ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Γ. Αράπογλου: «Εμείς, η μεσαία τάξη…»

20s11gkat_02

«Εμείς, η μεσαία τάξη, είμεθα η μόνη τάξη, με έντιμη συνείδηση εθνική. Παρασυρόμενοι όμως απ’ τις άλλες τάξεις στα νοήματα και στις πράξεις, δίνουμε χροιά πολιτική».

Κάπως, έτσι, το 1983 –στα χρόνια της Αλλαγής και του Ανδρέα Παπανδρέου– ο δηκτικός στίχος του Δήμου Μούτση περιέγραφε την αναδυόμενη νέα, ελληνική μεσαία τάξη. Τριάντα έξι χρόνια μετά, η ίδια μεσαία τάξη –απειλούμενη από την οικονομική κρίση– βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής διαπάλης των δύο κομμάτων που διεκδικούν τη νίκη στις κάλπες που ακολουθούν.

Ποια, όμως, είναι η «μεσαία τάξη», που αποτελεί αντικείμενο ενδιαφέροντος αλλά και κέντρο πολιτικών εξελίξεων (π.χ. τα «Κίτρινα Γιλέκα» στη Γαλλία) παγκοσμίως; Αρκεί ο ορισμός της με βάση στενά οικονομικά κριτήρια; Και πόσο ενιαίες είναι οι προσεγγίσεις, στάσεις, απόψεις των μελών αυτής της «ομάδας»;

Για τον Γιώργο Αράπογλου, έναν εκ των ιδρυτών και γενικό διευθυντή της εταιρείας ερευνών Pulse RC, «η μεσαία τάξη, οι νοικοκύρηδες ή “νοικοκυραίοι”, ανάλογα αν θέλει να δώσει κάποιος θετική ή σκωπτική χροιά, περιλαμβάνει μικρομεσαίους, αυτοαπασχολούμενους, μικρές ιδιοκτησίες, οικογενειακές επιχειρήσεις, ενώ τα μέλη της διατηρούν πάντα σχέση μικρή ή μεγάλη με το Δημόσιο». Στη συζήτησή μας μπαίνει εκ των πραγμάτων η πρόσφατη μελέτη του ΟΟΣΑ, σύμφωνα με την οποία ως μεσαία τάξη στην Ελλάδα νοούνται όσοι έχουν εισόδημα από 7.000 έως περίπου 19.000 ευρώ για ένα μονοπρόσωπο νοικοκυριό, δηλαδή από το 75% έως και το 200% του μέσου εισοδήματος κάθε χώρας. Ο κ. Αράπογλου, με αρχικές σπουδές στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και ειδίκευση στην Εφαρμοσμένη Στατιστική για Επαγγελματίες και Ερευνητές του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, συμμερίζεται την επισήμανσή μου ότι το εισοδηματικό κριτήριο δεν επαρκεί για να οριοθετήσει με ακρίβεια την κοινωνική δυναμική. Πολλώ δε μάλλον όταν η «μεσαία τάξη» έχει τέτοια ποικιλομορφία που, αν αντιμετωπιστεί με οικονομικούς μόνον όρους, μπορεί να περιλαμβάνει τον υδραυλικό και τον καθηγητή πανεπιστημίου.

Ο ίδιος προκρίνει ως κριτήριο τον «αυτοχαρακτηρισμό». «Στις δικές μας έρευνες περισσότερο ασχολούμαστε με τον αυτοχαρακτηρισμό, πως δηλαδή –ανεξαρτήτως εισοδήματος– αντιλαμβάνεται ο ίδιος ο πολίτης την κοινωνική του θέση», εξηγεί, προσθέτοντας ότι τα δεδομένα που έχει στην κατοχή του δείχνουν ότι ένα ποσοστό λίγο κάτω από το 60% του συνόλου στην Ελλάδα αυτοπροσδιορίζεται ως «μεσαία τάξη». Εύρημα που συμπίπτει με αντίστοιχα δεδομένα του ΟΟΣΑ.

Στις έρευνες που διεξάγονται ζητείται από τους συμμετέχοντες να χαρακτηρίσουν την προσωπική οικονομική τους κατάσταση με βάση πέντε επιλογές: πολύ άνετη, άνετη, μέτρια, δύσκολη και πολύ δύσκολη. Για τον 54χρονο κ. Αράπογλου, το 40% των πολιτών που χαρακτηρίζουν την οικονομική τους κατάσταση μέτρια και οι μισοί απ’ όσους τη χαρακτηρίζουν άνετη ή δύσκολη περιλαμβάνονται στα «όρια» της μεσαίας τάξης. Συνολικά, δηλαδή, το 60% του πληθυσμού. Η έννοια του αυτοπροσδιορισμού είναι καθοριστική όχι μόνον για την ερευνητική αναζήτηση, αλλά και για την ίδια την κοινωνία, για τη διαμόρφωση τάσεων, επιλογών και κατευθύνσεων, εξηγεί ο συνομιλητής μου, υπογραμμίζοντας ότι αυτό αφορά κατ’ εξοχήν όσους βρίσκονται στα όρια των εισοδηματικών κριτηρίων.

