ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Εννέα μήνες στην πρώτη γραμμή

Η διαχείριση της κόπωσης, του φόβου και η αγωνία για την επόμενη ημέρα από τον Μάρτιο μέχρι σήμερα

Εννέα μήνες στην πρώτη γραμμή

Τη νύχτα της περασμένης Δευτέρας, 16 Νοεμβρίου, ο ειδικευόμενος γιατρός Γιάννης Τρόντζας τήρησε σχολαστικά τη, γνωστή στον ίδιο από το πρώτο κύμα της πανδημίας, ρουτίνα του ντυσίματος με τον προστατευτικό εξοπλισμό. Το πόστο του, μέχρι το ξημέρωμα, βρισκόταν στα επείγοντα του νοσοκομείου «Σωτηρία». Εκεί θα υποδεχόταν ύποπτα ή επιβεβαιωμένα κρούσματα της νόσου COVID-19. Ο,τι ακολούθησε δεν το είχε ξαναζήσει.

Υπήρξε ασθενής ο οποίος άμεσα μετά την άφιξή του χρειάστηκε να διασωληνωθεί και δεν ήταν ο μόνος. Συνολικά, έως το πρωί, πάνω από δέκα νεοεισερχόμενοι διασωληνώθηκαν είτε στα επείγοντα είτε σε κάποια από τις ειδικές κλινικές του νοσοκομείου. Οι νέες εισαγωγές ασθενών τη νύχτα ξεπέρασαν τις 30. Ο κ. Τρόντζας έφυγε από το «Σωτηρία» 14 ώρες μετά την έναρξη της βάρδιάς του. Μέσα σε αυτό το διάστημα μπορούσε να βγάλει τη στολή και να ξεκουραστεί για ένα τέταρτο ή μισάωρο ανά τέσσερις ώρες. Επειτα έπρεπε να συνδράμει ξανά τους συναδέλφους του στην υποδοχή ασθενών. Αυτή ήταν η πιο δύσκολη εφημερία του, πιθανότατα μέχρι την επόμενη.

«Είναι απρόβλεπτος ο ιός. Εάν ο ασθενής αναπτύξει το φλεγμονώδες σύνδρομο μπορεί η επιδείνωση να είναι πολύ γρήγορη», λέει στην «Κ». «Η κατάσταση ήταν στο κόκκινο στην εφημερία. Εάν συνεχίσουμε με τους ίδιους ρυθμούς τις επόμενες ημέρες μπορεί να μην είναι διαχειρίσιμη. Είμαστε ακριβώς στο όριο».

Για τον 29χρονο ειδικευόμενο ο νέος κορωνοϊός δεν είναι πλέον άγνωστος εχθρός. Τον περασμένο Απρίλιο η «Κ» τον είχε συναντήσει στην κλινική COVID-19 που λειτουργεί στο ισόγειο του Κέντρου Αναπνευστικής Ανεπάρκειας, ένα κτίριο σε μια πευκόφυτη γωνιά του νοσοκομείου «Σωτηρία» το οποίο είχε χτιστεί πριν από δεκαετίες ως σανατόριο για φυματικούς. «Αντιμετωπίζουμε κάτι νέο», είχε πει τότε ο κ. Τρόντζας. «Βλέπεις κάποιον που δεν είναι ταχυπνοϊκός, δεν έχει δύσπνοια και μπορεί οι εξετάσεις να δείξουν ότι είναι χειρότερα. Δεν δίνει τα σημάδια που γνωρίζεις από την εμπειρία και τη μελέτη σου. Δεν είναι η κλασική εικόνα ενός αναπνευστικού αρρώστου, σε ξεγελάει πάρα πολύ».

ennea-mines-stin-proti-grammi0
Ο ειδικευόμενος γιατρός Γιάννης Τρόντζας συνδράμει στο δεύτερο κύμα τους συναδέλφους του στα επείγοντα κατά τις εφημερίες του «Σωτηρία». Φωτ. ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΥΤΑΦΗΣ

Τότε το επιδημιολογικό φορτίο στην Αθήνα δεν ήταν τόσο μεγάλο. Οι σκηνές στη γειτονική Ιταλία προκαλούσαν μεν ανησυχία, αλλά φάνταζαν ακόμη πολύ μακρινές. Στην Ελλάδα υπήρχε η πολυτέλεια του χρόνου. «Ξεπεράσαμε τον φόβο, ξεπεράσαμε και την κούραση εκείνων την ημερών. Αποκτήσαμε εμπειρία και το τρίμηνο του καλοκαιριού ήταν πιο ήρεμη η κατάσταση», λέει ο κ. Τρόντζας. Επειτα χτύπησε το δεύτερο κύμα. Τον τελευταίο μήνα η πίεση στο σύστημα υγείας είναι μεγάλη. «Υπάρχει πλέον άγχος για το πώς θα κυλήσει η επόμενη εφημερία», τονίζει ο ίδιος.

