ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Τα όρια της ελευθερίας και του ελέγχου

Με αφορμή το #MeToo ανοίγει και στην Ελλάδα ο διάλογος για εφαρμογή ή μη κανόνων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης

ta-oria-tis-eleytherias-kai-toy-elegchoy-561275356

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (social media) έχουν επιδοκιμαστεί σαν τη φωτιά που έδωσε ο Προμηθέας στους ανθρώπους στερώντας από τους «θεούς» της ενημέρωσης και των θεσμών πολιτικής και κοινωνικής ισχύος την εξουσία να ορίζουν την αλήθεια και το ψέμα, το σωστό και το λάθος, το δίκαιο και το άδικο.

Υποτίθεται λοιπόν ότι εισάγουν ένα νέο Διαφωτισμό. Απλώνουν παντού μια ιδεατή «αρχαία Αγορά», αποδυναμώνουν τους μηχανισμούς επιβολής των κατεστημένων αληθειών και συμβάλλουν στη χειραφέτηση του ατόμου μέσα σε μια κοινωνία μεγαλύτερης δικαιοσύνης και δημοκρατίας.

Ταυτόχρονα, κατηγορούνται ότι επιτρέπουν στο άτομο να εξυφαίνει τις δικές του αλήθειες και τα δικά του γεγονότα χάρη στο φαινόμενο της θετικής ανατροφοδότησης βάσει του οποίου σχεδόν οποιαδήποτε υπόθεση μπορεί να αναχθεί σε «αλήθεια» εφόσον συγκεντρωθούν αρκετοί που θα την επικροτήσουν (με like). Το φαινόμενο αυτό καταλήγει στην εδραίωση δοξασιών εντελώς ανεξάρτητων ακόμα και από την επιστημονική λογική –εμπειρική ή πειραματική– εγκλωβίζοντας την κοινωνία σε έναν νέο Μεσαίωνα.

Πολύ περισσότερο όταν το σημείο τομής ανάμεσα στην ψυχολογία του πλήθους και στα social media μπορεί να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης από σκιώδεις παράγοντες (από πολιτικά κόμματα ως μυστικές υπηρεσίες) καταλήγοντας στη χειραγώγηση του ατόμου και στη μετατροπή της κοινωνίας σε ακυβέρνητη Βαβέλ. Η συζήτηση αυτή που άνοιξε πρόσφατα λόγω της εφόδου του όχλου στο Καπιτώλιο πήρε μια νέα διάσταση στη χώρα μας εξαιτίας της σφοδρότητας με την οποία οι απόψεις σε ό,τι αφορά την υπόθεση #MeToo εκφράζονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το ερώτημα που απασχολεί τις δυτικές χώρες είναι απλό: Πρέπει να υπάρξουν κανόνες στα social media ή κάθε παρέμβαση ισοδυναμεί με αντιδημοκρατική χειραγώγηση;

Προστατεύοντας την ελευθερία έκφρασης

ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΤΖΟΓΟΠΟΥΛΟΣ*

Πριν από λίγες μέρες πραγματοποιήθηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συζήτηση για τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να συνδυαστεί η προστασία της ελευθερίας έκφρασης με την καταπολέμηση της σκόπιμης παραπληροφόρησης. Ζητούμενο είναι η διαμόρφωση ενός ρυθμιστικού πλαισίου για τη βελτίωση του τρόπου λειτουργίας των ιδιωτικών εταιρειών τεχνολογίας, που αναδεικνύονται σε βασικό πυλώνα ενημέρωσης των πολιτών. Η δυσκολία του εγχειρήματος είναι πως, ενώ από τη μία πλευρά πρέπει να περιοριστεί η ισχύς των ιδιοκτητών των εταιρειών αυτών, από την άλλη παραμένει αμφίβολο κατά πόσον μπορεί να επιτευχθεί ποιοτικός και αποτελεσματικός έλεγχος στη διανομή των πληροφοριών, ώστε αυτός να μη θυμίζει λογοκρισία.

Στον απόηχο των δραματικών εξελίξεων των αρχών του Ιανουαρίου στις Ηνωμένες Πολιτείες, Ευρωπαίοι πολιτικοί, μεταξύ αυτών η καγκελάριος Αγκελα Μέρκελ, διαφώνησαν με την πολιτική τεχνολογικών επιχειρήσεων όπως το Twitter και το Facebook, να αποκλείσουν τον Ντόναλντ Τραμπ –ακόμα τότε εν ενεργεία πρόεδρο– από τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσής τους. Σε χαρακτηριστικό του άρθρο ο επίτροπος Τιερί Μπρετόν έκανε λόγο «για την 11η Σεπτεμβρίου των κοινωνικών μέσων». Ηδη από τον Δεκέμβριο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε καταθέσει προτάσεις για την καλύτερη προστασία του ψηφιακού χώρου των 27 κρατών-μελών. Αυτό που, μεταξύ άλλων, εισηγείται είναι πως ό,τι είναι παράνομο στην πραγματική ζωή πρέπει να θεωρείται παράνομο και στο Διαδίκτυο.

