ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

Αξιολόγηση, τηλεκπαίδευση και ιός

Πού οφείλονται οι αντιδράσεις της ΟΛΜΕ και της ΔΟΕ για τον θεσμό, ο οποίος κρίνεται ήδη θετικά από την κοινή γνώμη

axiologisi-tilekpaideysi-kai-ios-561287155

Δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία, φόβος ξεβολέματος, έλλειψη εμπιστοσύνης σε κρατικές δομές που έχουν δώσει δείγματα αναξιοκρατικών διαδικασιών, εργασιακή κόπωση και άγχος λόγω της πανδημίας. Πρόκειται για τους παράγοντες που εξηγούν εν πολλοίς τις αντιδράσεις των εκπαιδευτικών και τη διελκυστίνδα που στήθηκε –για ακόμη μία φορά– με διακύβευμα την αξιολόγηση των σχολείων. Από τη μία πλευρά, βρίσκεται η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας, και από την άλλη οι εκπαιδευτικές ομοσπονδίες, που έχουν κηρύξει αποχή από την εσωτερική αξιολόγηση των σχολικών μονάδων. Η πλειονότητα των σχολείων συντάχθηκε με ΟΛΜΕ και ΔΟΕ. Ωστόσο, σύμφωνα με το υπουργείο Παιδείας, σημαντική μερίδα εκπαιδευτικών συμφωνεί με την αξιολόγηση, τη στιγμή μάλιστα κατά την οποία δεν είναι τιμωρητικού χαρακτήρα, ωστόσο δεν πηγαίνουν κόντρα στο κλίμα που έχει δημιουργηθεί από τις συνδικαλιστικές ηγεσίες. Βεβαίως, η κοινή γνώμη είναι θετική, καθώς αξιολόγηση του εκπαιδευτικού συστήματος δεν έχει γίνει εδώ και σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, λόγω της πολιτικής αβελτηρίας και του κακού σχεδιασμού από τις ηγεσίες του υπ. Παιδείας. «Παλεύουμε με στρεβλώσεις δεκαετιών», ανέφερε στην «Κ» η υπουργός Παιδείας Νίκη Κεραμέως. 

Ειδικότερα, το μήνυμα που μεταδίδεται από την ηγεσία του υπ. Παιδείας και του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ) είναι ότι η τρέχουσα αυτοαξιολόγηση των σχολείων θα προσαρμοστεί στις συνθήκες της πανδημίας και θα έχουμε την ευκαιρία το εγχείρημα να δοκιμαστεί πολιτικά.

«Είναι εξαιρετικά χρήσιμο οι σύλλογοι διδασκόντων να αποτιμήσουν το έργο τους μέσω της τηλεκπαίδευσης και να καταγράψουν τα δυνατά σημεία αλλά και τις αδυναμίες, δίνοντας ένα μέτρο των ελλείψεων που πρέπει να καλύψει το υπουργείο Παιδείας», ανέφερε στην «Κ» στέλεχος της διοίκησης.
Το υπουργείο τηρεί στάση αναμονής, προτρέποντας να προχωρήσουν οι διαδικασίες αυτοαξιολόγησης των 14.000 σχολικών μονάδων, καθώς δεν υπάρχει πειθαρχικός έλεγχος σε όσους εκπαιδευτικούς δεν συμμετάσχουν. «Το κλίμα είναι αρνητικό, με δεδομένη και την κόπωση λόγω της καραντίνας και της τηλεκπαίδευσης. Ετσι, ακόμη και εκείνοι που συμφωνούν με την εσωτερική αξιολόγηση των σχολικών μονάδων δεν θέλησαν να αντιταχθούν στις θέσεις των ΟΛΜΕ και ΔΟΕ που κήρυξαν αποχή», ανέφερε στην «Κ» συνδικαλιστής, ερμηνεύοντας ότι οι σύλλογοι διδασκόντων στο σχεδόν 80% των σχολείων αρνήθηκαν να προχωρήσουν σε προγραμματισμό εσωτερικής και εξωτερικής αξιολόγησης. Με βάση τον οδηγό της αξιολόγησης στις αρχές Ιουνίου οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει κάνουν την αποτίμηση της διαδικασίας σε καθέναν από τους τρεις θεματικούς άξονες αξιολόγησης: την παιδαγωγική και μαθησιακή λειτουργία, τη διοικητική λειτουργία του σχολείου, και την επαγγελματική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών.

