σύνταγμα ένας συμβολισμός “αέναης λιτότητας”, χωρίς καμία εγγύηση ότι θα τηρούνταν στην πράξη». Προσθέτει, δε, ότι μία τέτοια διάταξη θα μπορούσε να δώσει ακόμη και λαβή για δικαστικά προσκόμματα σε ενδεχόμενες κεϊνσιανού τύπου πολιτικές. «Καταλαβαίνω τη λογική όσων την προτείνουν, αλλά αν έπρεπε να επιλέξω, θα επέλεγα τη μη συνταγματοποίηση, όπως έκαναν εξάλλου και οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες».

Καθώς οι πολιτικοί διαξιφισμοί συνεχίζονται, με την μεν κυβέρνηση να επιδιώκει να χειραγωγήσει την επόμενη Βουλή, τη δε αξιωματική αντιπολίτευση να μην αποκλείει, αντί μιας ασθενικής αναθεώρησης, να ξεκινήσει τη διαδικασία από την αρχή, ο Μποτόπουλος δηλώνει υπέρμαχος όχι μιας πολύ εκτεταμένης αλλά, αντιθέτως, μιας καλά εστιασμένης αναθεώρησης. Δεν αρνείται, ωστόσο, ότι «αν οδηγηθούμε σε μη αναθεώρηση, ή σε πολύ στενή αναθεώρηση ενός ή δύο άρθρων, παρότι υπάρχει ευρεία συμφωνία και για τα ζητήματα που πρέπει να βελτιωθούν και για συγκεκριμένες διατάξεις που πρέπει να αναθεωρηθούν, τότε, ναι, θα πρόκειται για μια χαμένη ευκαιρία».

Στη διάρκεια της συζήτησής μας προκύπτει αβίαστα ο προβληματισμός του για την πορεία των πραγμάτων. Συμμερίζεται την άποψη ότι, παρά την κρίση, οι θεσμοί άντεξαν; Η απάντησή του προκαλεί αίσθηση καθώς, επί της ουσίας, σημειώνει πως το θεσμικό οπλοστάσιο της χώρας δέχθηκε τη μεγαλύτερη επίθεση σε πεδία που δεν άπτονται της οικονομικής κρίσης. «Οι θεσμοί συγχρόνως άντεξαν –αυτός εξάλλου είναι ο λόγος ύπαρξής τους: να βοηθούν μια χώρα να ξεπερνά τα δύσκολα– αλλά και εξέπεσαν. Αφενός, δοκιμάστηκε αλλά δεν χάθηκε η ουσιαστική κυριαρχία, η οποία ούτως ή άλλως υφίσταται περιορισμούς λόγω της συμμετοχής μας στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Αφετέρου, όμως, εξέπεσε, ιδίως κατά την τελευταία περίοδο διακυβέρνησης, το Κράτος Δικαίου, αφού σε θέματα μη συνδεόμενα με τα μνημόνια και την κρίση, όπως η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και η ελευθερία του λόγου, υπέστη ισχυρά και, φοβούμαι, όχι ασυνείδητα πλήγματα».