Μπορούμε ωστόσο –καθότι σε de facto προεκλογική περίοδο– να μιλάμε για κυρίαρχες τάσεις σε αυτή την ομάδα, που λόγω αριθμού δίνει τον τόνο στην κοινωνία και τον νικητή στην κάλπη;

Ο κ. Αράπογλου υπογραμμίζει ότι σε αυτή τη μεσαία πολυπληθή ομάδα απευθύνονται κατά κύριο λόγο και από αυτήν αντλούν ισχύ, ιστορικά, τα κόμματα εξουσίας. Σήμερα, ο ΣΥΡΙΖΑ και η Ν.Δ. «Ομως, δεν είναι μόνον η εκλογική της ισχύ, στη μεσαία τάξη οφείλεται η κατανάλωση, αυτή με τις επιλογές της οδηγεί μεγάλο μέρος των επενδύσεων στην εκπαίδευση και στην υγεία, έχει τις σημαντικότερες εισφορές στη φορολογία, αναλογικά με τα εισοδήματά της, είναι επί της ουσίας ο σταθεροποιητικός παράγοντας, καθώς όσες χώρες εμφανίζουν ισχυρή μεσαία τάξη εμφανίζουν, επίσης, καλύτερα ποιοτικά στοιχεία τόσο στο κοινωνικό όσο και στο πολιτικό πεδίο», προσθέτει.

Είναι, λοιπόν, ορθή η επιλογή τόσο του Κυριάκου Μητσοτάκη να απευθύνεται στη «μεσαία τάξη», δεσμευόμενος για την αποκατάσταση της οικονομικής της θέσης, όσο και του Αλέξη Τσίπρα να επιχειρεί να τη γοητεύσει με… γέφυρες και συμμαχίες; «Βυθιζόμαστε» στα πιο πρόσφατα δεδομένα της έρευνας που διεξήγαγε η Pulse για τον ΣΚΑΪ (σ.σ. ακόμη μία ξεκινούσε την ώρα της συζήτησής μας) αναζητώντας απαντήσεις. Τι δείχνουν;

Οτι η «μεσαία τάξη» λειτουργεί, επί της ουσίας, ως στυλοβάτης του πολιτικού συστήματος. Δεν είναι τυχαίο πως σε αυτή την ομάδα εμφανίζονται ενισχυμένα τα ποσοστά και των δύο κομμάτων, με τη Ν.Δ., μάλιστα, να καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό της. Αντιστοίχως, και οι δύο αρχηγοί εμφανίζονται ενισχυμένοι, με τον Αλέξη Τσίπρα να καταγράφει καλύτερα ποσοστά από τα χαμηλότερα στρώματα, την ίδια ώρα που ο Κυριάκος Μητσοτάκης καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό του, απ’ όλες τις ομάδες, επίσης στο μεσαίο οικονομικό χώρο.

Τα ίδια στοιχεία δείχνουν ότι οι μισοί από όσους τοποθετούνται σε αυτή τη μεσαία τάξη δηλώνουν ότι θα ψηφίσουν με βασικό κριτήριο την οικονομία και, με σημαντικά χαμηλότερα ποσοστά, με κριτήριο τις Πρέσπες ή τη διαφθορά. Ενδιαφέρον έχει το εύρημα για τη συμφωνία των Πρεσπών: όσοι δηλώνουν ότι βρίσκονται σε άνετη οικονομική κατάσταση εμφανίζονται σημαντικά πιο θετικοί στη συμφωνία. Οσοι, αντιθέτως, δυσκολεύονται οικονομικά απορρίπτουν πλειοψηφικά τη συμφωνία.

Κατά αντιστοιχία, το κυβερνών κόμμα πάει καλά ίσως και καλύτερα –σε σύγκριση με τα μέσα ποσοστά του πάντοτε– στις πιο άνετες οικονομικά ομάδες του πληθυσμού, την ίδια στιγμή που οι πολίτες που δυσκολεύονται περισσότερο οικονομικά τείνουν να απορρίπτουν σε μεγαλύτερο βαθμό τα δύο κόμματα εξουσίας.

Το πιο κρίσιμο –πέραν των πολιτικών τάσεων– και ταυτοχρόνως αισιόδοξο εύρημα είναι ίσως αυτό που επισημαίνει ο Γ. Αράπογλου στο κλείσιμο της «Σαββατιάτικης Συνάντησής» μας: «Ευτυχώς», σημειώνει, «σε μια περίοδο που η μεσαία τάξη σε άλλες χώρες διολισθαίνει σε πιο ακραίες στάσεις, στην Ελλάδα κρατάει και διατηρεί στοιχεία ανεκτικότητας και εξωστρέφειας».