Στελέχη της ΟΛΜΕ που μίλησαν στην «Κ» θεωρούν ότι η αξιολόγηση δεν έχει οργανωθεί σωστά από το ΙΕΠ, και τα σχολεία περίμεναν οδηγίες μέχρι τελευταία στιγμή. Η υφυπουργός Παιδείας, αρμόδια για την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, κ. Ζέττα Μακρή μιλώντας στην «Κ» τόνισε ότι «στόχος της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Παιδείας για την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου, είναι, μεταξύ άλλων, και οι διορθωτικές κινήσεις της, κατά κοινή ομολογία, σημαντικής εκπαιδευτικής προσπάθειας. Με τον τρόπο αυτό θα βελτιωθεί η παιδαγωγική, η μαθησιακή και η διοικητική λειτουργία της σχολικής μονάδας και θα συντελέσει στην επαγγελματική  ανάπτυξη των εκπαιδευτικών». Και τόνισε προς τους εκπαιδευτικούς : «Εν ολίγοις, με τον βέλτιστο τρόπο και την αναγκαία προσαρμογή, που η πανδημία επιβάλλει, θα εφαρμοστεί ο νόμος 4692/2020 για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών μονάδων».

Απόψεις

Μετάθεση του εγχειρήματος στη νέα σχολική χρονιά
Της Λίας Χολέβα*

Για μία ακόμη φορά στην ιστορία της σύγχρονης ελληνικής εκπαίδευσης η κυβερνητική απόφαση για αξιολόγηση, στην παρούσα φάση των σχολικών μονάδων της χώρας, προκάλεσε τις γνωστές αντιδράσεις και εμμονές, οι αιτίες των οποίων πολύ εύστοχα έχουν επισημανθεί από πολλούς. 
Ομως και οι πλέον καλοπροαίρετοι, ρεαλιστές και ορθολογικοί εκπαιδευτικοί που αντιλαμβάνονται πλήρως ότι οι καιροί ου μενετοί επισημαίνουμε ότι η έναρξη του εγχειρήματος είναι αδύνατο να ορισθεί εντός της παρούσας σχολικής χρονιάς. Μια προσεκτική ανάγνωση του ΦΕΚ όπου περιγράφεται η κυκλική διαδικασία αξιολόγησης από τον προγραμματισμό και την υλοποίησή της μέχρι την αυτοαξιολόγηση και την εξωτερική αξιολόγηση μαρτυρά την ανάγκη χρόνου, μακροπρόθεσμου σχεδιασμού και προσπάθειας που απαιτεί αυτή η διαδικασία. 

Πρέπει να τεθούν στόχοι, πολλοί από τους οποίους είναι ομαδικοί ή συνεργατικοί, πρέπει να εφαρμοστούν οι δράσεις στις τάξεις από τις οποίες λόγω συνθηκών είμαστε ακόμη μακριά, πρέπει να επαναξιολογηθούν οι στόχοι από άτομα και συλλόγους καθηγητών και πρέπει παράλληλα να εφαρμοστούν στρατηγικές συνεργασιών, εκπαιδευτικών προγραμμάτων, επαναπροσδιορισμού διδακτικών πρακτικών και αναδιαμόρφωσης εκπαιδευτικού υλικού, ακόμη και να υλοποιηθούν προγράμματα Erasmus, συνεργασίες με γονείς, πανεπιστήμια ή δήμους. 

Κι ο πιο κακοπροαίρετος κριτής μας αντιλαμβάνεται ότι στις συνθήκες που βιώνουμε τίποτα από αυτά δεν είναι εφικτό. Πέραν των εγγενών αδυναμιών, η πανδημία δεν επέτρεψε τόσο στους καθηγητές, εκ των οποίων πλέον των 50.000 είμαστε αναπληρωτές, ούτε καν να γνωρίσουμε τη σχολική μας μονάδα, αλλά κυρίως δεν προλάβαμε ακόμη, εφόσον προηγήθηκαν και καταλήψεις, να γνωριστούμε μεταξύ μας σε κάποιες περιπτώσεις. Αλλωστε ο άθλος, οι ιδιαιτερότητες και οι απαιτήσεις της τηλεκπαίδευσης έχουν εξαντλήσει καθηγητές και μαθητές και φυσικά οι αναμενόμενες αντιδράσεις για την αξιολόγηση που βρίσκονται εν εξελίξει, περαιτέρω δυναμιτίζουν το κλίμα και τις σχέσεις μεταξύ των μελών των συλλόγων, ώστε το απαραίτητο κλίμα συνεργασίας προς το παρόν έχει χαθεί. 

Το υπουργείο πρέπει να αντιληφθεί ότι ο προγραμματισμός πρέπει να αρχίσει με τη νέα χρονιά, αφού φέτος καμφθούν διά του διαλόγου, των προσαρμογών ή ακόμη και νομικά, αν χρειαστεί, οι αντιδράσεις, ώστε τον Σεπτέμβριο, αφού έχει εμπεδωθεί από όλους η νέα πραγματικότητα, με ορίζοντα μπροστά μας και επαρκή χρόνο να τεθούν οι στόχοι και να δρομολογηθούν οι δράσεις. Αυτό είναι απαραίτητη προϋπόθεση αν πραγματικά πιστεύουμε σε μια πραγματική αναβάθμιση του έργου των εκπαιδευτικών και της λειτουργίας των σχολείων, αλλιώς θα υποκριθούμε ότι αξιολογούμε και αξιολογούμαστε και θα ακυρώσουμε στην πράξη τον σκοπό ήδη από την αφετηρία.
 