H Eυρωπαϊκή Ενωση πράττει ορθώς που κινείται με γνώμονα την προστασία των δημοκρατικών αξιών. Αλλωστε, η ενεργοποίησή της μπορεί να συμβάλει σε έναν ποιοτικό διάλογο με τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς οι δύο πλευρές συνεργάζονται στο πλαίσιο του καινούργιου τεχνολογικού συμβουλίου που έχουν ιδρύσει. Αν και ο αποκλεισμός του Τραμπ από τις πλατφόρμες μέσων κοινωνικής δικτύωσης δεν θεωρείται παράνομος στην Αμερική, η πολιτική των Βρυξελλών συνάδει με τις γενικότερες ανησυχίες της Ουάσιγκτον. Ενα είδος προληπτικής αυτορρύθμισης εταιρειών όπως το Facebook και το Twitter ίσως δώσει λύση στο υπάρχον δίλημμα. Η ελευθερία έκφρασης των πολιτών δεν μπορεί να συγχέεται με τον εξτρεμισμό ή τη ρητορική μίσους. Εδώ ακριβώς υπάρχει περιθώριο να βρεθεί κοινός τόπος μεταξύ των τεχνολογικών επιχειρήσεων και των κανόνων που θα διαμορφωθούν στην Ευρώπη και την Αμερική.

Προτεραιότητα, λοιπόν, είναι η ελευθερία έκφρασης. Αλλά η επίκληση της ελευθερίας έκφρασης επιβάλλεται να ακολουθείται από χάραξη συγκεκριμένης στρατηγικής. Εδώ ακριβώς υπεισέρχεται η πολιτική. Το βάθος της συζήτησης για τα κοινωνικά μέσα και τη δημοκρατία στις δυτικές κοινωνίες είναι πολύ μεγαλύτερο από το ρυθμιστικό πλαίσιο, που προβλέπεται πολύπλοκο και δυσνόητο. Οι νέοι ηγέτες την εποχή του Ιντερνετ καλούνται να ισορροπούν μεταξύ της αξιολόγησης των επιφανειακών και συναισθηματικών αντιδράσεων των χρηστών του Διαδικτύου και της απαραίτητης προνοητικότητας και μακρόπνοης λογικής στην άσκηση πολιτικής. Οι δυτικές κοινωνίες, όμως, ακόμα δεν έχουν βρει τον κατάλληλο τρόπο να χρησιμοποιούν τις σύγχρονες τεχνολογίες, κατανοώντας τις πιθανές μελλοντικές τους κατευθύνσεις.

* Ο δρ Γιώργος Ν. Τζογόπουλος είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο της Νίκαιας, και Fellow στο ΕΛΙΑΜΕΠ και στο Kέντρο Στρατηγικών Σπουδών Μπέγκιν-Σαντάτ του Ισραήλ.

Ποιος θα ρυθμίσει τις πλατφόρμες;

ΗΛΙΑΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ*

Tο καλοκαίρι του 2011 τριάντα Ισραηλινοί διαπίστωσαν ότι η τιμή του τυριού κότατζ στα σούπερ μάρκετ είχε αυξηθεί δυσανάλογα. Αποφάσισαν να αντιδράσουν: ίδρυσαν μια ομάδα στο Facebook και άρχισαν να ζητούν μποϊκοτάζ στο προϊόν μέχρι να πέσει η τιμή του. Η ομάδα έγινε γρήγορα δημοφιλής και τα μέλη της από τριάντα έφτασαν τις 100.000. Εξι χρόνια αργότερα, τρεις οικονομολόγοι μελέτησαν τις συνέπειες αυτής της μικρής καμπάνιας, που δεν καλούσε σε καμία επανάσταση, ούτε καν αφορούσε κάποιο προϊόν πρώτης ανάγκης. Τα αποτελέσματα ήταν μάλλον εντυπωσιακά: οι πωλήσεις του τυριού κότατζ είχαν πράγματι μειωθεί, πολύ περισσότερο όμως στις περιοχές όπου τότε το Facebook είχε μεγάλη διείσδυση. Εγινε σαφές ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης διαθέτουν μεγάλη δύναμη. Αργότερα, η επιρροή τους συνδέθηκε με τις εξεγέρσεις της Αραβικής Ανοιξης αλλά και με την άνοδο λαϊκιστικών κομμάτων στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ. Αντίθετα με τις πωλήσεις του τυριού κότατζ στο Ισραήλ, είναι πολύ πιο δύσκολο κάποιος να μετρήσει τη συμβολή των social media σε αυτές τις περιπτώσεις.