Η «Κ» συνομίλησε ξανά με προσωπικό της πρώτης γραμμής που είχε συναντήσει κατά τις πρώτες ημέρες της πανδημίας στο «Σωτηρία». Δύο γιατροί, μία καθαρίστρια και μία τραπεζοκόμος, όλοι τους απαραίτητοι κρίκοι στην αλυσίδα της περίθαλψης, περιγράφουν το πώς έχουν προσαρμοστεί σε αυτή την πολύμηνη και κοπιαστική, σισύφεια δοκιμασία.

Η πίεση στις κλινικές

«Δεν είναι καθυστερημένη η διάγνωση, ούτε η προσέλευσή τους. Είναι εξαρχής βαριά η νόσος»

«Μέχρι και πριν από λίγες ημέρες το κομμάτι της εφημερίας ζοριζόταν περισσότερο. Από το βράδυ της περασμένης Δευτέρας ζορίζονται αφόρητα και οι κλινικές COVID-19. Τα περιστατικά που μπαίνουν είναι πάρα πολλά, βαριά άρρωστοι άνθρωποι, πολλοί μεταξύ 40 και 60 ετών. Εχουμε πολλές διασωληνώσεις και μεταφορές στην εντατική», λέει η Γαρυφαλλιά Πουλάκου, παθολόγος-λοιμωξιολόγος στη Γ΄ Παθολογική Κλινική του «Σωτηρία» και επίκουρη καθηγήτρια Ιατρικής στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

«Εχουμε ανθρώπους που έρχονται από τις πρώτες ημέρες του πυρετού. Δεν είναι καθυστερημένη η διάγνωση, ούτε η προσέλευσή τους στο σύστημα υγείας. Είναι εξαρχής βαριά η νόσος», επισημαίνει. Οπως διαπιστώνει η ίδια, υπάρχουν αρκετοί ασθενείς οι οποίοι στις πρώτες πέντε ημέρες από την εκδήλωση των συμπτωμάτων νοσούν βαριά. Και μέσα στην κλινική COVID-19 ορισμένοι νοσηλευόμενοι μετά τα δύο πρώτα 24ωρα μπορεί να χρειαστεί να μεταφερθούν σε μονάδα εντατικής θεραπείας.

ennea-mines-stin-proti-grammi1
Η παθολόγος-λοιμωξιολόγος Γαρυφαλλιά Πουλάκου παρατηρεί ότι πλέον αρκετοί ασθενείς φτάνουν στην κλινική COVID-19 νοσώντας βαριά. Φωτ. ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΥΤΑΦΗΣ

Τον περασμένο Απρίλιο η κ. Πουλάκου είχε ξεναγήσει την «Κ» σε χώρους της κλινικής COVID-19. Είχε εξηγήσει λεπτομερώς τα βήματα που ακολουθεί το ιατρονοσηλευτικό προσωπικό στην «κόκκινη ζώνη», το μέρος όπου βρίσκονται οι θάλαμοι των ασθενών και θεωρείται μολυσματικό, και είχε δείξει πώς οι γιατροί ψεκάζουν μέχρι και τις σόλες των παπουτσιών τους έπειτα από κάθε έξοδό τους για να μειώσουν το ιικό φορτίο. «Ο φόβος της ατομικής μας έκθεσης έχει εκλογικευθεί πλέον», λέει. 

«Ξέρουμε ότι στις κανονικές συνθήκες της κλινικής δεν είναι πολύ μεγάλος. Εχουμε αρκετή εμπιστοσύνη στον τρόπο που διαχειριζόμαστε τον άρρωστο, έχουμε επάρκεια εξοπλισμού και οι δουλειές μας γίνονται χωρίς αταξία, χωρίς εκπλήξεις. Εκείνο το οποίο φοβίζει είναι ότι εάν συμβούν πολλά επείγοντα περιστατικά μαζί, τότε το προσωπικό μπορεί να χρειαστεί να τρέξει ασύντακτα. Εκεί φοβάσαι ότι τα μέτρα μπορεί να μην τηρηθούν».