* Η κ. Λία Χολέβα είναι δρ Ιστορίας, εκπαιδευτικός στο 1ο ΓΕΛ Αγίου Δημητρίου.

Αναγκαία τώρα όσο ποτέ η αξιολόγηση
Του Αλέξανδρου Κόπτση*

Αξιολόγηση, μία λέξη με τόσο παρεξηγημένο περιεχόμενο όσο καμία άλλη. Μία λέξη που συνειδητά από κάποιους, ασυνείδητα από άλλους, εκφέρεται διαρκώς αρνητικά. Μία λέξη που σκόπιμα από αρκετούς, ακούσια από κάποιους, παραφράζεται. Η αξιολόγηση αποτελούσε πάντα οξύ πρόβλημα στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα με πολλές αντιδράσεις για την εφαρμογή της και ατολμία της κρατικής εξουσίας για την επιβολή της. 
Τι είναι όμως αξιολόγηση; Γιατί τόσο μένος εναντίον της; Είναι η διαδικασία που αποσκοπεί να προσδιορίσει, με τρόπο συστηματικό, το αποτέλεσμα ορισμένης δραστηριότητας σε σχέση με τους στόχους και συνδέεται με τη λειτουργία του σχολείου αλλά και της κοινωνίας. Με τον Ν. 4692/20 θεσμοθετήθηκε η αξιολόγηση της σχολικής μονάδας ως μία δυναμική διαδικασία στην οποία εμπλέκεται το σύνολο της σχολικής κοινότητας. Στόχος ο εντοπισμός των θετικών σημείων, των αδυναμιών αλλά και των αναγκών που συνδέονται με το έργο που παρέχει η μονάδα, με βάση τον προγραμματισμό, τον σχεδιασμό και την υλοποίηση δράσεων. Σκοπός της είναι η βελτίωση της ποιότητας του εκπαιδευτικού έργου, μέσω τριών βασικών λειτουργιών, της παιδαγωγικής και μαθησιακής λειτουργίας, της διοικητικής λειτουργίας και της επαγγελματικής κοινότητας μάθησης. 

Η εφαρμογή της αξιολόγησης με τις υπάρχουσες συνθήκες κρίνεται απαραίτητη γιατί: α) συνιστά αναπόσπαστο κομμάτι της παιδαγωγικής πρακτικής και η απουσία της αποτελεί έλλειμμα οποιαδήποτε στιγμή, β) αποτελεί ανατροφοδοτική διαδικασία που βοηθά το σχολείο να βελτιώνει την ποιότητα του παρεχόμενου έργου και να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των μαθητών, ιδιαίτερα σε αυτές τις πρωτόγνωρες συνθήκες και γ) συντελεί στη διαπίστωση των αδυναμιών της σχολικής μονάδας. Τώρα, εν μέσω πανδημίας, απαιτείται όσο ποτέ να αποτυπωθούν και να βελτιωθούν δυσκολίες, ελλείψεις. Η διάρκεια της κρίσης δεν είναι γνωστή και η εκπαίδευση δεν μένει στατική, εξελίσσεται, βελτιώνεται για το καλό των μαθητών μας. Ενα σχολείο με εκπαιδευτικούς που συνεχώς αναπτύσσονται επαγγελματικά έχει πολλαπλές δυνατότητες να προσαρμόζεται στα σύγχρονα κοινωνικά και εκπαιδευτικά δεδομένα. Είναι υποχρέωση του εκπαιδευτικού κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες να λογοδοτεί για τη διαχείριση των πόρων, ανθρώπινων και υλικών, που του διατίθενται.

Σε ένα ευνομούμενο κράτος εντέλει πρέπει να εφαρμόζεται ο νόμος. Εξάλλου φέτος, λόγω των πρωτόγνωρων συνθηκών, θα υλοποιηθεί προσαρμοσμένη στις συνθήκες αυτές, και είναι μία ευκαιρία να δοκιμαστεί πιλοτικά. Καλούμαστε όλοι οι εκπαιδευτικοί να είμαστε παρόντες σε αυτή την προοπτική αναβάθμισης της σχολικής μονάδας και επαγγελματικής μας ανάπτυξης. Το οφείλουμε στον εαυτό μας, στους μαθητές μας, στην κοινωνία.
 