Σήμερα γνωρίζουμε αρκετά καλά την εσωτερική λειτουργία των μεγάλων πλατφορμών. Ολα τα δημοσιεύματα για τους «καθαριστές» του Facebook και του Youtube αποτελούν σπαρακτικά αναγνώσματα. Περιγράφουν ανθρώπους που εργάζονται σε ασφυκτικές συνθήκες και έρχονται καθημερινά σε επαφή με πελώριες ποσότητες αποκρουστικού οπτικοακουστικού υλικού, προκειμένου να αποφασίσουν τι θα δημοσιευθεί και τι όχι. Γνωρίζουμε επίσης ότι οι ίδιες πλατφόρμες συνεργάζονται με εταιρείες που ελέγχουν δημοσιεύματα για την ακρίβειά τους και προσθέτουν ειδική σήμανση. Επιπλέον, είναι οι ίδιοι που ισχυρίζονται ότι έχουν τροποποιήσει τους αλγορίθμους τους, ώστε να αποφεύγεται η πόλωση. Πιο πρόσφατα, έσβησαν ακόμη και τον λογαριασμό του Ντόναλντ Τραμπ.

Ομως το πρόβλημα μυστηριωδώς παραμένει. Κάθε φορά που στη δημόσια σφαίρα ανακύπτει ένα διχαστικό θέμα, στον κυβερνοχώρο συναντάει κάποιος τις πιο ακραίες, συναισθηματικά φορτισμένες και συχνά τοξικές εκδοχές του. Ακόμη και σήμερα οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν τον βασικό χώρο όπου ενδημούν οι αντιεμβολιαστές και κάθε είδους ψέματα και θεωρίες συνωμοσίας. Δεν είναι σαφές πόσους τελικά επηρεάζουν όλα αυτά, όμως παραμένουν εκεί, στην ψηφιακή θέση τους.

Επομένως, αντί κάποιος να ζητάει από τις πλατφόρμες να αυτορρυθμιστούν είναι καλό να ρίξει μια ματιά στα κίνητρα που έχουν προκειμένου να το κάνουν. Δεν είναι σπουδαία. Η αγορά αυτή υπάρχει μόνο όταν προσελκύει εκατοντάδες εκατομμύρια χρήστες που έχουν κάποιο λόγο να δημοσιεύουν όσο πιο συχνά γίνεται. Οι μεγάλες πλατφόρμες αποσπούν αδιανόητες ποσότητες δεδομένων από τους χρήστες τους, τα οποία αναλύουν και έπειτα αναζητούν συνεχώς τρόπους να τους κρατούν συνεχώς ενεργούς, σε εγρήγορση. Οι ίδιες γνωρίζουν καλά αν η συντήρηση της πόλωσης είναι ένας από αυτούς τους τρόπους.

Πολλοί, ανάμεσά τους το Ηνωμένο Βασίλειο, η Αυστραλία, ο ΟΟΣΑ και η Ε.Ε., αναζητούν αποτελεσματικούς τρόπους να ρυθμιστούν οι πλατφόρμες. Είναι μια άσκηση ισορροπίας που πρέπει να λυθεί περίπου στα τυφλά. Πώς μπορεί μια αγορά που καινοτομεί διαρκώς να ρυθμιστεί χωρίς να ανακοπεί η δυναμική της; Παίρνουν οι πλατφόρμες από την αξία που δημιουργείται αυτό που δικαιούνται ή περισσότερο; Ποιο είναι το κόστος για κάποιον έμπορο ή για κάποιον χρήστη που δεν έχει παρουσία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης; Πρόκειται για ερωτήσεις χωρίς σαφείς απαντήσεις, ακόμη. Ωστόσο, από μια πιο αισιόδοξη οπτική παρόμοιες ερωτήσεις υπήρχαν και όταν έπρεπε να ρυθμιστεί η τηλεόραση, το ραδιόφωνο και ο Τύπος παλιότερα, και τελικά απαντήθηκαν.

* Ο κ. Ηλίας Νικολαΐδης είναι δημοσιογράφος, senior editor στον οργανισμό διαΝΕΟσις.