Για την 53χρονη Λουκία Μαρέτη, τραπεζοκόμο η οποία παραδίδει τα γεύματα των ασθενών στον πρώτο όροφο του Κέντρου Αναπνευστικής Ανεπάρκειας, το ντύσιμο με τη «στολή του αστροναύτη» έχει γίνει πλέον μηχανική διαδικασία. «Η πρώτη φορά ήταν δύσκολη, τώρα είναι σαφώς καλύτερα. Παραμένει όμως ψυχοφθόρα αυτή η δουλειά γιατί και πάλι οι ασθενείς δεν έχουν επαφή με τον έξω κόσμο. Μόνο εμάς περιμένουν, τους γιατρούς και τους νοσηλευτές για να πουν μια κουβέντα. Και έχουμε πολύ κόσμο τώρα στα δωμάτια και μικρότερες ηλικίες. Εχει τύχει να έχουμε νέους 20 ετών και άλλους ασθενείς 40 και 50 ετών», λέει. «Ευελπιστούσα ότι θα τελείωνε κάποτε όλο αυτό και θα γίνονταν όλα και πάλι φυσιολογικά όπως πριν. Αλλά δυστυχώς το ξαναζούμε».

ennea-mines-stin-proti-grammi2
Η καθαρίστρια Λίντα Γκρεμπί παραιτήθηκε πρόσφατα από το «Σωτηρία» και μετανάστευσε στην Αγγλία. Η πανδημία είχε οδηγήσει στην ανεργία τον σύζυγο και τον γιο της. Φωτ. ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΥΤΑΦΗΣ

Στην αρχή του πρώτου κύματος της πανδημίας η 39χρονη καθαρίστρια Λίντα Γκρεμπί ανησυχούσε και για τη δική της υγεία. Φοβόταν ότι εμφάνιζε συμπτώματα της νόσου, μετρούσε ανά τρεις ώρες τη θερμοκρασία της στο σπίτι, είχε υποβληθεί σε τεστ το οποίο βγήκε αρνητικό. Είχε φτάσει τρεις φορές στα πρόθυρα παραίτησης. Και άλλοι συνάδελφοί της είχαν φοβηθεί τότε. Κάποιοι αρνήθηκαν να μετακινηθούν σε κλινικές COVID-19, ορισμένοι προφασίστηκαν ασθένεια. Εκείνη συνέχισε την εργασία της στο ισόγειο του Κέντρου Αναπνευστικής Ανεπάρκειας.

«Δύο φορές λιποθύμησα μέσα στους θαλάμους. Είχα ανεβάσει 130 παλμούς, έπαθα αφυδάτωση»

Η αγωνία της κάπως μετριάστηκε στους μήνες που ακολούθησαν, δεν έκανε όμως εκπτώσεις στα μέτρα προφύλαξης που έπρεπε να τηρήσει. Συνέχισε να αποφεύγει τις επαφές με τη μητέρα της η οποία είχε υποβληθεί σε επέμβαση καρδιάς και όταν επισκέφθηκε αρχές Αυγούστου τους συγγενείς της στην Αλβανία απείχε από αγκαλιές και φιλιά. Παρέμεινε πιστή στη μάσκα και στις αποστάσεις. Ωσπου μετά την επιστροφή της στην κλινική, στα τέλη του καλοκαιριού, η δουλειά της έγινε αφόρητη.

«Δύο φορές λιποθύμησα μέσα στους θαλάμους. Είχα ανεβάσει 130 παλμούς, έπαθα αφυδάτωση», λέει. «Με 40 βαθμούς θερμοκρασία έξω, βάλε και τη στολή, αλλάζαμε δύο φορές τα ρούχα μας, μέχρι και οι κάλτσες μας γίνονταν μούσκεμα. Αυτό το καλοκαίρι στην κλινική θα μείνει το πιο αξέχαστο στη ζωή μου».

«Ξέρουμε ότι τα δύσκολα είναι ακόμη μπροστά μας»

Η πανδημία του νέου κορωνοϊού δεν δυσκόλεψε μόνο την εργασιακή καθημερινότητα της κ. Γκρεμπί στην κλινική COVID-19. Αλλαξε ριζικά και την υπόλοιπη ζωή της. Ηταν πλέον η μόνη εργαζόμενη στην τετραμελή οικογένειά της. Ο μισθός της, λίγο πάνω από 600 ευρώ, δεν επαρκούσε. Ο άνδρας της, ήδη από πρώτο κύμα, έμεινε άνεργος καθώς ο εργολάβος που τον απασχολούσε σε μονώσεις κτιρίων δεν είχε νέα μεροκάματα για εκείνον. Και ο ενήλικος γιος της έχασε τη δουλειά του. Εργαζόταν σε βενζινάδικο, μπήκε αρχικά σε αναστολή στην πρώτη φάση της καραντίνας και έπειτα τον ενημέρωσαν ότι δεν πρόκειται να κάνουν νέες προσλήψεις.

