ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Αντιδράσεις για την καύση

2679744

Η προώθηση της καύσης απορριμμάτων ως μεθόδου μείωσης της ταφής σε ΧΥΤΥ ήταν το θέμα που απασχόλησε περισσότερο τους λιγοστούς συμμετέχοντες στη διαβούλευση για τον νέο εθνικό σχεδιασμό για τα απορρίμματα, που ολοκληρώνεται σήμερα. Χθες, τέσσερις μεγάλες περιβαλλοντικές οργανώσεις κατηγόρησαν το υπουργείο Περιβάλλοντος ότι θα δεσμεύσει για δεκαετίες τη χώρα σε μια υψηλού κόστους επιλογή, που είναι αντίθετη με τις αρχές της κυκλικής οικονομίας. Επιφυλάξεις εξέφρασαν και φορείς της αγοράς, συνεκτιμώντας εκτός από το κόστος και τον χρόνο που απαιτείται για τις μονάδες αυτές, και τις αντιδράσεις που θα υπάρξουν.

Χθες, η Οικολογική Εταιρεία Ανακύκλωσης, το WWF, η Greenpeace και η Μεσόγειος SOS με κοινή ανακοίνωσή τους άσκησαν κριτική στο υπουργείο Περιβάλλοντος, υποστηρίζοντας ότι προωθεί υπέρμετρα την καύση απορριμμάτων. Για παράδειγμα, αναφέρουν ότι οι μονάδες επεξεργασίας αποβλήτων (ΜΕΑ) εμφανίζονται να μπορούν να ανακτήσουν ανακυκλώσιμα υλικά μόνο στο 12,7% των εισερχομένων τους, ενώ αν σχεδιαστούν και ενσωματωθούν βέλτιστες τεχνολογίες και σύγχρονος εξοπλισμός μπορούν να ανακυκλώνουν περισσότερο από 20%, άρα να παράγουν λιγότερο RDF και υπολείμματα. «Στην ουσία, το εθνικό σχέδιο μας προτείνει να κατασκευάσουμε δεκάδες ΜΕΑ με μεγάλο κόστος και ελάχιστο όφελος, απλώς και μόνο για να παράγουν καύσιμο υλικό για τις μονάδες καύσεις. Το υπουργείο αντί να πιάσει το νήμα από την αρχή, με μεγιστοποίηση της διαλογής στην πηγή, χωριστά ρεύματα, πλήρη ανάκτηση βιολογικών αποβλήτων, οικολογικό σχεδιασμό, επιλέγει συνειδητά να το πιάσει από το τέλος, επενδύοντας σε μη αποδοτικές ΜΕΑ, οι οποίες θα παράγουν μεγάλο υπόλειμμα, καθιστώντας έτσι “υποχρεωτική” την καύση».

Οι τέσσερις οργανώσεις καλούν την κυβέρνηση να μη δεσμευθεί στο συγκεκριμένο μοντέλο διαχείρισης. «Στην καλύτερη περίπτωση οι μονάδες καύσης θα κατασκευαστούν όχι νωρίτερα από το 2025-2028 και θα πρέπει να λειτουργήσουν για τουλάχιστον 30-40 χρόνια για να είναι βιώσιμες. Εάν προχωρήσουμε στη δημιουργία των μονάδων καύσης, αυτές θα δεσμεύουν τη χώρα για πολλές δεκαετίες, με κίνδυνο να μην μπορούν να επιτευχθούν μελλοντικοί αυστηρότεροι στόχοι διαλογής στην πηγή και με συνεχώς αυξανόμενο κόστος, αφού και από το εθνικό σχέδιο προβλέπεται ότι θα μειώνεται διαχρονικά η παραγόμενη ποσότητα RDF-SRF». Σημειώνουν, δε, ότι το σχέδιο παραλείπει να κοστολογήσει την καύση λόγω του μεγάλου κόστους της. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και το Ελληνικό Δίκτυο Φίλοι της Φύσης, υποστηρίζοντας ότι ο προτεινόμενος σχεδιασμός «δρομολογεί απροκάλυπτα την καύση αποβλήτων».

Οι φορείς της αγοράς

Ενστάσεις στις προβλέψεις του εθνικού σχεδίου διατυπώνουν και φορείς της αγοράς. Για παράδειγμα, η εταιρεία ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή εκτιμά πως «η αναθεώρηση των περιφερειακών σχεδιασμών (ΠΕΣΔΑ) αναφορικά με την ενεργειακή αξιοποίηση είναι πολύ δύσκολο να γίνει, καθώς απαιτούνται διαπεριφερειακές συνεργασίες προκειμένου περισσότερες από μια περιφέρειες να χρησιμοποιούν την ίδια εγκατάσταση. Είναι χαρακτηριστικό ότι η έγκριση των ΠΕΣΔΑ που ισχύουν σήμερα πήρε πάνω από 10-12 μήνες, χωρίς να υπάρχει αναγκαιότητα διαχείρισης αντίστοιχου προβλήματος». Σημειώνει επίσης ότι οι προβλέψεις του σχεδίου για την κατασκευή 26 ΜΕΑ και 35 μονάδες για βιοαπόβλητα (ΜΕΒΑ) έως το 2023 είναι ανέφικτη, καθώς «η ελληνική μελετητική και κατασκευαστική αγορά δεν είναι δυνατόν να ανταποκριθεί, ειδικά όταν υπάρχουν ήδη πολλά δρομολογημένα έργα». Η Ενωση Τσιμεντοβιομηχανιών Ελλάδας, τέλος, ζητάει τα απορριμματογενή καύσιμα να διοχετεύονται κατά προτεραιότητα στις μονάδες του κλάδου, πριν εκτιμηθεί η ανάγκη κατασκευής εργοστασίων καύσης.