* Ο κ. Αλέξανδρος Κόπτσης είναι περιφερειακός διευθυντής Εκπαίδευσης Κεντρικής Μακεδονίας.

Αντιμέτωποι με ένα παράλογο δίλημμα
Της Δώρας Κουντουρά*

Η αξιολόγηση σχολικής μονάδας, όπως ζητείται αυτή τη στιγμή από το υπουργείο, είναι –όχι εκ των θέσεων των εκπαιδευτικών αλλά εκ των πραγμάτων–ανέφικτη. Σύμφωνα με το σκεπτικό της αξιολόγησης, οι εκπαιδευτικοί καλούνται να προβούν σε «Αξιολόγηση» των σχολείων τους, με κριτήριο την «Υλοποίηση» ενός «Προγραμματισμού» που, τουλάχιστον στην τρέχουσα σχολική χρονιά, δεν έχει πραγματοποιηθεί: τα σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης «υπάρχουν» φέτος ως εντελώς απομονωμένες από το πλαίσιο της σχολικής ζωής ψηφιακές τάξεις, οι οποίες δεν λειτουργούν –ούτε καν σε τεχνικό επίπεδο– ισότιμα και αποτελεσματικά για όλους τους μαθητές. Το μόνο που φροντίζει να ελέγξει το υπουργείο είναι η παράδοση της ύλης, τα διαγωνίσματα και η βαθμολογία, χωρίς ποτέ να έχει ελέγξει το μαθησιακό αποτέλεσμα ή να λάβει υπόψη ότι εκ των συνθηκών του WeBex έχει επί της ουσίας καταργηθεί κάθε παιδαγωγική διαδικασία. Ωστόσο, το υπουργείο καλεί τους εκπαιδευτικούς να αξιολογήσουν τις σχολικές μονάδες, συνυπολογίζοντας τις παραπάνω παραμέτρους. Το γεγονός ότι οι συνθήκες της πανδημίας και της τηλεδιδασκαλίας έχουν, έστω και προσωρινά, καταργήσει την ίδια την οντότητα του σχολείου απλώς δεν λαμβάνεται υπόψη ως υπαρκτή παράμετρος. Πώς μπορούμε, όμως, να μιλάμε για σχολική μονάδα, πόσο μάλλον για αξιολόγηση σχολικής μονάδας, όταν η ίδια η σχολική κοινότητα ως οντότητα επί της ουσίας φέτος δεν υπάρχει; Το υπουργείο, ωστόσο, επιμένει να καλεί τους εκπαιδευτικούς να αξιολογήσουν μια σχολική ζωή εν κενώ. Οι εκπαιδευτικοί βρίσκονται, κατά απολύτως άδικο και παράλογο τρόπο, αντιμέτωποι με το εξής δίλημμα: είτε να λειτουργήσουν εντελώς προσχηματικά και να πουν ψέματα για το σχολείο τους, ώστε να πάρουν «καλό βαθμό» στον πίνακα σχολείων που θα αναρτηθεί στην ιστοσελίδα του ΙΕΠ, είτε να το καταδικάσουν με μία ειλικρινή αλλά αρνητική βαθμολογία, η οποία θα αποδίδει την πραγματικότητα: ότι η φετινή εκπαιδευτική διαδικασία στο σύνολό της –διδακτικά, μαθησιακά, παιδαγωγικά– είναι μια αποτυχία, που θα αφήσει πίσω πολλά προβλήματα, που το υπουργείο πρέπει κάποια στιγμή να αποφασίσει να αντιμετωπίσει με υπευθυνότητα και ειλικρίνεια, λαμβάνοντας υπόψη την αλγεινή εμπειρία όχι μόνο της σχολικής κοινότητας, αλλά και ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας. Μπροστά σε αυτό το δίλημμα, ένα συντριπτικό ποσοστό συλλόγων διδασκόντων, αντί να πει ψέματα ή να λειτουργήσει προσχηματικά, έχει ήδη επιλέξει να απόσχει. Αλλωστε, η βασικότερη παράμετρος για μια έντιμη αξιολόγηση, με ή χωρίς τηλεκπαίδευση, είναι να αναγνωριστούν πρώτα με θάρρος αυτά που λείπουν από τα σχολεία: η επιμόρφωση των ανθρώπων και οι στοιχειώδεις προϋποθέσεις, ώστε, πριν από την αξιολόγηση, να έχουμε διασφαλίσει ότι έχουμε αληθινά σχολεία και να έχουμε βεβαιωθεί ότι –σε όλες τους τις διαστάσεις– τα σχολεία έχουν τη δυνατότητα να λειτουργούν ουσιαστικά. 
 
* Η κ. Δώρα Κουντουρά είναι φιλόλογος στο 3ο Λύκειο Αγίας Παρασκευής.