«Εγινα πιο δυνατή από την εμπειρία της κλινικής στην Ελλάδα»

Μετά το καλοκαίρι η κ. Γκρεμπί παραιτήθηκε από τη δουλειά της ως καθαρίστρια στο «Σωτηρία» και στις 28 Σεπτεμβρίου εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο με την οικογένειά της. «Εχω συγγενείς στην Αγγλία και θεωρήσαμε ότι θα είναι καλύτερα. Δεύτερη φορά δοκιμάζω την τύχη μου ως μετανάστρια», λέει στην «Κ». Ο γιος της ήδη βρήκε δουλειά στο πακετάρισμα προϊόντων που διακινεί η εταιρεία Amazon, ενώ ο άνδρας της θα αρχίσει σύντομα εργασία πάνω στο αντικείμενό του. Εκείνη έχει υποβάλει αιτήσεις σε νοσοκομεία για να προσληφθεί ξανά ως καθαρίστρια ακόμη και σε κλινική COVID-19 εφόσον χρειαστεί. «Εγινα πιο δυνατή από την εμπειρία της κλινικής στην Ελλάδα και δεν με τρομάζει τίποτα πλέον από θέμα εργασίας. Εχω περισσότερη αυτοπεποίθηση», λέει.

Πίσω στο «Σωτηρία», η τραπεζοκόμος Λουκία Μαρέτη ενημερώθηκε τον Οκτώβριο ότι η σύμβασή της θα ανανεωθεί για ένα ακόμη έτος. Λήγει πλέον τον Δεκέμβριο του 2021. «Από αυτή τη δουλειά επιβιώνουμε, πληρώνουμε τους λογαριασμούς μας και ζούμε. Την έχω επιλέξει, μου αρέσει να προσφέρω» λέει, τονίζοντας ότι βασικό αίτημα της ίδιας και συναδέλφων της είναι να μετατραπούν οι συμβάσεις τους σε αορίστου χρόνου.

ennea-mines-stin-proti-grammi3
Η τραπεζοκόμος Λουκία Μαρέτη έχει εξοικειωθεί πλέον με τη χρήση του προστατευτικού εξοπλισμού· το ντύσιμο έγινε μηχανική διαδικασία. Φωτ. ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΥΤΑΦΗΣ

Στο πρώτο κύμα η κ. Μαρέτη είχε περιγράψει πως αρχικά μαζί με άλλους τραπεζοκόμους είχαν αγοράσει με δικά τους έξοδα από μια αποθήκη χαρτικών 600 σκεύη, μαζί με πλαστικά μαχαιροπίρουνα, για να καλύψουν τις ανάγκες των ασθενών. Σκέφτηκαν τότε ότι γλιτώνοντας το πλύσιμο πιάτων θα περιόριζαν και την έκθεσή τους στο ιικό φορτίο των ασθενών. Πλέον αυτά τα υλικά παρέχονται από το νοσοκομείο.

Συνεχής ετοιμότητα

Στους υπόλοιπους κρίκους στην αλυσίδα της περίθαλψης το ιατρονοσηλευτικό προσωπικό των κλινικών COVID-19 εξακολουθεί να εργάζεται εδώ και μήνες σε μια κατάσταση συνεχούς ετοιμότητας. «Οι νεότεροι γιατροί μας είναι πάρα πολύ μαχητικοί. Δεν έχουμε στη δύναμη μας κανένα που να μην έχει ψυχικά αποθέματα. Η ομάδα είναι πάρα πολύ συμπαγής και είναι αυτό που μας δίνει και δύναμη. Είναι σημαντικό αυτό σε μια κλινική», τονίζει η κ. Πουλάκου. «Οι αντοχές μας ως άνθρωποι και ως κλινική υπάρχουν ακόμη, δεν έχουμε εξαντληθεί», προσθέτει.

Η επιβάρυνση πάντως που έχουν δεχθεί όλο αυτό το διάστημα δεν είναι αμελητέα. Ηδη από την περίοδο του πρώτου κύματος λειτουργούσαν στο τμήμα COVID-19 της Γ΄ Παθολογικής Κλινικής του «Σωτηρία» υπό συνθήκες άτυπης, καθημερινής εφημερίας.

«Δεν είναι προβλέψιμος ο χρόνος παραμονής στο νοσοκομείο. Δεν υπάρχει η έννοια του ωραρίου, γιατί δεν ξέρεις τι έκτακτο θα προκύψει. Ετσι ήταν και τον Απρίλιο, στις αρχές της πανδημίας και μέχρι τα μέσα Μαΐου», λέει η γιατρός. «Οπωσδήποτε η κόπωση είναι αθροιστική πλέον. Και ξέρουμε ότι τα δύσκολα είναι μπροστά μας, για τις επόμενες δύο ή τρεις εβδομάδες».

Την ίδια κούραση αναγνωρίζει και ο ειδικευόμενος Γιάννης Τρόντζας, προσπαθεί ωστόσο να την παραβλέψει. Επισημαίνει την ανάγκη τήρησης των μέτρων από τους πολίτες και ελπίζει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα να έρθουν καλύτερες μέρες.