ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Εξι οι νεκροί, 464 τα επιβεβαιωμένα κρούσματα

gkat_06_2003_page_1_image_0001

Νέα αυστηρή σύσταση προς τους πολίτες να περιορίσουν την κυκλοφορία εκτός σπιτιού στο ελάχιστο και μόνο για την εξυπηρέτηση ζωτικών αναγκών, προκειμένου να περιοριστεί η διάδοση του νέου κορωνοϊού στην κοινότητα, απηύθυναν χθες ο υφυπουργός Πολιτικής Προστασίας Νίκος Χαρδαλιάς και ο εκπρόσωπος του υπουργείου Υγείας για τον νέο κορωνοϊό, καθηγητής Σωτήρης Τσιόδρας. Ο συνολικός αριθμός των εργαστηριακά επιβεβαιωμένων περιστατικών COVID-19 στην Ελλάδα ανέρχεται σε 464, εκ των οποίων 46 καταγράφηκαν χθες. Σε 72 περιπτώσεις δεν έχει προσδιοριστεί ο τρόπος μετάδοσης του ιού. Συνολικά νοσηλεύονται 78 ασθενείς, εκ των οποίων 16 διασωληνωμένοι σε μονάδα εντατικής θεραπείας. Ο μέσος όρος ηλικίας των νοσηλευομένων είναι τα 68 έτη και των διασωληνωμένων τα 69 έτη. Χθες, άλλος ένας ασθενής –ηλικιωμένος και με υποκείμενα νοσήματα– κατέληξε από τη νόσο. Τα θύματα του νέου κορωνοϊού στην Ελλάδα ανέρχονται πλέον σε 6. Οπως και στην Κίνα και στην Ιταλία, η πλειονότητα των σοβαρών περιστατικών αφορά άνδρες, ενώ η νόσος είναι πιο επικίνδυνη για τα άτομα με καρδιαγγειακά νοσήματα, διαβήτη, χρόνιες αναπνευστικές παθήσεις και κακοήθειες. Η εμφάνιση δύσπνοιας παραμένει το κύριο κλινικό σύμπτωμα για σοβαρή πνευμονία και αναπνευστική ανεπάρκεια, ενώ σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα ο υψηλός πυρετός είναι μια σημαντική γραμμή άμυνας του οργανισμού έναντι του κορωνοϊού, αφού συνδέεται με μικρότερη
πιθανότητα θανάτου.

Σύμφωνα με τον κ. Τσιόδρα, λαμβάνοντας υπόψη την παρατήρηση ότι μόνο το 15% των κρουσμάτων παγκοσμίως καταγράφεται καθώς και τα χθεσινά δεδομένα της χώρας, επιβεβαιώνονται οι εκτιμήσεις από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (έδρα Υγιεινής και Επιδημιολογίας) ότι τα πραγματικά περιστατικά στην Ελλάδα είναι τουλάχιστον 2.000 με 3.000. Στις θετικές ειδήσεις είναι η αύξηση του αριθμού όσων έχουν λάβει εξιτήριο, που πλέον ανέρχονται σε 19, αλλά και η γέννηση παιδιού από γυναίκα θετική στον κορωνοϊό, στη Γ΄ Μαιευτική και Γυναικολογική Κλινική του ΕΚΠΑ στο νοσοκομείο Αττικόν. Οι εργαστηριακές εξετάσεις για την ανίχνευση του κορωνοϊού στο βρέφος είναι αρνητικές.

Με τα πιο δύσκολα να είναι ακόμη μπροστά μας, καθώς εκτιμάται ότι τις επόμενες ημέρες θα δούμε τον αριθμό των περιστατικών να αυξάνει σημαντικά, πιθανότατα από άτομα που κόλλησαν τον ιό πριν από τη λήψη των περιοριστικών μέτρων, ο κ. Τσιόδρας τόνισε: «Παραμένουμε προσηλωμένοι σε δύο στόχους. Να προφυλάξουμε τους ασθενείς και να μην κολλήσουν πολλοί πολίτες ταυτόχρονα». Και πρόσθεσε: «Δεν μπορεί τα πλοία να έχουν εικόνα Δεκαπενταύγουστου, με άπειρο κόσμο να συρρέει στα νησιά. Υποβαθμίζει όλη μας την προσπάθεια, αυξάνει τον κίνδυνο για νόσηση σε ηλικιωμένους ντόπιους και δυσκολεύει την ανταπόκριση του συστήματος υγείας για τη νοσηλεία και τη διακομιδή ασθενών». Στο ίδιο πλαίσιο, ο κ. Χαρδαλιάς ανακοίνωσε τα μέτρα για την αναστολή λειτουργίας των ξενοδοχείων, ενώ τόνισε ότι σήμερα ξεκινάει η διαδικασία αυστηρού ελέγχου για την τήρηση της υποχρεωτικής καραντίνας των 14 ημερών σε όσους εισέρχονται στη χώρα και οι οποίοι για τον λόγο αυτό θα συμπληρώνουν στις πύλες εισόδου έντυπο με τα στοιχεία τους και κυρίως τον τόπο διαμονής τους στη χώρα.

Αναφορικά με τη συνεχιζόμενη συζήτηση σχετικά με την επιτήρηση της νόσου στη χώρα μας, ο κ. Τσιόδρας επισήμανε: «Παρακολουθούμε την επιδημία όσο πιο καλά μπορούμε, με στρατηγική ιεράρχησης των ελέγχων και επιτήρησης, όπως προτείνεται πανευρωπαϊκά». Προανήγγειλε διευρυμένο πρόγραμμα ελέγχων με κατ’ οίκον δειγματοληψία σε άτομα με συμπτώματα που παραμένουν στο σπίτι τους και ιχνηλάτησης των επαφών επιβεβαιωμένων κρουσμάτων κορωνοϊού.

Για τη θεραπεία των ασθενών τόνισε ότι στα νοσοκομεία υπάρχουν επαρκείς ποσότητες από το κοκτέιλ φαρμάκων που χορηγείται σε αυτές τις περιπτώσεις και πρόσθεσε ότι εξετάζεται για τους ασθενείς στους οποίους δεν υπάρχει άλλη θεραπευτική λύση η χορήγηση αντισωμάτων σε μορφή ορού από άτομα που προσβλήθηκαν από κορωνοϊό και έχουν αναρρώσει. Στο μέτωπο της ενίσχυσης του ΕΣΥ με προσωπικό, ο υφυπουργός Υγείας Βασίλης Κοντοζαμάνης σημείωσε ότι έως χθες είχαν εγκριθεί 1.100 προσλήψεις επικουρικού ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού, ενώ ήδη εργάζονται στο ΕΣΥ επιπλέον 500 άτομα, εκ των οποίων 100 είναι επικουρικοί γιατροί.